Nick Cave - Skeleton Tree:

Απ'τον ποταμό Adur

ως τον Παράδεισο

Κάθομαι τόσες μέρες και ακούω την τρεμάμενη φωνή του Νικόλα, έναν χρόνο μετά τον τραγικό θάνατο του γιου του. Ήθελα να γράψω μερικά πράγματα. Ήξερα από την αρχή ότι δεν θα είναι καθόλου εύκολο για μένα προσωπικά όλο αυτό, αλλά το ήθελα πολύ.

Κάθομαι τόσες μέρες στον υπολογιστή και γράφω-σβήνω, γράφω-σβήνω. Συνεχώς και αδιαλείπτως. Θέλει ειδική μεταχείριση το θέμα. Προσπαθώ να φιλτράρω τις σκέψεις, τα συναισθήματά μου, να κοντρολάρω τη Μελαγχολία που με πιάνει εδώ και ένα χρόνο. Προσπαθώ να σκεφτώ τι έχει γίνει, τι έχει αλλάξει, να βρω πως να το προσεγγίσω, πως να το αντιμετωπίσω. Σκέφτομαι τι έχει αλλάξει στη ζωή του, στην καθημερινότητά του. Δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του πια. Όλα έχουν αλλάξει.

«Πάλι δήθεν τάχα νιώθω, αρνητικές αηδίες σκέφτομαι και κάνω, καμιά γιατρειά, η αγάπη μου δυσκολεύεται να εκφραστεί, συγκρούεται σε τοίχους εσωτερικούς πλαστικούς, μα και να θέλω αλλιώς δεν μ'αφήνουν ν'αγιάσω, ένα κρίμα σέρνω ώσπου να ξεράσω τα παράπονά μου και τα απωθημένα μου, ένα βήμα απέχω από το να χάσω ολοκληρωτικά τον εαυτό μου, μια λεπτή κλωστή με χωρίζει από την μη ύπαρξη, δυο παιδιά μου θυμίζουν πώς να είμαι άνθρωπος και τι είναι ζωή, με αυτά σαν προσευχή συνεχίζω να αναπνέω ήρεμα σαν τη βροχή, breath in - breath out, αναρωτιέμαι συνέχεια αν είμαι ψεύτικος, πάντα καταλήγω πως είμαι ένα αληθινό κινούμενο ψέμα που όλη μέρα λέει μόνο αλήθεια, μα τις τελευταίες 10 μέρες αναρωτιέμαι μονάχα αν την παλεύει ο Νικόλας...» 

Με αυτά τα λόγια είχε ξεκινήσει ο Mike το άρθρο του «Πώς είσαι ρε Νικόλα; (Οι Γκρεμοί του Brighton)», κι από τη στιγμή που τα διάβασα, με έχουν στοιχειώσει. Πιάνω τον εαυτό μου κάποια βράδια να καταφεύγει σ’ αυτό το άρθρο, απλώς και μόνο για να διαβάσει αυτά τα λόγια, ξανά και ξανά. Κρύβουν μια ιδιαίτερη δύναμη μέσα τους, αναδεικνύουν έναν προβληματισμό, ένα χάσμα, μια τρομακτική αλήθεια. Λόγια ειλικρινά, λόγια ταραχώδη.

Έγινε η απώλεια συνήθειά μας (Το Ταβάνι Της Φρίκης)
Ποιος είναι ο λόγος της παρένθεσης στον τίτλο, ο λόγος του παραπάνω κειμένου του Mike, ο λόγος που η ζωή του Νικ Κέιβ έχει αλλάξει, για πάντα, εδώ και ένα χρόνο; Υπάρχει άραγε, κάτι πιο τραγικό στη ζωή του ανθρώπου από το να χάνει το παιδί του; Προσωπικά μιλώντας, έχω ζήσει εκ των έσω μια τέτοια τραγική κατάσταση. Μαμά, μπαμπάς, συγγενείς, όλοι καλά στην υγεία τους, με τα γηρατειά να αρχίζουν σιγά-σιγά να παρουσιάζουν ορισμένες δυσκολίες στην γιαγιά και τον παππού – μερικές φορές με πιάνει μια τεράστια μελαγχολία για εκείνους, προσπαθώ να τους κάνω κάθε μέρα περήφανους αλλά βρίσκομαι στα 21 μου, και γνωρίζω πλέον ότι αυτή είναι απλά η φυσιολογική εξέλιξη της ζωής.

