Album Stories (16)

AM

Arctic Monkeys

Τι είδους άλμπουμ θα μπορούσε να βασιλεύσει πάνω από αυτήν τη μισή (και κάτι ψιλά) δεκαετία; Μιλάμε για εφτά χρόνια, κατά τα οποία η Αγγλική κυβέρνηση προσπάθησε να διευρύνει πάρα πολύ το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών, να πωλήσει μεγάλα εθνικά περιουσιακά στοιχεία για προσωπικό κέρδος, να συντρίψει τα άτομα με αναπηρία, να καταπατήσει τη δυνατότητα για οικονομική εκπαίδευση, να προστατεύσει τις λεγεώνες των ιστορικών παιδεραστών και να οδηγήσει τους μουσικούς, τους καλλιτέχνες και τις εργατικές τάξεις εν γένει εκτός της πρωτεύουσας, η οποία αποτελεί ουσιαστικά πλέον έναν ξένο φορολογικό παράδεισο με τα All Bar Ones. Εφτά χρόνια, κατά τα οποία το μίσος, η δυσπιστία και ο ρατσισμός έχει χωρίσει το έθνος στα δύο σε απάντηση της δικής του κακομεταχείρισης.

Τι είδους άλμπουμ λοιπόν θα μπορούσε να πάρει ένας τέτοιος κόσμος στην καρδιά του; Κάποιο που να αντικατοπτρίζει την εποχή της ερημικής πολεμικής ωδής της PJ Harvey; Κάποιο που θα μεταφέρει όλα τα προβλήματά μας στη ναρκωτική psych ομίχλη της ψυχής της Perthadelia – Perth & Psychedelia; Κάθε φαινομενικό άλμπουμ που βγαίνει ανά τους καιρούς, είτε ασχολείται με κάποιο στοιχείο των ταραγμένων χρόνων μας, - πόλεμος, αλλοτριωμένη νεολαία, εξαπλωμένος καταναλωτισμός – είτε σας ενημερώνει για το πόσο λαμπρός είναι ο Kanye West. Οι Arctic Monkeys μπορεί να μην είναι άψογοι υπό τους καπιταλιστικούς όρους (ήταν άλλωστε μεταξύ αυτών των ονομάτων στο σχέδιο φοροδιαφυγής), αλλά σε μια αβέβαιη, διαιρεμένη εποχή, η νέα χαραυγή του ΑΜ” στάθηκε με το κεφάλι και τους ώμους ψηλά ως ένα σταθερό τοτέμ της rock'n'roll ελαστικότητας. Ένας δίσκος που μας χαστούκισε έντονα στην πλάτη και μας είπε ότι, τουλάχιστον στη rock μουσική, όλα ήταν ακόμα σωστά. Το "AM" των Arctic Monkeys ήταν ένα αυθάδες γρύλλισμα σε μια κυνική “post-guitar” εποχή, απόδειξη ότι το rock'n'roll ήταν ακόμα ικανό να σύρει τον εαυτό του από το βούρκο και να εξελιχτεί σε άγρια και εξωτικά νέα είδη.

Όλα αυτά δε διαφωνεί κανείς πως είναι πολύ μακριά από την μπάντα που στην πρώτη συνέντευξή της, τον Οκτώβριο του 2005, είπαν: «Μας αρέσει να σκεφτόμαστε ότι περπατάμε το σχοινί μεταξύ του Mike Skinner και του Jarvis Cocker». Μια τολμηρή δήλωση, αλλά και μία που πολύ έξυπνα ήξεραν ότι δεν μπορούσε να διαρκέσει. Όπως λοιπόν ο Cocker πήδηξε χιλιόμετρα μακριά από το θεαματικό θάνατο του Britpop το 1997, ο Turner ήταν αρκετά έξυπνος, ακόμη και ως 19χρονος, ώστε να συνειδητοποιήσει ότι εάν επρόκειτο να επιβιώσει από την αναπόφευκτη αντίδραση ενάντια στη φαινομενική άνοδο των Arctic Monkeys, δεν υπήρχε τρόπος να το κάνει γράφοντας τα ίδια παλιά τραγούδια όπως πριν: λαμπερά, διασκεδαστικά, κοινά λαϊκά για την παρακολούθηση απαράδεκτων συγκροτημάτων που παίζουν στα venue του Σέφιλντ που ο Turner έκανε bartending (“Fake Tales Of San Francisco”), για τις περίεργες συναντήσεις με τα καθάρματα έξω από το προβάδικο στο Neepsend (“When The Sun Goes Down”) και για το να είναι κανείς μπατίρης και απεγνωσμένος για τα τελευταία Reeboks (“A Certain Romance”).

Χρόνια μετά το τέλος αυτού του Beatlemania-στυλ hype, ο Turner δηλώνει «απόλυτα τρομοκρατημένος» με όλες τις μαλακίες που αναφέρονταν για αυτόν. Αλλά δεν το γνωρίζατε εκείνη τη στιγμή, σωστά; Μέσα σε μόλις έξι μήνες από αυτή την πρώτη του συνέντευξη, ήταν ήδη έτοιμος για να καταγγείλει δημοσίως τον πρώην εαυτό του, λέγοντας ότι το 2006 single των Arctic Monkeys, “Leave Before The Lights Come On”, ήταν ουσιαστικά, ένας τρόπος να πει αντίο στον Alex Turner που όλη η χώρα είχε ερωτευτεί. «Είναι το τελευταίο τραγούδι που έγραψα για τις εξόδους μου κτλ», εξήγησε, κλείνοντας το κεφάλαιο του συγκεκριμένου κόσμου του για πάντα. «Η ζωή μου δεν μοιάζει πια με αυτήν εκείνου του τύπου».

