Είναι οι Kasabian Φλώροι;

Ε, όχι. Προφανώς και δεν είναι οι φλώροι οι Kasabian. Απλά το αναφέρω στον τίτλο έτσι ξερά και ιντριγκαδόρικα, διότι έχω διαβάσει και ακούσει πλειστάκις αυτόν το χαρακτηρισμό για την Βρετανική μπάντα από το Leicester. Τον έχω χρεωθεί κι εγώ προσωπικά μάλιστα, επειδή τους άκουγα μανιωδώς και εμμονικώς πριν κάτι χρόνια. Αν θες τη γνώμη μου για το τι είναι οι Kasabian, θα σου πω αμέσως και χωρίς τον παραμικρό δισταγμό: Μπαντάρα είναι, ένα από τα καλύτερα και πιο τίμια mainstream μουσικά συγκροτήματα των τελευταίων 10 χρόνων στο παγκόσμιο μουσικό στερέωμα. Μην κοιτάς που στο νέο Υπόγειο είναι η πρώτη φορά που βλέπεις και διαβάζεις το όνομά τους - στο παλιό Basement τα lads είχαν την τιμητική τους, μισή κουβέντα να έβγαζε απ'το στόμα του ο Serge ή ο Tom κι εγώ έτρεχα να προλάβω να το ποστάρω πρώτος (στον κόσμο!) στα news. Μην ξεχνάς επίσης πως τα μέλη της ομάδας του Υπογείου υπήρξαμε οι επίσημοι ιδρυτές του Ελληνικού Kasabian Fan Club πίσω στο μακρινό 2012 κι έχουμε στην πλάτη μας και τρία επικά πάρτυ. Ο λόγος που στο Υπόγειο δεν είχες δει ή διαβάσει ποτέ ως τώρα κάτι γι'αυτούς συνοψίζεται σε τέσσερις αριθμούς: 48:13. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή...

Απ’την αρχή, σαν να λέμε δηλαδή το μακρινό 1997, όταν ο 17χρονος Βρετανός κιθαρίστας με ιταλικές ρίζες Sergio Pizzorno, ιδρύει μαζί με τον συμμαθητή του μπασίστα Chris Edwards ένα ροκ συγκρότημα με το όνομα Saracuse. Στα φωνητικά επιστρατεύουν τον κατά ένα χρόνο μικρότερό τους Tom Meighan. Κριτήριο της προσληψής του το γεγονός πως στα διαλείμματα στο σχολείο κι ενώ έπαιζε ποδόσφαιρο, τραγουδούσε (δυνατά και βροντερά) Oasis... H νεοσύστατη μπάντα ξεκινάει πρόβες στα Bedrock Studios του Leicester, όπου ο Edwards δούλευε σαν ηχολήπτης. Ο δαιμόνιος και ιδιοφυής πληκτράς Chris Karloff προστίθεται στο line up και αναλαμβάνει μάλιστα και χρέη songwriter. Στις 20 Δεκεμβρίου 1998, στo πάρτυ των 18ων γενέθλια του Edwards στο Vipers Rugby Club, χρονολογείται το πρώτο live της μπάντας, ενώ έναν χρόνο μετά, στις 24 Δεκεμβρίου 1999, έχουμε και το πρώτο τους demo, το οποίο περιείχε 3 κομμάτια: What’s Going On?, Life Of Luxury, Shine On. Λίγο αργότερα, και με ιδέα του Karloff, η μπάντα μετονομάζεται σε Kasabian, ένα κοινό Αρμένικο επώνυμο, το οποίο όμως είχε και η getaway οδηγός του διαβόητου Αμερικανού serial killer Charles Manson.