Αρκετά χρόνια πριν, όταν ήμουν μικρό παιδί, η θεία μου έχασε το ένα από τα δύο της παιδιά. Είναι στιγμές που θέλω να ξεχάσω ότι υπήρξαν, που απλά ο νους δεν χωράει κάτι τόσο μεγάλο και τόσο θλιβερό. Δεν μπορώ να ξεχάσω όμως εκείνες τις μέρες, και αυτές που ακολούθησαν. Δεν μπορώ να ξεχάσω τους θρήνους, τα πρόσωπα, την τρομακτική σιωπή που επικρατούσε στο σπίτι, στο οποίο η μαυρίλα είχε πλέον τον δικό της χώρο. Δεν μπορώ να ξεχάσω τις στιγμές που έβλεπα τη θεία να καταρρέει μπροστά μας, κι εγώ να μην ήξερα πώς να αντιδράσω. Δεν ήμουν ούτε και τόσο μικρός ώστε να μην καταλαβαίνω τι είχε συμβεί αλλά ούτε και τόσο μεγάλος για να ξέρω πώς θα έπρεπε να αντιδράσω. Θυμάμαι χαρακτηριστικά, ότι ανέβαινα τα σκαλιά γρήγορα-γρήγορα, κλειδωνόμουν στο δωμάτιο και άκουγα μουσική (τότε, στη μετάβαση από δημοτικό προς γυμνάσιο, ξεκίνησαν τα κολλήματα με Green Day, Simple Plan και Linkin Park). Δεν ήξερα τι άλλο να κάνω. Ίσως τότε να ήταν η πρώτη στιγμή στη ζωή μου, που κατάλαβα ότι η μουσική αποτελούσε την μεγαλύτερη διαφυγή που είχα.

Δεν ξέρω πώς και γιατί αναφέρθηκα στην προσωπική μου ζωή, δεν ξέρω αν έπρεπε κι αν το ήθελα στ’ αλήθεια, αλλά η ροή του κειμένου (και της σκέψης μου, γενικότερα) με έκανε, νομίζω, να αισθανθώ αυτή την ανάγκη και να το βγάλω από μέσα μου.

Και μόνο στην σκέψη πως ένας γονιός χάνει το παιδί του, παγώνω. Καταργείται κάθε κλίμακα, κάθε λογική, είναι το ταβάνι της απόλυτης τραγωδίας, της απώλειας, της φρίκης. Πώς ζεις μετά από ένα τέτοιο γεγονός; Πώς κρατιέσαι στα πόδια σου, πώς βλέπεις τη ζωή, πώς αντιδράς στην καθημερινότητα, πώς ξυπνάς και πώς κοιμάσαι; Πώς είναι να χάνεις το σπλάχνο σου, ρε γαμώτο;

Ο 15χρονος Άρθουρ Κέιβ, ο ένας από τους δυο δίδυμους γιους του Νικ Κέιβ, βρήκε τραγικό θάνατο πέφτοντας από γκρεμό 18 μέτρων στο Ovingdean του Brighton, στο ανατολικό Sussex, το απόγευμα της 14ης Ιουλίου του 2015. Διεκομίσθη αμέσως στο County Hospital Royal στο Sussex και παρά τις προσπάθειες των γιατρών να τον επαναφέρουν στη ζωή, ο νεαρός υπέκυψε στα τραύματά του.

«Ο γιος μας Arthur, πέθανε την Τρίτη το βράδυ. Ήταν το όμορφο, χαρούμενο αγαπημένο μας αγόρι. Ζητούμε να σεβαστείτε την ιδιωτικότητά μας, προκειμένου να θρηνήσουμε αυτή την δύσκολη στιγμή», ήταν η λιτή επιστολή του Νικ και της συζύγου του.

Τα στοιχεία της έρευνας έκαναν λόγο πως ο Άρθουρ είχε κάνει χρήση της παραισθησιογόνου ουσίας LSD, ενώ η ιατροδικαστής ανέφερε πως υπέστη βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. Το προηγούμενο βράδυ, ο Άρθουρ και ένας φίλος του (ο οποίος δεν κατονομάστηκε για νομικούς λόγους), είχαν αποφασίσει να δοκιμάσουν LSD για πρώτη φορά. Στην κατάθεσή του στο δικαστήριο, ο φίλος του Άρθουρ ανέφερε ότι είχαν ψάξει στο διαδίκτυο για τις πιθανές παρενέργειες (κηλίδες από πετρέλαιο στο γρασίδι, πολύχρωμες εκρήξεις στον ουρανό) και για το πόσο αυτές διαρκούν. Πήραν την απόφαση και μοιράστηκαν τρεις ταμπλέτες. Ο φίλος του Άρθουρ ανέφερε πως άρχισαν να νιώθουν έντονες παραισθήσεις και παρανοϊκές σκέψεις ότι τους κοιτούσαν επίμονα και δεν μπορούσαν να διαχωρίσουν τι ήταν πραγματικό και τι όχι.