Οι ιστορίες των μεθυσμένων τηλεφωνημάτων και των εξομολογήσεων που γίνονται αργά τη νύχτα ήταν μία αναμενόμενη post-break-up πρόοδος από τους αστικούς πόνους των προηγούμενων άλμπουμ λοιπόν. Και κακά τα ψέματα, όσο και να αγαπήσαμε - και να αγαπάμε - τη στιχουργική ικανότητα του Alex, δε γίνεται να μην προσέξουμε, έχοντας στα χέρια μας 5 άλμπουμ, πως τότε ήταν απλά μια διαμαρτυρία για τα πρώτα βήματα στη νυχτερινή ζωή, τις περιπέτειες με τους βλάκες φίλους μας, την αστυνομία και τους συμμαθητές μας. Ήταν το emo του Ηνωμένου Βασιλείου, που ζωγράφιζε διαδραστικά πορτρέτα της μικρής πόλης και της προαστιακής ζωής για τους εφήβους μιας χώρας, όπου ο φονταμενταλισμός είναι περισσότερο η υποταγή σε ένα ποδοσφαιρικό σύλλογο παρά στη θρησκεία. Hey! Δίκαιο όλο αυτό. Τα πρώτα βήματα στη νυχτερινή ζωή, το τρέξιμο με τους σεκιουριτάδες, τους αστυνομικούς και τους συμμαθητές, θα έπρεπε να είναι οι μόνες ανησυχίες της ζωή τους - και των δικών μας επίσης στα εφηβικά χρόνια - και εδώ που τα λέμε από τους τότε συνομήλικούς, ήταν οι καλύτεροι που μπορούσαμε να στραφούμε. Η εφηβική ζωή όλων μας, αξίζει να έχει τον ύμνο της.

Από τότε ο Τurner όμως, έχει ξεφλουδίσει το δέρμα του πολλές φορές. Κάθε τραγούδι που έχει γραφεί μετά το δεύτερο άλμπουμ του συγκροτήματος "Favorite Worst Nightmare", είναι πιο ώριμο, πιο τεχνικό και πιο παράξενο από το υλικό που δημιουργούσε ως νεαρός έφηβος και με κάθε νέα παρτίδα που απελευθερώνει, φαίνεται να ταξιδεύει κι άλλο από το σημείο εκκίνησης του Σέφιλντ. «Πόσο σημαντικό είναι να κοιτάς πίσω πέραν από τον ώμο σου; Δεν είναι πιο συναρπαστικό, από το να προσπαθείς να κρατηθείς από κάτι, να το αφήσεις και να διερευνήσεις τι βρίσκεται μπροστά σου;».

Αυτή είναι η δυσκολία του Alex Turner το 2017. Είναι ο λόγος για τον οποίο, ενώ ολόκληρος ο βρετανικός τύπος τον έχριζε το νέο Noel Gallagher πίσω στο 2005, εκείνος έριξε όλα τα προσχήματα του χρυσού αγοριού της Britpop 2.0 και έτρεξε στην Καλιφόρνια, στην έρημο, με τον Josh Homme να γίνεται ο Jedi ιππότης του. Είναι επίσης ο λόγος που ο Turner, όταν το βαθιά σκοτεινό άλμπουμ “Humbug” (2009) υπό την αιγίδα του Homme εξόργισε τόσους πολλούς οπαδούς των Monkeys, μπόρεσε να δράσει έξυπνα, να αναστρέψει την εικόνα του, και να παραδώσει μια θεαματική συλλογή εμμονής με την Alexa Chung (2011), πριν ανασυγκροτήσει τον εαυτό του πλήρως στα after-hours του Hollywood για να δημιουργήσει με το παγκόσμια μαγευτικό AM” το 2013.

Ο Αlex Turner κινείται πάντα και εργάζεται πάντα. Είναι αυτή η αίσθηση του ποτέ δεν κοιτάζω πίσω, που εξηγεί γιατί οι Monkeys παίζουν λίγο υλικό από τα πρώτα τους δύο άλμπουμ. «Ό,τι χρειάστηκε για να γράψω και να παίξω αυτά τα τραγούδια δεν είναι εκεί πια. Αισθανόμαστε κάτι σα να κάνουμε cover άλλων τραγουδιών. Αλλά δεν γίνεται να κάνεις cover του “Fake Tales Of San Francisco”».