Ο τελευταίος που προστέθηκε στο line up της μπάντας ήταν ο ντράμερ Ash Hannis, ο οποίος αποχώρησε το 2004, λίγο πριν οι Kasabian κυκλοφορήσουν το ντεμπούτο τους. Το ντεμπούτο τους. Self-titled. Σεπτέμβριος 2004. Τότε, εγώ μόλις είχα γίνει 28 χρονών και μόλις είχα ζήσει το ένδοξο Καλοκαίρι του Euro και των Ολυμπιακών Αγώνων. Γυρνώντας ένα βράδυ απ’τη δουλειά, συνάντησα στο λεωφορείο μία πρώην φίλη μου και κοπέλα μου, με την οποία είχαμε απείρως ψυχρανθεί (τώρα που το ξανασκέφτομαι εγώ φταίω) και δεν είχα δει για κάνα χρόνο. Πήγα προς το μέρος της με αμηχανία και πριν προλάβω να της πω τίποτα μου έβαλε στα αυτιά τα ακουστικά από το discman της (ναι, εκείνο το early zeroes σούπερ μηχάνημα από το οποίο ακούγαμε μουσική πριν τα i-pod και εντέλει τα κινητά) και μου είπε ξερά “Άκου. Μόλις βγήκε”. Μέχρι να φτάσει η στάση που έπρεπε να κατέβω πρόλαβα να ακούσω το Club Foot και το μισό Processed Beats, αλλά κατάλαβα πως είχα μόλις βρει την επόμενη αγαπημένη μου μπάντα. Μια χαρά τα πήγαν και οι Kasabian με το ντεμπούτο τους, πώς να γινόταν και διαφορετικά άλλωστε με τέτοια δισκάρα που έβγαλαν, 13 κομμάτια - το ένα καλύτερο απ’το άλλο. Indie madchester-ίζοντα anthems, ηλεκτρονικά μπλουζ, british ψυχεδέλεια και δεν συμμαζεύεται... Η Αγγλία (ξανα)ζει! Στις πρώτες συναυλίες που ακολουθούν την κυκλοφορία του δίσκου, ο ντράμερ Ian Matthews προστίθεται στο line up της μπάντας και τον βρίσκεις εκεί, πίσω από τα τύμπανα και τα πιατίνια του, ακόμα και σήμερα. 
(Kasabian, 2004 - 8,5/10)

Περνάνε 2 χρόνια και οι Kasabian μπαίνουν στο στούντιο για το δεύτερο δίσκο τους. Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων απομακρύνεται ο Karloff -τον διώχνουν δηλαδη- λόγω καλλιτεχνικών διαφορών. Είχε προλάβει να βάλει το (δημιουργικότατο και υπερεμπνευσμένο είναι η αλήθεια) χεράκι του σε τρία κομμάτια (Empire, By My Side, Stuntman). Ο Chris μετακομίζει ξενερωμένος στη Νέα Υόρκη και εκεί ιδρύει τη νέα μπάντα του Black Onasssis. Το 2013 και λίγο πριν την κυκλοφορία του πρώτου δίσκου τους, ο Karloff δίνει τη δική του εκδοχή για την απομάκρυνσή του από τους Kasabian: “Ήταν μια κλωτσιά στ’αρχίδια. Πραγματικά πόνεσε. Με έδιωξαν κακήν κακώς...”. Ένα χρόνο αργοτερα, σε άλλη συνέντευξη, ακούγεται πιο χαλαρός και ήρεμος: “Είναι αυτό που είχε ειπωθεί τότε: Καλλιτεχνικές διαφορές, διαφορές αρκετά βαθιές. Με τα παιδιά δεν μιλάω πια, κάνουν αυτό που κάνουν, κάνω κι εγω αυτό που κάνω και προχωράω”.  

Όπως και να χει, οι Kasabian ηχογραφούν το δεύτερο άλμπουμ τους και το ονομάζουν Empire. Είναι καλό και σε κάποιες στιγμές εντυπωσιακό, έχει όμως και τις “κοιλιές” του... Είναι εκεί η μαγική opening δυάδα (το ομώνυμο Empire και το εμβληματικό Shoot The Runner), αλλά και ένα από τα καλύτερα τραγούδια που έχουν γράψει ποτέ, το Doberman. Και υπάρχουν κι άλλα όμορφα τραγούδια (Me Plus One, By My Side), αλλά αν το κρίνεις συνολικά και με το χέρι στην καρδιά, είναι ξεκάθαρο πως η φυγή του Karloff μπέρδεψε και αναστάτωσε το όλο πακέτο, ο δίσκος είναι κάπως άνισος και ασταθής. Οι ασύλληπτες για ακόμα μία φορά ερμηνείες του Meighan δεν απογειώνουν την κατάσταση...
(Empire, 2006 - 7/10)