Όλα αυτά έγιναν στο Brighton, εκεί που ο ίδιος ο Cave στο πρόσφατο ντοκιμαντέρ για τη ζωή του, «20.000 Days On Earth», ανέφερε, μέσες άκρες, πως αποτέλεσε το λιμάνι του, την πόλη που έπειτα από άπειρες περιπετειώδεις μετακινήσεις ανά την υφήλιο, επιτέλους κατάφερε να νιώσει ασφαλής και ευτυχισμένος. Τι παιχνίδι σου έπαιξε η μοίρα, ρε συ Νικόλα…

Το χτύπημα για τον Nick Cave ήταν ιδιαίτερα σκληρό, και ο θάνατος χτυπάει για δεύτερη φορά στη ζωή του. Σε ηλικία 19 ετών, έχασε τον πατέρα του, ο οποίος σκοτώθηκε σε τροχαίο ατύχημα. «Πέθανε σε μια περίοδο που ήμουν ήδη, πάρα πολύ μπερδεμένος. Η απώλεια του, δημιούργησε ένα μεγάλο κενό στη ζωή μου», είχε δηλώσει. Τώρα, έρχεται αντιμέτωπος με την ανείπωτη αυτή τραγωδία, και το χτύπημα αυτό για τον Νικ είναι ιδιαίτερα σκληρό, καθώς, όπως δηλώνει και η σύζυγός του, είναι ένας εξαιρετικός πατέρας («Οι περισσότεροι δεν τον ξέρουν. Είναι το εντελώς αντίθετο απ’ ότι νομίζουν πολλοί. Είναι ένας άνθρωπος πολύ ζεστός με μεγάλη καρδιά. Και είναι ο καλύτερος πατέρας του κόσμου»).

Εκείνη ακριβώς την εποχή, ο Κέιβ ηχογραφούσε το επόμενο άλμπουμ του με τους Bad Seeds, το οποίο είχε ξεκινήσει πριν από τον θάνατο του Άρθουρ. Το γεγονός αυτό, ήταν φυσικό κι επόμενο να επηρεάσει όχι μόνο την ίδια του τη ζωή, αλλά και το μουσικό του ύφος. Ήταν αδύνατον αυτό το άλμπουμ να μην βουτήξει και το ίδιο στα πιο επώδυνα, στα πιο σκοτεινά βάραθρα του καλλιτέχνη.

Όταν ο Θρήνος γίνεται μουσικός (και κινηματογραφικός) ψαλμός
Τέτοιος πόνος, τέτοιος θρήνος, πώς μαζεύονται; Η αλήθεια είναι πως δεν μαζεύονται. Δεν υπάρχουν και πολλά πράγματα που μπορεί να κάνει κανείς για να πονάει λιγότερο. Τι πάει να πει να πονάει λιγότερο; Άπαξ και σε χτυπήσει η τραγωδία, αυτό ήταν. Το έχεις εκεί, το κουβαλάς μαζί  σου, όπου πας. Δεν πρόκειται να φύγει από μέσα σου.

«Ο μεγαλύτερος φόβος μου, υποθέτω, είναι να χάσω τη μνήμη μου. Με ανησυχεί μερικές φορές ότι δεν θα είμαι σε θέση να συνεχίσω να κάνω αυτό που κάνω και να φτάσω σε ένα σημείο που να είμαι ικανοποιημένος. Η μνήμη είναι αυτό που είμαστε, και θεωρώ ότι η ίδια σου η ψυχή και ο λόγος να είσαι ζωντανός, είναι δεμένα στη μνήμη». Αυτά ήταν τα λόγια που είχε πει ο Νικ στο ντοκιμαντέρ του. Η μνήμη, λοιπόν. Αυτό είναι το πιο σημαντικό πράγμα σε έναν άνθρωπο, και η αίσθηση της απώλειας της μνήμης, αποτελεί τον μεγαλύτερο φόβο του Νικ. Πλέον, ο ίδιος ζει με την πιο σκοτεινή ανάμνηση της ζωής του.