Οι πιο πολλοί καλλιτέχνες θεωρούν δεδομένη την άποψη τους σε βαθμό που ενοχλούν ή μπερδεύουν αυτούς που κυνηγάνε απελπισμένα την “αλήθεια” ή τους εντυπωσιάζουν με τον ίδιο τρόπο που θρησκευτικές και άλλες μυστικιστικές φιγούρες τους απορροφούν. Ωστόσο, παρά τους πολιτιστικούς ρόλους των καλλιτεχνών ως πνευματικούς αλχημιστές και αγωγούς που μας συνδέουν με τον κόσμο στον οποίο όλες οι προσπάθειες και τα λάθη μας θεραπεύονται θεαματικά, εμείς δειλιάζουμε όταν αυτά φαίνονται πως ικανοποιούνται. Γιατί συμβαίνει αυτό; Καταλαβαίνω πως η ικανοποίηση υποτίθεται ότι είναι κάποιου είδους αμαρτία, έγκλημα κατά της ανθρωπότητας και της φύσης, αλλά οι καλλιτέχνες είναι μεταξύ των πολύ λίγων των οποίων η ευθύνη για την ανακάλυψη υπερβαίνει την υποχρέωση για προσωπική αυτοσυγκράτηση. Σε τελική ανάλυση, δεν πληρώνουν συνήθως γι’ αυτό με το να υπάρχουν σε μία διαρκή βασανισμένη κατάσταση; Οι περισσότεροι καλλιτέχνες ασχολούνται με την αφάνεια, οδηγούμενοι από τίποτα παραπάνω από έναν αόριστο καταναγκασμό να δημιουργήσουν, έτσι η αυτοπεποίθηση είναι το λιγότερο που μπορώ να τους παραχωρήσω σε αντάλλαγμα των λίγων κομματιών θεότητας. Αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση των Monkeys, δεν έχουμε αυτό.


Αυτό που μας υποδεικνύει και μας υπενθυμίζει ο Turner εδώ, είναι πως οι καλλιτέχνες είναι και άνθρωποι. Οι άνθρωποι, κατά την πορεία της ζωής τους, όσο δηλαδή ο κόσμος γύρω τους γίνεται διαφορετικός και γεμίζει νέες εμπειρίες, αλλάζουν. Θα το ξέρετε και οι ίδιοι. Εάν ένας καλλιτέχνης κυκλοφορούσε συνεχώς το ίδιο είδος άλμπουμ, θα λέγατε ότι είναι τετριμμένο. Οι πιθανότητες δε, λένε, ότι είναι πιθανόν να χάσατε κάποια τιτανοτεράστια jams όταν ξεκινήσατε με τη λογική ότι θα ακούσετε το ίδιο πράγμα με την τελευταία φορά. Οι πραγματικοί καλλιτέχνες όμως, δε μένουν σταθεροί. Για παράδειγμα, το έργο της Kara Walker έχει αλλάξει πολύ από τη δεκαετία του '90, αλλά το μήνυμα της δουλειάς της ήταν πάντα το ίδιο. Αυτό, ονομάζεται προσωπική και δημιουργική ανάπτυξη. Αυτό, συμβαίνει σε όλους τους καλλιτέχνες.


Δε σας κρίνω. Και εγώ λατρεύω – ψυχωτικά θα έλεγα - τις πρώτες δουλειές των Monkeys. Παρατήρησα το φαινόμενο να εξελίσσεται με τα μάτια της παρανοϊκής φαν από πολύ μικρή άλλωστε.  Όμως, είμαι χαρούμενη για αυτή τους την εξέλιξη, έχοντας φυσικά πάντα στο μυαλό μου ότι η μουσική νοσταλγία, δεν είναι απλώς ένα πολιτισμικό φαινόμενο. Είναι μια νευρωνική εντολή. Oι εγκέφαλοί μας παραμένουν μπλοκαρισμένοι σε τραγούδια που είχαμε εμμονή κατά τη διάρκεια του υψηλού δράματος της εφηβείας μας και δεν είναι ντροπή. Οι επιστήμονες μίλησαν: ανακαλύπτουμε μουσική μόνοι μας για πρώτη φορά όταν είμαστε νέοι, συχνά μέσω φίλων μας. Ακούμε τη μουσική ως τρόπο για να ανήκουμε σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα. Αυτό συνδυάζει τη μουσική με την αίσθηση της ταυτότητάς μας. Η περίοδος μεταξύ 12 και 22, με άλλα λόγια, είναι η εποχή κατά την οποία γινόμαστε τα όμορφα αυτά πλασματάκια που είμαστε σήμερα. Έχει λοιπόν νόημα να πούμε πως οι μνήμες που συμβάλλουν στη διαδικασία αυτή καθίστανται ασυνήθιστα σημαντικές καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής μας. Δε συνέβαλαν μόνο στην ανάπτυξη της εικόνας του εαυτού μας αλλά έγιναν και μέρος αυτής. Όσο διασκεδαστικές και να είναι αυτές οι θεωρίες όμως, το λογικό συμπέρασμά τους - ποτέ δεν θα αγαπήσεις άλλη μουσική με τον τρόπο που αγάπησες τη μουσική των νεανικών σου χρόνων - είναι λίγο καταθλιπτικό.


Εγώ τώρα λοιπόν σας ρωτώ. Το ξέρατε ότι έχουν περάσει ακριβώς 12 χρόνια από τότε που το "I Bet You Look Good on the Dancefloor" έφτασε στο νούμερο ένα των UK charts; Εάν είσαστε σαν και εμένα, η παραπάνω πρόταση θα σας κάνει να αισθανθείτε μία μικρή ζαλάδα. 12 ολόκληρα χρόνια... Με τον τρόπο που η μουσική τείνει να καθορίζει και να διαμορφώνει ορισμένες περιόδους της ζωής μας, όλοι πιθανότατα θα έχουμε πολύ σαφείς συσχετισμούς με αυτό το τραγούδι και το πλαίσιο μέσα στο οποίο το θυμόμαστε. Είτε ήταν ο τελευταίος σας χρόνος στο σχολείο, είτε ο τελευταίος σας χρόνος στο πανεπιστήμιο, είτε το πρώτο σας ραντεβού με κάποιο φλερτ, το “Dancefloor” θα σημαίνει μια σειρά από διαφορετικά πράγματα σε μια ολόκληρη γενιά μουσικών οπαδών. Και για εμένα επίσης.