Η συνέχεια βρίσκει τον Pizzorno απόλυτο “αφεντικό” της μπάντας στο κομμάτι της σύνθεσης και του στίχου. Με τα κλειδιά του μαγαζιού ανά χείρας, ξεκινάει να γράφει τον τρίτο δίσκο. Εγώ, κι ενόσω οι δύο πρώτοι δίσκοι κάνουν ένα ανελέητο build up μέσα μου σε σημείο που οι Kasabian γίνονται η νέα μου αγαπημένη indie μπάντα, ως γνήσιος πια Karloff-ικός, κρατάω μικρό καλάθι και -για να πω την πάσα αλήθεια- είμαι έτοιμος να...απογοητευτώ και να φτυαρίσω αλύπητα τον Serge που σχεδόν φασιστικά απόμακρυνε τον ήρωά μου Karloff. Ο Pizzorno όμως, ωσάν γνήσιος Ιταλός μαφιόζος, μού την έφερε για τα καλά.

Τον Ιούνιο του 2009 οι Kasabian κυκλοφορούν το West Ryder Pauper Lunatic Asylum. Με θυμάμαι ακόμα να ανοίγω το cd και να το τοποθετώ στον player και να παθαίνω το ένα σοκ μετά το άλλο. Δεν υπάρχει κομμάτι που δεν είναι καλό εκεί μέσα, απλώς υπάρχουν οι καθηλωτικοί κράχτες, αυτά που σε εντυπωσιάζουν με το πρώτο άκουσμα, αλλά και τα βραδυφλεγή διαμάντια, αυτά που σου “γυαλίζουν” κι εντέλει σε στοιχειώνουν με λίγα παραπάνω ακούσματα. Στην πρώτη κατηγορία τοποθετώ προφανώς το Underdog, το Where Did All The Love Go?, το Fast Fuse, τον Vlad (The Impaler) και φυσικά του υπερ-hit Fire. Στη δεύτερη τα Swarfiga, Take Aim, Thick As Thieves, West Ryder Silver Bullet, Ladies And Gentlemen (Roll The Dice), Secret Alphabets και Happiness. Και, ναι, καλά το υποψιάστηκες, έγραψα όλο το tracklist του δίσκου, διότι πραγματικά τον θεωρώ σχεδόν αψεγάδιαστο. Ο Pizzorno έγραψε ένα concept θαύμα, ο Meighan το τράγούδησε με τον τρόπο που αρμόζει σε ένα τέτοιο έπος (ως επί το πλείστον, μερικά κομμάτια ερμηνεύει και ο ίδιος ο Serge), ενώ ο Matthews και ο Edwards παίζουν παπάδες. Το ίδιο και ο κιθαρίστας Jay Mehler, ο οποίος είχε ενσωματωθεί στο line up της μπάντας το 2006, λίγο μετά τη φυγή του Karloff. Ειδική μνεία και στον παραγωγό Dan The Automator, ο οποίος συνεργάστηκε για πρώτη φορά με την μπάντα και -κατά τη γνώμη μου- κατάφερε να αποδώσει και στην ουσία να “γεννήσει” τον απόλυτο Kasabian ήχο. 
(West Ryder Pauper Lunatic Asylum, 2009 - 9/10). 



Το Δεκέμβριο, με ανυπομονησία περίμενα τις λίστες με τους δίσκους της χρονιάς και της δεκαετίας, για να δω πού θα είναι το West Ryder. Πουθενά. Ούτε στα διεθνή, ούτε στα εγχώρια μέσα. Κανένας δίσκος και κανένα κομμάτι των Kasabian δεν ήταν πουθενά, σε καμία λίστα. Περίεργο μού είχε φανεί. Και δεν μιλάω για 10άδες κλπ, οκ, μιλάω για 50άδες και βάλε. Ουδόλως φυσικά το προαναφερθέν γεγονός αποδυνάμωσε την Kasabian-ίτιδα που με είχε πια χτυπήσει για τα καλά... Ο ιός με ευκολία μεταδόθηκε και στους φίλους μου κι έτσι το Φλεβάρη του 2010 κάναμε μία σχεδόν μονοήμερη εξόρμηση στο Μιλάνο για να δούμε τα lads live στο ηρωικό Alcatraz. Εγώ, η Κλαίρη, ο Ψηλός, ο Bro, η Old Mary, o Mammoth, o Tony και ο θρυλικός Πετράν. Ήταν και ο Φάνης εκεί, δίπλα μας, αλλά τότε δεν τον ξέραμε... 