Ο καθένας αντιμετωπίζει με τον δικό του, εντελώς μοναδικό και προσωπικό τρόπο ο,τιδήποτε συμβαίνει στη ζωή του. Ο καθένας γίνεται κυρίαρχος του εαυτού του, κυρίως όταν έχει κληθεί να αντιμετωπίσει ένα τραγικό συμβάν. Πώς είναι να χάνεις τον γιο σου και μετά να βρίσκεις το σθένος και το κουράγιο να κάθεσαι στο πιάνο να παίξεις μουσική; Πόση δύναμη ψυχής απαιτεί αυτό το πράγμα;

Τον Ιούνιο σκάει η είδηση ότι το νέο άλμπουμ του Nick Cave με τους Bad Seeds, ‘Skeleton Tree’, θα κυκλοφορήσει στις 9 Σεπτεμβρίου του 2016, ενώ ακριβώς μία μέρα πριν, στις 8 Σεπτεμβρίου, ανακοινώνεται πως θα κυκλοφορήσει η ταινία ‘One More Time With Feeling’ (η οποία και προβλήθηκε για μία νύχτα και μόνο σε παγκόσμια ταυτόχρονη προβολή - για την Ελλάδα στα Village Cinemas).

Μόλις πληροφορήθηκα την είδηση για το νέο άλμπουμ του Nick Cave με τους Bad Seeds, θυμάμαι, έστειλα μήνυμα στον Mike και του είπα ότι θέλω και έχω την ανάγκη να γράψω μερικά πράγματα για ό,τι έφερνε στο προσκήνιο αυτή η δουλειά του Αυστραλού. Το αποδέχτηκε με μεγάλη χαρά, και τον ευχαριστώ γι’ αυτό. Τον ευχαριστώ γιατί είναι κάτι σημαντικό και πολύ ιδιαίτερο για μένα το συγκεκριμένο εγχείρημα. Έχω τους λόγους μου. Θες οι ιστορίες που κουβαλάει, τα βιώματα, ο πόνος της ψυχής του, η μάχη του με τους δαίμονες του μυαλού του; Είναι πολλά για τα οποία έχω χαρακτηρίσει τον Νικ Κειβ ως έναν από τους αγαπημένους μου καλλιτέχνες στον χώρο.

Ένας παλιός φίλος και συνεργάτης του, ο Άντριου Ντόμινικ (Chopper, The Assassination of Jesse James by the Coward Robert Ford, Killing Them Softly), είχε την θαυμάσια ιδέα να πάρει την κάμερά του και να ακολουθήσει τον Νικ μαζί με τη γυναίκα του και τον γιο του, Έρλ, αλλά και τους Bad Seeds, μέσα κι έξω από το στούντιο, όσο ηχογραφούσε, σιωπούσε ή ένιωθε την ανάγκη να εξομολογηθεί. Ήθελε με αυτόν τον τρόπο να καταγράψει πως λειτουργεί μια μουσική ιδιοφυΐα, σαν αυτή του Αυστραλού, κάτω από συνθήκες πλήρους δημιουργικής πίεσης. Έτσι γεννήθηκε το ‘One More Time With Feeling’, ένα ελαφρώς διαφορετικό rockumentary με συνεντεύξεις, εξομολογήσεις, μονολόγους, αφηγήσεις, αυτοσχεδιασμούς. Το επίτευγμα του Άντριου Ντόμινικ, βρίσκεται στην υπεροχή της αισθητικής κάλυψης μιας διαδικασίας που βούτηξε στα άδυτα νερά του πόνου, της θλίψης και της βαθιάς οδύνης. Η σκηνοθετική του ματιά, γεμάτη με τον βαθύ αφαιρετικό ρομαντισμό της τέχνης του, δεν υπερέβαλε με το ψυχαναγκαστικό μελό αλλά ούτε και ακολούθησε τα βήματα του στεγνού ρεαλισμού.

Ουσιαστικά, αυτό το ντοκιμαντέρ είναι η απάντηση του Νικ Κέιβ στα ερωτήματα σχετικά με τον θάνατο του γιου του. Εξάλλου, όπως δήλωσε και στην πρεμιέρα της ταινίας στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Βενετίας ο Άντριου Ντόμινικ, αυτή θεώρησε καλύτερη ιδέα ο Νικ παρά το να μιλήσει ο ίδιος σε πλήθη αγνώστων προωθώντας το νέο του άλμπουμ. 

"Ο Arthur είχε πεθάνει στα μισά (των γυρισμάτων) του ντοκιμαντέρ. Και η ιδέα να το προμοτάρουμε αρρώσταινε τον Nick, επειδή θα έπρεπε να συζητήσει το γενικό πλαίσιο του άλμπουμ με ένα μάτσο δημοσιογράφους. Αυτή η προοπτική ήταν πολύ ανησυχητική για εκείνον. Το ένστικτο του στο να φτιάξει αυτό το ντοκιμαντέρ ήταν ένστικτο αυτοσυντήρησης. Ήταν ένας τρόπος να μιλήσει γι' αυτό που συνέβη αλλά παράλληλα υπήρχε η βέβαια ασφάλεια στο να το κάνει με κάποιον που ξέρει".

«Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για εκείνον να μιλήσει για το άλμπουμ χωρίς να αναφερθεί στο πλαίσιο υπό το οποίο το άλμπουμ αυτό ηχογραφήθηκε, που ήταν ο θάνατος του γιου του. Δεν είναι ότι δεν θέλει να μιλήσει σχετικά με το τι συνέβη με τον Άρθουρ, αλλά νομίζω ότι δεν ήθελε να το κάνει μαζί με κάποιους ξένους... επομένως η λύση του ήταν να κάνει μια ταινία, η οποία θα του προσέφερε ασφαλέστερο χώρο».

«Η ταινία δεν είναι μια αφηγηματική ταινία, είναι σαν μια εμπειρία που θα σε κατακλύσει και η τεχνολογία 3D έχει μια πιο αισθησιακή ποιότητα. Δεν σκέφτεσαι πέρα από αυτό, με κάποιο τρόπο περιβάλλεσαι από αυτό».
Ο Άντριου υπογράμμισε ότι ήταν για εκείνον πρόκληση το να εντοπίσει τη λεπτή γραμμή του να δημιουργήσει ένα αποδεκτό πορτρέτο ενός προσώπου που βιώνει μια τραγική εμπειρία χωρίς να καταλήξει να γυρίζει μια «πένθιμη πορνογραφική ταινία». «Πιθανόν ο τρόπος είναι απλά να είσαι ειλικρινής σχετικά με την σύγχυση που προκάλεσε, επειδή το τραύμα είναι κάτι που διαρκεί, δεν επιλύεται»
.

Την ταινία δυστυχώς, δεν είχα την ευκαιρία να την δω. Διάβασα πολλά, πάρα πολλά reviews. Όλοι ήταν συγκλονισμένοι. Συγκλονισμένοι από τα λόγια του Νικ («Μετά από ένα τέτοιο γεγονός, είσαι κάποιος άλλος, μέσα στο ακριβώς ίδιο περιβάλλον. Δεν άλλαξε η πόλη. Ο χρόνος έγινε ελαστικός» // «Μπορεί να απομακρυνθείς με τον καιρό από την τραγωδία, αλλά όσο κι αν τραβάς το λάστιχο, θα ξαναγυρνάς πίσω σε αυτήν») και το διαπεραστικό, γυάλινο και παγωμένο βλέμμα του καθώς ατενίζει πέρα από τους τοίχους, από την καταλυτική παρουσία του εγκεφάλου πλέον των Bad Seeds, Warren Ellis (ο οποίος λειτουργεί ως ένα φως που προσπαθεί να τον τραβήξει μακριά από το σκοτεινό τούνελ και τον κάνει να χαμογελάει όσο μπορεί με τα πειράγματά του), από τη σκηνή όπου ο γιος του με τη γυναίκα του τον επισκέπτονται στο στούντιο, από το σχεδόν ψιθυριστό «προσπάθησε να μην κλάψεις» της Σούζι στον Νικ, πριν δείξει μια ζωγραφιά του Άρθουρ που ανακάλυψε τυχαία στην αποθήκη, και γενικότερα από τις στιγμές γεμάτες φόβο και αγωνία που ο Νικ μονολογεί και απορεί με το πόσο έχει αλλάξει και πόσο άγνωστος είναι ο καινούριος του εαυτός.

«Δεν είναι αλήθεια, είναι στις καρδιές μας, αλλά δεν ζει στις καρδιές μας πλέον γιατί δεν ζει…»

«Πιθανότατα λέω ένα σωρό μαλακίες. Ουσιαστικά δεν συνέβη κάτι σε εμάς. Σε αυτόν συνέβη. Είναι νεκρός. Θυμάμαι πως στεκόμουν στην ουρά να πάρω ψωμί. Ένας άνδρας με έπιασε μαλακά από το μπράτσο και μου είπε είμαστε μαζί σου. Συνειδητοποίησα πως όλοι με κοιτούσαν με βλέμμα συμπάθειας. Πότε έγινα αντικείμενο λύπησης;»

 «Η φαντασία μου θέλει χώρο να λειτουργήσει. Ένα τέτοιο τραύμα, περιορίζει τα πάντα».