Ο πρώτος τους δίσκος λοιπόν βγήκε το 2005 και λεγόταν Whatever People Say I Am, That’s What I’m Not” - ένα χτίσιμο γενιάς επιπέδου “Nevermind The Bollocks” – και ήταν αυτό που όρισε ένα είδος self-titled album αλλά και μία εξυπνακίστικη πράξη πρόκλησης. Το 2013 βγήκε το πέμπτο studio άλμπουμ με το όνομα “AM”. Mean Streets, μεξικανικά τσιγάρα, μπριγιαντίνη και μαγιό Barbarella - οι Monkeys μοιάζουν να είναι εκατομμύρια μίλια μακριά από το Σέφιλντ. Τα full-face μαλλιά και τα καφέ hoodies είναι εκτός και το ίδιο συγκρότημα που κάποτε στόχευε στο "Fake Tales of San Francisco" έχει πλέον έδρα το Λος Άντζελες. Αυτές οι αλλαγές έχουν προκαλέσει ορισμένους να αμφισβητήσουν τη δέσμευση των Arctic Monkeys στα αρχικά ιδανικά τους, που δεν είχαν χώρο για μαλακίες και κινήσεις περί ανέμων και υδάτων. Παρόλα αυτά το AM” είναι αναμφισβήτητα το καλύτερο άλμπουμ της τελευταίας δεκαετίας – ΤΗΕRE! I SAID IT! Μη βαράτε. Δεν είναι σίγουρα το έργο μιας μπάντας που λειτουργεί στο απόλυτο peak της - αυτό είναι κάτι που το “AM” μας έχει κάνει να είμαστε σίγουροι πως θα συμβεί και να το αναμένουμε – αλλά το έργο μιας μπάντας που εξακολουθεί να αναπτύσσεται, εξακολουθεί να τελειοποιεί, εξακολουθεί να μαθαίνει και να πειραματίζεται. Μια μπάντα που δεν θα κοιτάξει πίσω σε αυτό το δίσκο ως το highlight της καριέρας της, αλλά ως τη στιγμή που έπαψε να καθορίζεται από το είδος και αντ 'αυτού τα μέλη της έγιναν καλλιτέχνες. Δεν είναι ροκ μπάντα, σίγουρα δεν είναι indie μπάντα, αλλά ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ. Άλλωστε σκεφτείτε! Τα τελευταία οκτώ χρόνια, έχουν περάσει από το σπαστικό punk, στο καταδικασμένο stoner rock, στο αφρώδες guitar pop και στο skinny-jeaned funk του νέου άλμπουμ, προσπαθώντας συνεχώς να υπονομεύσουν μία νέα περιοχή του rock'n'roll. Σκεφτείτε τον Bowie, σκεφτείτε τους Beatles, σκεφτείτε τον Stevie Wonder και σκεφτείτε τον Bob Dylan. Οι Arctic Monkeys λοιπόν, έχουν μείνει κοντά στο πνεύμα του τίτλου του ντεμπούτο τους – βασικά εδώ που τα λέμε το ‘παν και το ‘καναν - ενώ την ίδια στιγμή ελαχιστοποιούν την υπερβολή του. Από εδώ και πέρα, μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν, να ακούγονται ακριβώς όπως τους αρέσει και να είναι για πάντα οι Arctic Monkeys. Το “AM” ακούγεται σαν την αρχή της αυτοκρατορικής περιόδου τους. Ξυπνήστε, σωσίες του James Blake. Είσαστε ήδη νεκροί. Αλλά αυτά είναι όλα για μια άλλη μέρα, κάποια στιγμή στο λαμπρό μέλλον τους. Προς το παρόν, θα πρέπει να γιορτάσουμε αυτόν τον δίσκο για αυτό που είναι - 41 λεπτά και 57 δευτερόλεπτα κοντά στην τελειότητα. 


Ας ξεκινήσουμε με μερικές – λίγες μωρέ – λεπτομέρειες. Δώδεκα κομμάτια, ηχογραφημένα στο L.A. με guest εμφανίσεις από τον υπέρτατο Josh Homme των Queens Of The Stone Age, τον ντράμερ του Elvis Costello, Pete Thomas και τον πρώην frontman των Coral, Bill Ryder-Jones. Είναι ένα άλμπουμ για το σεξ, τη σφοδρή επιθυμία, την απογοήτευση, την απομόνωση και το μαστούρωμα. Είναι ένας απόλυτα West Coast δίσκος, που όσο ο ήχος είναι κάπου στα late-90s hip-hop, είναι και στα mid-'70s rock. Και οι στίχοι; Ω, Θεέ μου. Μερικές φορές ακούγονται σα να γράφτηκαν από έναν άνθρωπο με μία αθεράπευτη καύλα που θέλει - ή μάλλον χρειάζεται - να γαμήσει άγρια ​​το σώμα, το μυαλό και την ψυχή μας. Αυτός ο άνθρωπος βέβαια, δεν είναι άλλος από τον Alex Turner, έναν από τους λίγους μουσικούς, νεκρούς και ζωντανούς, που δεν θα ήταν εντελώς γελοίο να περιγράψουμε ως πραγματική μεγαλοφυΐα. 