Το live στο Alcatraz ήταν οριακό για τους Kasabian και νιώθω τυχερός που το έζησα. Παίζει να ήταν το τελευταίο που έκαναν σε μικρό κλειστό χώρο, παίζει να ήταν το τελευταίο που έκαναν μπροστά σε μικρό σχετικά κοινό, πριν μεταμορφωθούν σε μία καθώς πρέπει mainstream arena band. Κι αυτό δεν το λέω χιψτερικά, ξέρεις του στιλ “φίλε έχω δει τους Kasabian πριν γίνουν γνωστοί, φίλε έπαιζες μπάλα στο venue, τώρα έχουν χαλάσει, πάει και η κουτσή Μαρία!”... Όχι, φυσικά και δεν το λέω έτσι, το λέω καθαρά για το πόσο απολαυστικός ήταν ο ήχος, για το πόσο γαμάτα ήταν να είμαι τόσο κοντά στη σκηνή χωρίς να με σπρώχνουν, για το πόσο κυριλέ και άνετα πηγαινοερχόμουν στην μπάρα και φυσικά για το πόσο έκλαψα όταν έπαιξαν το Doberman (δεν το έχουν ξαναπαίξει -ολόκληρο- από εκείνη την περιοδεία κι έπειτα).

Λίγο αργότερα, το Νοέμβριο του 2010, τα lads απ’το Leicester σταματάνε την περιοδεία τους και αγκυροβολούν στη μαμά Βρετανία ετοιμάζοντας τον 4ο δίσκο τους. Ο Dan The Automator αναλαμβάνει πάλι χρέη παραγωγού. Εμείς εδώ στο Υπόγειο, ανυπομονούσαμε ακούγοντας ασταμάτητα τα πρώτα τρία άλμπουμ... Λίγο πριν τα Χριστούγεννα, ο...Άγιος Βασίλης μας έφερε δώρο το αριστουργηματικό La Fee Verte, τότε με το όνομα Green Fairy, από το soundtrack της ταινίας London Boulevard. Πολλά ριπίτ. Τον Ιούνιο του 2011, μας δίνουν το Prodigy-ίζον καθηλωτικό Switchblade Smiles και λίγο αργότερα, στις 22 Ιουλίου ανεβάζουν στο Youtube το Days Are Forgotten. Η συγκεκριμένη ημερομηνία με είχε βρει σε διακοπές στην Ανάβυσσο. Ήταν απόγευμα κι έπινα μια μπίρα στο μπαλκόνι. Χτύπησε το κινητό μου και ήταν ο Mammoth (ο Νίκος) και μου λέει: “Άκου ρε φίλε, άκου τι έβγαλαν τα παιδιά!”. Κι έτσι άκουσα πρώτη φορά στη ζωή μου το Days Are Forgotten, απ’το ακουστικό του κινητού μου. 

Το Days Are Forgotten είναι ένα indie anthem μεγατόνων και μία χιτάρα ολκής. Το ότι τώρα που γράφω αυτές τις λέξεις εν έτει 2016 παίζει να το έχεις βαρεθεί (ως και σιχαθεί) σε σημείο που να μην μπορείς να το ακούσεις, σε καταλαβαίνω, το ίδιο συμβαίνει και σε μένα. Το λιώσαμε το κομμάτι, κι εμείς κι άλλα 2 εκατομμύρια μπαρ, 4 εκατομμύρια καφετέριες και 20.000 ραδιοφωνικοί σταθμοί ανά τον κόσμο. That’s pop, you know... To Days Are Forgotten ήταν ο καταλύτης που έψαχναν οι Kasabian (ναι, το έψαχναν) για να αλλάξουν πίστα, να περάσουν από το indie στο anthem arena rock.