«Χάνω τη φωνή μου».

Ο Νικ Κέιβ, δεν κρύβεται στιγμή. Γνωρίζει πως έχει αλλάξει, και προσπαθεί να χωρέσει σε λίγα (άβολα και μετρημένα) λόγια τη δική του θέση και στάση, προσπαθεί να ανιχνεύσει τι είναι αυτό που του συμβαίνει μετά την επέμβαση της μοίρας στη ζωή του. Άλλωστε, και στο trailer της ταινίας, μας έβαλε όλους στο κλίμα.

"Most of us don't want to change, really. I mean why should we? What we do want is sort of modifications on the original model. We keep on being ourselves, but just, hopefully better versions of ourselves. "But what happens when an event occurs that is so catastrophic that we just change? You  change from the known person to an unknown person. So that when you look at yourself in the mirror do you recognise the person that you were? but the person inside the skin is a different person.”

Δες το μεγαλείο της κινηματογραφικότητας. Είναι συγκλονιστικό. Άκου το βιολί του Warren. Η φωνή του Νικ είναι τόσο σκοτεινή, ζοφερή, μελαγχολική. Σου σπαράζει την καρδιά.

Φτάνοντας προς το τέλος της ταινίας, ο Νικ μας λέει πως, αυτός και η γυναίκα του, αποφάσισαν πλέον να είναι χαρούμενοι. Ως μια πράξη εκδίκησης, να έρθουν ξανά κοντά και να προσέχουν ο ένας τον άλλον. Λόγια και συμπεριφορά που αγκαλιάζουν το πένθος φιλοσοφημένα και ήρεμα, και κρατώντας τον ενδεχόμενο σπαραγμό μακριά από την κάμερα. Η ταινία τελειώνει με το πλάνο να είναι στραμμένο προς τον γκρεμό. Εκεί που συνέβησαν όλα. Η κάμερα δείχνει τον γκρεμό ενώ από πίσω ακούγεται μια ηχογράφηση του Cave με τον Άρθουρ και τον αδερφό του, τον Έρλ. Ο Νικ παίζει πιάνο και τα δύο αγόρια τραγουδούν τα λόγια του ‘Deep Water’, που είχε γράψει ο πατέρας τους για την Marianne Faithfull το 2014 και το άλμπουμ της ‘Give My Love To London’. Μπορείς να διαβάσεις πίσω από τις λέξεις;

«Your face is hidden from me but your love is not. I will not reach for other things ‘till I know what I have got. I'm walking through deep water trying to get to you…»

Ο Nick Cave με τους Bad Seeds θα κυκλοφορούσε τον 16ο δίσκο του, αυτό ήταν γνωστό. Η προσέγγισή του θα ήταν πιο μινιμαλιστική σε σχέση με το “Push The Sky Away” του 2013, κι αυτό γνωστό. Οι ηχογραφήσεις είχαν ξεκινήσει πριν το τραγικό γεγονός, προς τα τέλη του 2014 στα Retreat Studios στο Brighton (για να ολοκληρωθούν εν τέλει, στα La Frette Studios στη Γαλλία, το Φθινόπωρο του 2015).

Ορισμένα τραγούδια ήταν ήδη έτοιμα, μαζί και τα φωνητικά. Όμως από τότε που ο μουσικός κόσμος πληροφορήθηκε το συμβάν, η αναμονή για τον επόμενο δίσκο του περιείχε, εκτός από την αγνή αγωνία για συμπαράσταση μέσω της επιδοκιμασίας για το υλικό, όποιο κι αν ήταν αυτό, και κάποια δόση διεστραμμένης περιέργειας. Πώς θα τραγουδούσε μετά από κάτι τόσο ισοπεδωτικό; Το αποτέλεσμα, όπως κάθε έργο τέχνης γεννημένο μέσα σε πόνο, αφοπλίζει.
Το ‘Skeleton Tree’ αποτελεί ένα Ηχητικό Τείχος για τον Νικόλα, για να προστατεύσει το παραμιλητό του. Τα κλαδιά του ‘Skeleton Tree’ δημιουργούν μια ατμόσφαιρα που κάνει την ερημιά της ψυχής πιο υποφερτή και βοηθάει τον λόγο να μη χαθεί από τη σκόνη της ερήμου.