Θέλοντας λοιπόν να πάρω το αίμα του άλμπουμ πίσω, για το “AM” που όσο αγαπήθηκε, άλλο τόσο μισήθηκε, και για όλες τις φορές που προσπάθησα μέσα σε μία πρόταση – ενώ το αίμα στο κεφάλι μου συγκεντρωνόταν σε ποσότητες που φλέρταραν με τα όρια του εγκεφαλικού - να απαντήσω σε σένα αγαπητέ αναγνώστη, που βροντοφώναξες μία από τις εξής προτάσεις:

  1. Οι Αrctic Monkeys ξεπουλήθηκαν.
  2. Οι Arctic Monkeys έγιναν mainstream.
  3. Οι Arctic Monkeys κυκλοφόρησαν με διαφορά τον χειρότερό τους δίσκο.
  4. Εγώ αγάπησα έναν Alex που κρυβόταν από τις κάμερες και πίσω από τα μαλλιά του, τι είναι αυτά τα ξεφτιλίκια τώρα;
  5. Aυτό είναι πανεύκολο. Το έγραφα και εγώ αν ήθελα μέσα σε 1 ώρα – με διαφορά το χειρότερο

και τέλος πάντων και άλλες διάφορες τέτοιες προτάσεις, γράφω αυτό το άρθρο. 


Το the point λοιπόν! Η πραγματική ερώτηση που θα έπρεπε να γίνεται είναι, πώς ακριβώς το “AM” άφησε άφωνους, τη μάζα - count me in - αλλά και τους κριτικούς – like it or not;
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Υπήρξαν πολλές καινοτομίες στην παραγωγή που έδωσαν στο άλμπουμ τον ιδιαίτερο αυτό μαγνητισμό. Η ενσωμάτωση π.χ. των άτυπων οργάνων, αποτέλεσε μέρος των πειραματισμών των Monkeys, και τους έχουν να κυμαίνονται από τα κλασσικά drum machines, στο guitaret και στα synths. Ίσως το πιο ενδιαφέρον από όλα ήταν ένας πλαστικός ανεμιστήρας Donald Duck στη θέση ενός Ebow. Ίσως από την άλλη να είναι απλά ένα κωμικό γεγονός για να σε καλοπιάσω και να σε κάνω να το δεις με άλλο μάτι. Συνεχίζω λοιπόν. 

Περνώντας από την αίσθηση του γκαράζ των αρχικών χρόνων της μπάντας, το “ΑΜ” ασχολήθηκε κυρίως με το ρυθμό. Πρώτα γράφτηκαν τα μπάσα και τα τύμπανα, με όλα τα υπόλοιπα μέρη να χτίζονται γύρω από αυτόν το ρυθμικό κορμό. Το αποτέλεσμα, ήταν μια εκτός χαρακτήρα hip-hop επιρροή, που προκάλεσε στη μπάντα αρκετή ανησυχία. «Με αυτό τον νέο δίσκο, αναρωτιόμασταν εάν το πήγαμε πολύ μακριά», δήλωσε ο Turner. «Μήπως ακούγεται πάρα πολύ σαν τον Dr. Dre ή κάτι τέτοιο; Στη συνέχεια, θα το παίζαμε σε κάποιον και δεν θα το καταλάβαινε καν αυτό και το κυριότερο θα μπορούσε ακόμα να πει ότι είμαστε εμείς».

Ένα άλλο εντυπωσιακό στοιχείο του “AM” είναι η soul έμπνευση στη στρώση των lead και backing φωνητικών. Πραγματικά, πρέπει να έγινε ρουτίνα για τον Turner να επαναλαμβάνει τα lead φωνητικά του μια οκτάβα πάνω για χάρη του doubling. Ο φίλος Helders από την άλλη, στηρίζει το falsetto του Turner με τo δικό του, επίσης μία οκτάβα πάνω, ενώ ο O'Malley παρείχε ακόμα άλλο ένα στρώμα, μιας οκτάβας κάτω από το αρχικό key. Τo "ooh la la la" outro του Mad Sounds” είναι αναμφισβήτητα το πιο εξαιρετικό παράδειγμα αυτής της φωνητικής γιορτής. Γιατί πραγματικά, μιλάμε για το OPEN POOL PARTARA VOL 18 της φωνητικής. Απλούστερα, απλά αναλογίσου την εξέλιξη και τη δουλειά στη φωνή του Turner από το 2005 μέχρι σήμερα.

Από τον εξοπλισμό μέχρι την τεχνική, τα τραγούδια και τα κρουστά στο “AM αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα της έναρξης της εποχής της καινοτομίας για τους Monkeys. Ένα εντυπωσιακό παράδειγμα, είναι το “Fireside”, για το οποίο ο Helders κατέγραψε για πρώτη φορά ένα τυποποιημένο beat και αργότερα άπλωσε πάνω του ένα αδιάκοπο kick loop. Για αυτό το ιδιαίτερα tribal beat, η μέθοδος του Helders ήταν να χτυπάει το kick drum με ένα ζευγάρι μπαγκέτες – δε σας τα μαθαίνουν αυτά στα ωδεία όμως έτσι; Απορίας άξιο είναι και το ξαφνικό ενδιαφέρον των Monkeys για τα πλήκτρα. Σε αυτή τους τη δουλειά, ασχολήθηκαν όχι μόνο με ένα πιάνο, αλλά και με τη celesta και το synthesizer. Και δε σταμάτησαν εκεί φυσικά, αφού η μπάντα έκανε και μερικούς από τους ήχους της κιθάρας να μιμείται πλήκτρα. Εν ολίγοις, οι διπλασιασμένες γραμμές κιθάρων είναι ανεξέλεγκτες στο “AM”.