(Πολύ) λίγο πριν βγει ο δίσκος, το Υπόγειο εξορμά για δεύτερη φορά στην Ιταλία, Bologna αυτή τη φορά, για να δει Kasabian μαζί με Arctic Monkeys. 3 Σεπτεμβρίου 2011. Λίγο λιγότεροι σε σχέση με την προηγούμενη φορά: Εγώ, Ψηλός, Bro, Old Mary, Mammoth, Tony. To ταξίδι ήταν τεράστιο και γεμάτο αναποδιές. Φτάνοντας πρώτα στο αεροδρόμιο του Μιλάνο με 6 ώρες καθυστέρηση, συνέβη το εξής: ένας τύπος με ρώτησε αν είμαι Έλληνας, του είπα ναι κι ύστερα μου ζήτησε ένα τσιγάρο (το είχε κόψει εκείνη την εποχή τρομάρα του). Του έδωσα. Μιλήσαμε λίγο και ανακαλύψαμε πως φύγαμε από την Ελλάδα με τον ίδιο προορισμό: Parco Nord, Bologna, για να δούμε Kasabian και Monkeys. Συστηθήκαμε με χειραψία: “Μιχάλης”. “Φάνης”. Ναι, ήταν ο Φάνης, ο Φάνης που ήταν μόνος του με κάτι Ιταλούς δίπλα μας σχεδόν πριν 1 1/2 χρόνο στο Alcatraz... O Φάνης που τώρα πια είμαστε κολλητοί και κάνουμε μαζι εκπομπές. Του γνώρισα και την υπόλοιπη παρέα, μας γνώρισε και τον Γιώργο. Χαιρετηθήκαμε και είπαμε θα τα πούμε στο live το επόμενο απόγευμα.

Εμείς φτάσαμε εκεί με την ψυχή στο στόμα και με 4 ώρες ύπνο, δεν έχει νόημα να περιγράψω πόσα στραβά μας συνέβησαν σε εκείνο το ταξίδι. Ίσως και να έχει, μα δεν είναι της ώρας. Τον Φάνη δεν τον βρήκαμε, τον Tony τον χάσαμε, μας πήρε τηλέφωνο από το κινητό ενός Ιταλού, δώσαμε ραντεβού στα ασθενοφόρα πίσω από τον ηχολήπτη, τον βρήκαμε, μετά χάσαμε τον έλεγχο μαζικά, κατούρησα ανάμεσα σε ένα σμήνος από χιλιάδες Ιταλίδες σφήκες, είδαμε για πρωτη φορά και τον Alex με το κοκοράκι του και τις σένιες μυτερές μπότες του, περάσαμε απέναντι ένα δύσκολο δρόμο ταχείας κυκλοφορίας, πήραμε Ιταλικό ραδιοταξί αλλά δεν θυμάμαι πώς, στο ραδιόφωνο έπαιζε Days Are Forgotten, γυρίσαμε στο ξενοδοχείο και άκουγα με τον Tony Σιδηρόπουλο (!) στο youtube...

Ο τέταρτος δίσκος των Kasabian κυκλοφόρησε επίσημα στις 16 Σεπτεμβρίου 2011 και ονομάστηκε ‘Velociraptor’ (= γένος δρομεοσαυρίδη θηριόποδου δεινόσαυρου που έζησε, κατά προσέγγιση πριν από 75 με 71 εκατομμύρια χρόνια, κατά τη διάρκεια τηςΎστερης Κρητιδικής Περιόδου.) . Είχε leak-άρει όμως μια βδομάδα πριν κι έτσι στο πάρτυ του γιου μου που τότε έκλεινε τα 3 του χρόνια τον ακούγαμε στη διαπασών επί τρεις ώρες με αποτέλεσμα να καούν τα τουιτεράκια μου. Ο δίσκος είχε την εξαρχής δύσκολη αποστολή να διαδεχθεί το αριστουργηματικό West Ryder. Γι'αυτό και είχα ξεκαθαρίσει με τον εαυτό μου πως δεν θα μπω στο τριπάκι να τα συγκρίνω. Δεν τα κατάφερα. Παρόλα αυτά, το 4o άλμπουμ των Kasabian στάθηκε στο ύψος του και έβγαλε απ’τα αυλάκια του τη δική του ξεχωριστή ταυτότητα: Με κράχτες τα upbeat και πιασάρικα Days Are Forgotten, Switchblade Smiles, Re-Wired και Man Of Simple Pleasures σε έπαιρνε τσαμπουκαλίδικα απ’το χεράκι για να σε μυήσει στη μαγεία του opening track Let’s Roll Like We Used To (το bromance Pizzorno-Meighan σε όλο του το μεγαλείο), στο ζόφο και στο σκοτάδι του La Fee Verte (το επίσημο εντέλει όνομα του Green Fairy που ανάφερα πριν), στο μυστηριακό φαντασματικό κόσμο του I Hear Voices και στο γεμάτο ατμούς και απαγορευμένους καπνούς του Acid Turkish Bar. To ομώνυμο σκαλωματικό Velociraptor τα κάνει μούσκεμα στο ρεφρέν, ενώ το ending track Neon Noon είναι σκέτη ομορφιά μα κάτι του λείπει... Άφησα τελευταίο το Goodbye Kiss γιατί είναι μια κατηγορία μόνο του. Πόσο φλωριά! Αλλά πόσες φορές το χω τραγουδήσει γκαρίζοντας και ξεχνώντας τους στίχους με τον Tony βουρκωμένος; Κάτι έχει το άτιμο και με κολλάει. Ξέρω τι: τη μελωδία και τη φωνάρα του Tom...
(Velociraptor, 2011 - 8/10)