Εμπεριέχει μέσα του μια γενικότερη αίσθηση αλλαγής. Είναι μία υπέρβαση, μια τρέλα, ένα παράπονο. Είναι η προσπάθεια ενός μουσικού/πατέρα/συζύγου/ανθρώπου/πρώην άγριου νιάτου να σταθεί στα πόδια του και να αντιμετωπίσει την επόμενη μέρα. Πόσο τρομακτική και επώδυνη μπορεί να είναι η επόμενη μέρα; Να την ξορκίσει, αλλάζοντας σχήμα στον αδιέξοδο θρήνο με τον μόνο τρόπο που ξέρει. Μέσα από την σπαραχτική ποίηση των στίχων του, την ελεγεία των μελωδιών του. Τη βουλιαγμένη, παραδομένη φωνή του.

Ο Νικ Κέιβ θρηνεί. Δεν κρατάει τη θλίψη κρυφή. Αποφασίζει να μοιραστεί μαζί μας το βάρος του. Αφήνει την κάμερα να μπει εντελώς μέσα στη ζωή, στην ψυχή, στο σπίτι του. Μετατρέπει την απώλεια, σε λυτρωτική τέχνη. Είναι βαρύ ως άκουσμα, μαύρο, όπως και το εξώφυλλό του. Θα σε υποχρεώσεις να πάρεις άβολες στάσεις στον καναπέ σου για να ακούσεις αυτόν τον δίσκο. Θα σου δημιουργήσει αμήχανες στιγμές, θα σου μεταφέρει τη συναισθηματική φόρτιση του ίδιου και την κατάσταση στην οποία βρισκόταν την περίοδο των ηχογραφήσεων.

Πέρασαν μια, δυο, τρεις μέρες. Πέρασε μια εβδομάδα. Φτάσαμε στις δέκα. Δέκα μέρες μετά την επίσημη κυκλοφορία του Skeleton Tree, κι ακόμα να μπορέσω να συνέλθω, να ηρεμήσω για να κάτσω λίγο κάτω και να γράψω μερικά πράγματα. Τα βράδια μου, είχαν πάρει μια εξωφρενικά μελαγχολική μορφή. Ήμουν κολλημένος στο πρόσωπο, στα μάτια του Νικόλα. Τα official video των Jesus Alone και I Need You, έπαιζαν συνεχώς, χωρίς σταματημό. Το βλέμμα μου ήταν στραμμένο πάνω του. Δεν ήμουν έτοιμος. Ήθελα λίγο χρόνο ακόμα. Με τσάκισε το άλμπουμ.

Τώρα έχω ηρεμήσει λίγο. Τώρα νιώθω έτοιμος να ανοίξω τα κλαδιά του Skeleton Tree.

1. Jesus Alone: Σε φωνάζω, μ’ ακούς;
(Je Suis Alone?)

Την πρώτη μέρα του Σεπτέμβρη, βλέπει το φως της δημοσιότητας το πρώτο χρονικά τραγούδι από το Skeleton Tree, μαζί με το official video. Ήταν η πρώτη φορά εδώ και έναν χρόνο που ακούσαμε τη φωνή του Νικόλα σε ένα νέο τραγούδι.

Το Jesus Alone, που λειτούργησε ως προπομπός του άλμπουμ, αποτελεί (παραδόξως) ένα από τα πρώτα τραγούδια που έγραψε ο Νικ, κατά τα τέλη του 2014. Και λέμε παραδόξως διότι, αν κοιτάξεις πίσω από τους στίχους, διακρίνεις μια ιστορία. Μια θλιβερή και πονεμένη ιστορία – την ιστορία του Άρθουρ.

«You fell from the sky, crash-landed in a field near the River Adur», ακούγεται να λέει ο Κέιβ στο εισαγωγικό μέρος. Δες που είναι η περιοχή του ποταμιού στον χάρτη της Αγγλίας. Τώρα δες που είναι και το Brighton. Το γεγονός ότι το τραγούδι είχε γραφτεί πριν τον θάνατο του Άρθουρ και αυτός είναι ο πρώτος στίχος του, είναι αφοπλιστικά και σοκαριστικά προφητικό. Η μελωδία στο background απλώνεται και στοιχειώνει την ατμόσφαιρα, για να συνοδεύσει τη φωνή του Νικόλα, ο οποίος φαίνεται περισσότερο να απαγγέλλει παρά να τραγουδά.