Βάζοντας τα τεχνικά κόλπα στην άκρη για λίγο, παρατηρούμε πως μία από τις κυριότερες γοητείες του “ΑΜ” βέβαια, είναι ο φουσκωμένος και ταυτόχρονα ο tongue-in-cheek τρόπος που εκφράζει τις παγκόσμιες εμπειρίες. Πάρτε για παράδειγμα το “I Wanna Be Yours”. To κομμάτι φαίνεται πως απαντά στο ερώτημα του “Do I Wanna Know?”. Αυτό είναι: Όταν έρχεται αντιμέτωπος με την επιλογή ανάμεσα στις ευχάριστες απολαύσεις και τη διαρκή αφοσίωση, ο Turner επιλέγει το τελευταίο. Γλυκούλι, σωστά; Αλλά έπειτα από περαιτέρω επιθεώρηση, δεν είναι τόσο απλό. Το κομμάτι παρουσιάζει στίχους του punk ποιητή John Cooper Clarke από το 1982, το οποίο χρησιμοποιεί τη γλώσσα του εμπορικού χαρακτήρα για να εκφράσει τη βαθύτατη αγάπη. «Το χιούμορ που βλέπετε στην ποίησή του είναι κάτι που νομίζω ότι θα μπορούσαμε να έχουμε στα τραγούδια», δήλωσε ο Turner. «Σε αυτό το σημείο είμαστε πραγματικά ανήσυχοι για το ότι θα μας λάβουν στα σοβαρά υπόψη. Τη στιγμή που σταματάς να βάζεις χιούμορ, εκεί είναι που ανησυχείς ότι θα περάσεις τη γραμμή και δεν θα ληφθείς υπόψη. Ο John περπατά σε αυτή τη γραμμή». Kαι οι Arctic Monkeys όμως περπατούν σε αυτή τη γραμμή αν συμπεριλάβουμε τη δημοτικότητα των singles “Why’d You Only Call Me When You’re High?” και “Do I Wanna Know?”.  Το κλειδί όμως είναι η ισορροπία και, όπως δείχνει το “AM”, η μπάντα έκανε τέχνη την αξιοπρεπή ανάληψη ρίσκου. “Ι wanna be your vacuum cleaner/breath in your dust” τραγουδάει ο Turner, ενώ ένα μοναχικό drum machine τονίζει το κενό του συναισθήματος. Παρόλα αυτά, ακόμα… Το τραγούδι δεν ακούγεται κυνικό. Είναι αυθεντικά συγκινητικό. Το απόλυτο μήνυμα – άραγε οι μελλοντικές γενιές θα έχουν την ικανότητα να αγαπούν τους ανθρώπους, όσο και τα αυτοκίνητά τους, τις κούπες του καφέ τους, τα τηλέφωνά τους - ηχεί τρομακτικά αληθινό στην εποχή μας. Οι Arctic Monkeys αφήνουν αυτές τις σκέψεις να εξασθενίσουν. "Maybe I just wanna be yours", τραγουδάει ο Turner. Ίσως και όχι.

Στο μεταξύ, ο τραγουδιστής και στιχουργός, ξέφυγε από τους στίχους που μιλούσαν για τη νυχτερινή κουλτούρα του indie και προχώρησε σε τραγούδια πιο κομψά, πιο blue-black, πιο σπαραχτικά. Θεματικά, το μεσαίο κομμάτι του άλμπουμ, "No.1 Party Anthem", σκάει σαν μια πιο καρποφόρα λήψη του breakout των Monkeys, "I Bet You Look Good on the Dancefloor", αφού μιλάει για έναν γυναικά, που βρίσκεται στην αναζήτηση λείας του σε ένα υγρό κλαμπ, φτιαγμένο από "lights on the floors and sweat on the walls, cages and poles". Εδώ όμως, αντί να φωνάζει ο ύμνος αυτός, είναι μελαγχολικός. Το πιάνο του, οι ακουστικές πενιές και το αισθηματικό τραγούδισμά του, υποδηλώνουν ότι αυτές οι ημέρες πέρασαν (μαζί με τους 70's Elton John και Rod Stewart). Το περιστρεφόμενο bridge του, συνοψίζει τη σκηνή σε μερικές φράσεις -- "The look of love/ The rush of blood/ The 'she’s with me'/ The Gallic shrug" -- και ακούγεται σαν το οριστικό τέλος στο πιο αξιοσημείωτο ύφος τραγουδοποιίας του Turner