Οι μήνες που ακολουθούν εκτοξεύουν τους Kasabian στους ουρανούς της απόλυτης δόξας, του χρήματος και της χλιδής (που έλεγε και ο Παύλος ο Παυλίδης εν έτει 1994). Παίζουν ασταμάτητα live μπροστά σε κόσμο που συνήθως έχει πενταψήφιο νούμερο. Εμείς στο Υπόγειο συνεχίζουμε να υποφέρουμε απ’τον ιό, ο οποίος με κάποιο τρόπο -το νιώθουμε- πρέπει κάπως να μεταλλαχθεί, να αλλάξει μορφή, να γίνει κάτι μεγαλύτερο, μας πνίγει πια, πρέπει να τον επικοινωνήσουμε ακόμα περισσότερο, πρέπει να διαιρεθεί και να πάει και αλλού, το Υπόγειο δεν αντέχει πια μόνο του, σπάνε τα ταβάνια του. Με αυτό στο ασυνείδητό του, θεωρώ εγώ, το Γενάρη του 2012 ο αδερφός μου ξεκινάει τα mail-ικά πάρε-δώσε με μία από τις πολλές (όπως αποδείχτηκε αργότερα) manager των Kasabian, με σκοπό να ιδρύσουμε το πρώτο και επίσημο Greek Kasabian Fan Club. Έγινε κι αυτο. Και μια βδομάδα αργότερα αφού “χριστήκαμε” και επίσημα εκπρόσωποι των Kasabian στην Ψωροκώσταινα, η μπάντα ανακοίνωσε την πρώτη της επίσκεψη στη χώρα μας για συναυλία! Τυχαίο; Δε νομίζω... :) Οκέι, εντελώς τυχαίο ήτανε, αλλά η ευτυχία μας εδώ κάτω στην Υπόγα είχε βαρέσει κόκκινα.

Ήμασταν εκεί σύσσωμοι, 27 Ιουνίου 2012 στην Πλατεία Νερού, 30 άτομα, με τα φλώρικα γαλάζια Kasabian μπλουζάκια μας να ξεχωρίζουν, “σημαδούρες” για να μας βρουν και τα υπόλοιπα “kasabian-άκια”. Και μας βρήκαν: η Βερόνικα, η Δήμητρα, η Μαρία, η Άμυ, η Ευγενία, η Έλσα, ο Γιώργος, ο Στέφανος, ο Θοδωρής και ο Παύλος. Και πολλοί άλλοι που δεν θυμάμαι, δεν ξεχνάω όμως που τσουγκράγαμε και χορεύαμε τραγουδώντας. Μετά καπάκι κάναμε πάρτυ. Το πρώτο Kasabian Fan Club Party. Ήμασταν λίγοι , εκλεκτοί και τυχεροί (που έλεγε και ο Γιάννης ο Αγγελάκας εν έτει 1985). Και πολύ κουρασμένοι. Πτώματα. Κάναμε και άλλα δύο. Με περισσότερο κόσμο και πιο οργανωμένοι και πιο ξεκούραστοι. Παρόλα αυτά, δεν έχω ευχαριστηθεί ακόμα κάποιο από αυτά πολύ και όσο θα ήθελα, πάντα κάτι μου λείπει και κάτι μου φταίει, θέλω ένα 4ο που θα είναι ακριβώς όπως το ονειρεύομαι και οραματίζομαι ολα αυτά τα χρόνια. Θα γίνει. :)