Οπότε, το “ΑΜ”, βγαίνει από τα ιδρωμένα κλαμπ και τα αδυσώπητα φλερτ και μπαίνει στα δωμάτια του ξενοδοχείου, στα after πάρτι και στις κακές αποφάσεις που μπορεί να ακολουθήσουν. Ξέρετε ήδη το “R U Mine?”, το τραγούδι του οποίου ο ήχος ενημέρωσε ολόκληρη τη διαδικασία γραφής και ηχογράφησης και εισήγαγε τον κόσμο στους The Cosmic Opera Melodies Of The Space Choirboys (συγκεκριμένα ο Matt Helders και ο Nick O'Malley κάνουν τα καλύτερο τους falsettos). Ολόκληρη η ουσία του άλμπουμ είναι κομψά συνοψισμένη σε αυτό: "R U mine tomorrow, or just mine tonight?" -- ένας ολόκληρος κόσμος σεξ, αγάπης και επιθυμίας από αυτά που ο Drake θα εκτιμούσε (quick hit text speak). O Turner δεν είναι σίγουρος για το ποιά είναι η απάντηση του ερωτήματος αυτού, με αποτέλεσμα το κεφάλι του να τρέχει στο προαύλιο της κολάσεως καθ’ όλο το LP. Είναι ένας ομολογουμένως ρομαντικός που ζει σε έναν αντι-ρομαντικό κόσμο, και έχει πιάσει το νόημα σε ένα από-πόλη-σε-πόλη, σκυλί-του-δρόμου lifestyle, αλλά έχει βαλθεί να το απωθήσει. Κατά μία έννοια, ο αγώνας του Turner και ο πρόσφατος λαμπερός μετασχηματισμός της μπάντας του σε κάτι από θεούς του rock, θυμίζει την ανάκαμψη – περίπου - των U2 με το “Achtung Baby”, όταν το κουαρτέτο συναλλάχτηκε με βαθειά χρηστότητα για αμαρτία, ρυθμό και δερμάτινα σακάκια. Για τους Monkeys, η χαλάρωση της πρόσδεσης στην αξιοπιστία, μπορεί να είναι απελευθερωτική, επιτρέποντας στη μπάντα να ζήσει τα κλασικά rock όνειρά της: το bop του T. Rex, τα backup vocals των Bee Gees, το R&B των Rolling Stones, και τα τερατώδη riffs των Black Sabbath καθίστανται σύγχρονα σε όλο το “AM” με τη βοήθεια του παραγωγού James Ford. Και για τον Turner ειδικότερα, η αλλαγή αυτή, τον έχει συνδέσει με χορδές από απελπισμένες σκέψεις των 3 μ.μ.: κάποιες ερεθισμένες, μερικές θολές, μερικές τρομακτικές.


Δύο από τα πιο ύπουλα και καλύτερα κομμάτια του άλμπουμ, έχουν τον Turner να ακούγεται ελαφρώς σαν λύκος, σαν έναν αμήχανο θηρευτή που συγχέει τη λαγνεία με τη λαχτάρα. "I dreamt about you nearly every night this week", νιαουρίζει στο κομμάτι που ανοίγει και τον δίσκο, το "Do I Wanna Know?", το οποίο κυλάει αργά προς τα εμπρός ξεκινώντας με ένα αργό τριαξονικό παλαμάκι, ένα χτύπημα ποδιού και ένα πανέξυπνο riff του κιθαρίστα Jamie Cook με το queen-size beat του Helders. To "Knee Socks" από την άλλη, μιλάει για μια χειμερινή συνάντηση που κλιμακώνεται με τα μελοδραματικά guest φωνητικά του Josh Homme των Queens Of The Stone Age, προσθέτοντας ένα στοιχειωμένο, αγωνιώδη ουρλιαχτό σε ένα Destiny's Child στυλ breakdown – που εδώ που τα λέμε, θα μπορούσε να έχει χρησιμοποιήσει μερικό από το groove του “AM” για το βραδυκίνητο  “…Like Clockwork” της ίδιας χρονιάς. Ενώ το “Humbug”, που ήταν παραγωγή Homme, το 2009 έκανε τους Arctic Monkeys να δοκιμάζουν την βαρύτητα των QOTSA με επιτυχία, το “ΑΜ” ενσωματώνει τις επιρροές της πληρέστερα και κάποιες φορές, χτυπώντας τον Homme στο ίδιο του το παιχνίδι.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του δίσκου, δεν μπορείτε να ξεφύγετε από την παρουσία του Lennon, ειδικότερα στο “Arabella”, τον ακρογωνιαίο λίθο του άλμπουμ, όπου ο Dre συγκρούεται με τους Sabbath, με την κομψότητα ενός καψουρωμένου μεθυσμένου, σε ένα χαμένο Σαββατοκύριακο. To λογοπαίγνιο του Alex αντικατοπτρίζει το σουρεαλισμό του “I Am The Walrus” ή του “Come Together”, ανακοινώνοντας ότι “Arabella’s got some interstellagator skin boots/And a helter-skelter around her little finger and I ride it endlessly” λίγο πριν συγκρουστεί με μια φωνητική παράδοση που ήρθε κατευθείαν από το chorus του Stand By Me” του Lennon στο "Old Grey Whistle Test" το 1975. Σύμφωνα με τις επιρροές του δίσκου, υπάρχει μία μυρωδιά από Eminem στον τρόπο που ξετυλίγει αυτές τις επιμήκεις προτάσεις του σε μερικές μόνο γραμμές μελωδίας, βρίσκοντας ρίμες στη μέση των γραμμών, όπου λιγότερο ταλαντούχοι τραγουδοποιοί δε θα σκέφτονταν καν να κοιτάξουν. Μιλώντας για τον Lennon, ο Alex εξήγησε πόσο δύσκολο βρήκε να προσπαθεί να γράψει με τέτοιο τρόπο: «Είναι όλο ένα μπέρδεμα, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Σου ζωγραφίζει μια εικόνα και σε βάζει σε αυτό το μέρος. Έχει έναν τρόπο να σε οδηγεί κάπου με αυτές τις ασυνήθιστες λέξεις, που από τη μία δεν βγάζουν νόημα, αλλά από την άλλη βγάζουν τέλειο νόημα». Ε, εδώ, το πέτυχε! Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι είναι οι αγαπημένοι στίχοι του Alex στο άλμπουμ, αλλά δεν είναι και οι καλύτεροι.


Η μοναδική παρηγοριά που βρέθηκε σε αυτό το παρανοϊκό και στοιχειωμένο άλμπουμ, βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην εκλεκτική του μουσική και στην ιδέα της ίδιας της μουσικής. Μιλάμε για το πιο ελπιδοφόρο τραγούδι του “AM”, το μοναδικό που σε έκανε να πεις «ε, εντάξει, ρε παιδί μου, λίγη υπομονή ακόμα και ου λα λα σα μπουπ», το "Mad Sounds". Εδώ που τα λέμε, είναι μια επίπονα ειλικρινή μπαλάντα που επιστρατεύει μελωδία, γυρίσματα και "oh la las" για να επιβεβαιώσει τη δύναμη της μελωδίας, των γυρισμάτων και των "oh la las". Εκτός όλων των άλλων, είναι και αυτό που παίζει με την αγνότερη ερμηνεία των Rorschach ημιτόνων τα οποία κοσμούν  το εξώφυλλο του “AM”, που - ανάλογα με την πλεονεκτική θέση ή τη διάθεσή σας - θα μπορούσαν επίσης να ερμηνευτούν ως γυαλιά ηλίου ή ίσως ένα μπικίνι τοπ.


Όσο για τα υπόλοιπα, στο “Why’d You Only Call Me When You’re High?”, τα τύμπανα του Helders δεν έχουν ξαναματαδεί τόσο hip-hop να απαντάει στο μεθυσμένο booty call του Alex, το “One For The Road με το πιο σέξυ και ορμητικό R & B chorus -- So we all go back to yours and you sit and talk to me on the floor/There’s no need to show me round, baby, I feel like I’ve been here before” -- το “Fireside” (με τη συμβολή του Bill Ryder-Jones) καλπάζει με έναν mariachi ρυθμό, σέρνοντας την επιρροή της ερήμου πίσω στην πόλη και το “Snap Out Of It” στροβιλίζεται με τέτοια ορχηστρική ένταση, που μάλλον ξέφυγε από τον δεύτερο δίσκο των The Last Shadow Puppets.

Και κάπου εδώ ήρθε η σημαντικότερη δήλωση του άρθρου. Αν οι Arctic Monkeys δεν είχαν περιπλανηθεί στην έρημο με τον Josh Homme για να ηχογραφήσουν το “Humbug” το 2009, δεν θα μπορούσαν ποτέ να έχουν γράψει το AM”. Το “Humbug” ήταν τόσο όσο, για να ανατρέψει τις εντυπώσεις των ανθρώπων ως προς την ταυτότητα του συγκροτήματος, μιας και ήταν ένα άλμπουμ που το κέρδισε από μόνο του. Ήταν μια απόρριψη του δέρματος, μια πτώση των όρχεων, όπου τα riffs έγιναν βαριά και τα αγόρια έγιναν άνδρες. Αλλά το σημαντικότερο, καταδίκασε την πρώτη ενσάρκωση των Arctic Monkeys – οι γεμάτοι ζωή έφηβοι εξυπνάκηδες που τα γνωρίζουν όλα, με τα hits που ξεχειλίζουν από τις τσέπες των φαρδιών παντελονιών τους - σε έναν ρηχό τάφο στην άμμο. Το “Humbug” ήταν η πρώτη εξέλιξη των Monkeys, το “AM” η δεύτερη, το οποίο με έναν εντελώς διεστραμμένο τρόπο κάνει το αριστουργηματικό “Suck It And See” του 2011, το πιο ασήμαντο άλμπουμ στην ιστορία της μπάντας. Είναι μια συναρπαστική, βαρέων βαρών συμβολή, από τον άνθρωπο που πολλοί πίστεψαν αρχικά ότι είχε καταστρέψει τους Arctic Monkeys με την επιρροή του, αλλά η ιστορία θα τον θυμάται ως τον άνθρωπο που τους βοήθησε να γίνουν θεοί.

Οπότε ναι, κοιτάξτε το σκορ, ακούστε το δίσκο, και βασιλέψτε στη δόξα του να γνωρίζετε ότι ενώ αυτό μπορεί να είναι το κεφάλαιο νούμερο 5 της πλήρους ιστορίας, είναι η πρώτη πράξη της πραγματικής χρυσής εποχής.


 

 
*If you liked this, check also this: Γιατί Εμίσησα Εντέλει τους Arctic Monkeys
 
Σχετικα Αρθρα
ypogeio.gr
Album Stories (21)
Καλλιθέα
Φοίβος Δεληβοριάς
(12/11/2017)
ypogeio.gr
Album Stories (20)
His 'n' Hers
Pulp.
(10/11/2017)
ypogeio.gr
Album Stories (11)
The Age Of The Understatement
The Last Shadow Puppets
(10/05/2017)
ypogeio.gr
The Song Diaries (31)
Κάπου Την Έχουμε Πατήσει
Λουκιανός Κηλαηδόνης
(28/06/2017)