Τα lads στο μεταξύ συνέχισαν την ξέφρενη πορεία τους προς τις ατσούμπαλες και επικίνδυνες κορυφογραμμές του (υπέρ) mainstream. Συνέχισαν να βγάζουν...το ψωμί τους κάνοντας άπειρα live σε όλον τον κόσμο, τον όργωσαν απ’άκρη σ’άκρη μεταδίδοντας το Kasabian movement. Φτάνοντας πια στο Μάρτιο του 2013, ανακοινώνουν πως ο (τίμιος, παιχταράς και σημαντικότατος για την μπάντα) κιθαρίστας τους Jay Mehler αποχωρεί για να πάει στους Beady Eye του Liam Gallagher (ο οποίος σημειωτέον 2 χρόνια πριν είχε αυτοπροταθεί στους Kasabian με “χυλοπιτικά” αποτελέσματα). Αντικαταστάτης του Mehler, o κύριος Tim Carter, βοηθός και δεξί χέρι του παραγωγού των Kasabian Dan The Automator. To Νοέμβριο του 2013 ανακοινώνουν πως είναι σχεδόν έτοιμοι για την κυκλοφορία του 5ου δίσκου τους. Λίγο αργότερα, στις αρχές του 2014 μαθαίνουμε πως θα ξαναέρθουν στην Ελλάδα, πάλι για το Ejekt, στις 25 Ιουνίου. Πέταγα...

Ο νέος τους δίσκος κυκλοφόρησε λίγες μέρες πριν το live, στις 6 Ιουνίου. Ονομάστηκε 48:13 (σ.σ. η συνολική διάρκεια του άλμπουμ) και ήταν μούφα. Κακός, πώς να το πω; Χάλια. Καταρχήν, να πω πως όταν άκουσα πρώτη φορά το Eez-Eh, το single που προλόγισε το άλμπουμ 1 μήνα πριν την επίσημη κυκλοφορία του, δυσκολεύτηκα να καταλάβω πως είναι Kasabian, νόμιζα πως είναι αυτές οι κλασικές απάτες που άσχετες μπάντες ανεβάζουν τα κομμάτια τους με το όνομα διάσημων συγκροτημάτων για να τραβήξουν views. Οκεί, πείστηκα πως είναι Kasabian, με τα πολλά λικνίστηκα κι εγώ στον...ξέφρενο και κάπως αλλοπρόσαλο ρυθμό αυτού του μετριότατου και -στην καλύτερη- αδιάφορου κομματιού και περίμενα ολόκληρο το δίσκο. Ήρθε λίγο μετά και το ξαναλέω: είναι χάλια. Έχει κομμάτια που δεν ακούγονται δεύτερη φορά, κάποια εντελώς αδιάφορα και 4-5 που ξεχωρίζουν και ενδεχομένως θα έβαζα σε μια 90αρα TDK που θα ονόμαζα “Best Of Kasabian”: Bumblebeee, Stevie, Glass, Explodes και Levitation. Τα τέσσερα πρώτα είναι απλά καλά, το Levitation είναι το αριστούργημα, το οποίο όμως έχει διάρκεια 1 λεπτό και 19 δευτερόλεπτα... Φίλε, Serge, το παράκανες: έφυγε ο Karloff κι έγινες ο μόνος στιχουργός και songwriter, στη συνέχεια δειλά-δειλά άρχισες να παίρνεις μικρόφωνο και να τραγουδάς, εδώ -στο 48:13- λες σχεδόν τα μισά κομμάτια και ανέλαβες και την παραγωγή. Πάει και ο Dan (The Automator). Φίλε, Serge, χαλάρωσε και μην τα κάνεις όλα μόνος σου. Ναι, Serge, είσαι μεγαλοφυής και γεμάτος ιδέες, αλλά δεν ακούγαμε 10 χρόνια Sergio Pizzorno and co., Kasabian ακούγαμε. Πάω στοίχημα πως αυτόν το δίσκο τον έγραψες και τον έφτιαξες μόνος σου στο σπίτι σου (ναι, εκεί που έγραψες και βιντεοσκόπησες το γαμάτο Narcotic Farm) και μετά πήγες στους άλλους και τους είπες κάτι του στιλ “αυτό είναι, πάμε να τον γράψουμε όλοι μαζι”. Όχι. Τσου, που λέει και ο Φάνης όταν κάτι δεν του αρέσει.
(48:13, 2014 - 5/10)   

Φυσικά, στο live της 25ης Ιουνίου ήμουνα εκεί και πέρασα για άλλη μία φορά υπέροχα. Μετά όμως μου συνέβη κάτι περίεργο: Δεν ξανάκουσα Kasabian μέχρι και πριν δυο μήνες, όταν και ξεκίνησα να δουλεύω το παρόν άρθρο. Εντάξει, ένα-δυο τραγούδια τα έβαζα κάποιες φορές, αλλά όχι παραπάνω. Σαν να χρειαζόμουν ένα time out, σαν να ήθελα κάπως να αποφορτιστώ από την Kasabian-mania που με είχε βαρέσει τα προηγούμενα 5 και βάλε χρόνια. Η ξενέρα του 48:13 ήταν η τέλεια αφορμή για να...αποσυρθώ. Ελπίζω να επιστρέψω δριμύτερος με τον 6ο δίσκο τους που απ’ό,τι είπαν θα βγει το Σεπτέμβρη. Το ίδιο εύχομαι να κάνουν και οι ίδιοι βέβαια, να επιστρέψουν δριμύτεροι με ένα καλό άλμπουμ, γιατί έχω την εντύπωση πως η προσεχής κυκλοφορία τους είναι πολύ κρίσιμη, με την έννοια πως αν βγάλουν δεύτερη συνεχόμενη “πατάτα”, δύσκολα μετά μπορεί να το “γυρίσουν”... Αναμένουμε. 

Αυτά λοιπόν για μία από τις πλέον αγαπημένες μου μπάντες τα τελευταία 10 χρόνια. Πάντα έχω τη θεωρία και την πεποίθηση πως η μουσική, η τέχνη γενικότερα, είναι υποκειμενική υπόθεση. Γι’αυτό προσπαθώ να μην κριτικάρω και να μην αποπαίρνω τα ακούσματα κάποιου άλλου, ακόμα κι αν αυτά είναι τελείως αντίθετα με τα δικά μου γούστα. Περί ορέξως... Μ’αρέσει πάρα πολύ όμως το μουσικό πάρε-δώσε, το μουσικό μπίρι-μπίρι, οι ανταλλαγές Τοπ-10 κλπ. Και εννοείται πάντα την έβρισκα με τις κλασικές ατέλειωτες μουσικοκουβέντες, διαφωνίες και (ψευτο)διλήμματα Blur ή Oasis, Stones ή Beatles κλπ. Άρα, το να μου πει κάποιος πως οι Kasabian είναι φλώροι, ακόμα και να χαρακτηρίσει “φλώρο” εμένα επειδή τους ακούω, κατά κάποιο τρόπο μ’αρέσει. Διότι πολύ απλά μου δίνει το πάτημα να του απαντήσω κι έτσι να γίνει μία γαμάτη και χαοτική μουσικοσυζήτηση. Ακόμα κι αν μου χρειαστούν περίπου 3500 λέξεις, όπως σε αυτό το άρθρο... Ελπίζω να σε έπεισα λοιπόν, οι Kasabian δεν ήταν και δεν είναι φλώροι. Απλά γίναν γνωστοί (πολύ γνωστοί) και στην πορεία κάναν κάποια λάθη - όχι, όμως, ούτε φλώροι, ούτε "πουλητάρια" έγιναν, απλά έχασαν λίγο το δρόμο τους. Έχει συμβεί και στις καλύτερες μπάντες του πλανήτη αυτό κάποια στιγμή. Το θέμα είναι, το ξαναλέω, να επιστρέψουν με έναν καλό δίσκο, αντάξιο της ιστορίας τους και της μέχρι 48:13 πορείας τους. That's all...

Σχετικα Αρθρα
ypogeio.gr
Sunday Tapes:
Live... πόνος από
τη Sonic Playground
(20/09/2017)
ypogeio.gr
Πού είναι η Μούσα μου;
(11/09/2017)
ypogeio.gr
Πίσω Από Την
Φωνή Της Χριστίνας
Μαξούρη
(25/11/2016)
ypogeio.gr
The BSMNT Goes To The Movies:
500 Days Of Summer
(a Tribute by Tasos Z.)
(26/10/2016)