Με το ξεκίνημα του τραγουδιού, μπαίνεις σε έναν άλλον κόσμο. Σ’ έναν κόσμο που βλέπεις κατάματα το Skeleton Tree και τα κλαδιά του. Η διάθεση και η αντίληψή σου για τα πράγματα, αλλάζουν, χωρίς να το ελέγχεις. Έρχεσαι αντιμέτωπος με μια τρομακτική αινιγματικότητα. Ένα πέπλο αγχωτικής ύπνωσης φαίνεται να έχει σκεπάσει από την αρχή το τραγούδι. Είναι σαν να υπάρχει μια κρυφή ένταση, μια καταιγίδα μέσα του. Νιώθεις ότι κάποια στιγμή θα ξεσπάσει αλλά αυτό δε συμβαίνει ποτέ. Αντ’ αυτού, αυτή η αργή και βασανιστική καταιγίδα, φουντώνει και θεριεύει, και σε προσκαλεί μέσα της. Και μόλις περάσεις το κατώφλι της, σε βάζει να νιώσεις την ένταση, τον πόνο, τον θρήνο.
«You cried beneath the dripping trees, ghost song lodged in the throat of a mermaid», συνεχίζει, θέλοντας να προσδώσει ένα πανόραμα χρωμάτων της θλίψης που επικρατεί μέσα του καθώς περιγράφει υπερφυσικές εικόνες. Το «ghost song of a mermaid», θα μπορούσε να αναφέρεται και στον δελεαστικό ήχο των Σειρήνων, οι οποίες προσείλκυαν τους ναύτες των πλοίων που πλησίαζαν στην περιοχή τους και στη συνέχεια προκαλούσαν την καταστροφή τους. Σημειωτέο πως στο «Push The Sky Away» (2013), εμπεριέχεται ένα τραγούδι που λέγεται «Mermaids».

Η στιχουργική στόχευση, αλλάζει, μετατοπίζεται κατά τη διάρκεια του τραγουδιού. Ο Νικ απευθύνεται σε κάποιον, με την έννοια «You are…» ή «You do…». Αυτός ο κάποιος μπορεί να είναι είτε ο γιος του, είτε ένας «African doctor harvesting tearducts». Αλλά εκεί που… χτυπάει καλά, είναι όταν φαίνεται να απευθύνεται στον ίδιο του τον εαυτό («You are an old man sitting by the fire, you are the mist rolling off the sea», «You’re a distant memory in the mind of your creator, don’t you see?»).

Ο Νικ είχε πάντα μια ιδιαίτερη σχέση με τον Θεό και τη θρησκεία γενικότερα. Το «Into My Arms» (1997), το οποίο είναι και το αγαπημένο μου, ξεκινάει με τον στίχο «I don’t believe in an interventionist God», ενώ συνεχίζει στη διάρκεια του τραγουδιού να εκφράζει παρόμοιες απόψεις. Πιστεύει στον Θεό παρόλα αυτά, με τον δικό του τρόπο, αλλά η πίστη του δεν κατάφερε να αποτρέψει την τραγική απώλεια του Άρθουρ. Αυτό το συμβάν που κομμάτιασε τη ζωή του, αποτυπώνεται ξεκάθαρα στον στίχο «You’re a distant memory in the mind of your creator, don’t you see?».

«With my voice, I am calling you», φωνάζει ξανά και ξανά ο Νικ. Τι συγκλονιστική στιγμή… Αφήνει κάτω την προσεκτική ματιά του στην ποιητική περιγραφή, και ανοίγεται – ανοίγεται προς τον εαυτό του, προς τη φύση της Θλίψης. Σε ποιον όμως, απευθύνεται αυτή η απελπισμένη παράκληση; Ποιον καλεί, σε ποιον φωνάζει; Στον γιο του, την οικογένειά του; Ή μήπως στον ίδιο του τον εαυτό, καθώς δεν καταφέρνει να ελέγξει την πορεία που έχει πάρει η ζωή του; Μπορεί να είναι όλα αυτά, μπορεί να μην είναι και τίποτα.

Αυτό που έχει σημασία όμως, είναι ότι το Jesus Alone αποτελεί την ουβρετούρα, βάζει τα θεμέλια για τη στάση και τη θέση του Skeleton Tree. Το συγκεκριμένο τραγούδι ξεκίνησε να γράφεται προς τα τέλη του 2014, έναν χρόνο πριν τον θάνατο του Άρθουρ, αλλά βρίσκεται πρώτο στο tracklist, κάτι που σημαίνει ότι το τραγικό αυτό γεγονός επηρέασε βαθύτατα και την καλλιτεχνική κατεύθυνση του άλμπουμ.
Για το τέλος αφήνω κάτι μικρό αλλά σπουδαίο. Πρόσεξες το λογοπαίγνιο στον τίτλο; Jesus Alone = Je Suis Alone (Είμαι Μόνος). Δεν το είχα προσέξει καθόλου την πρώτη φορά, αλλά από τη στιγμή που το συνειδητοποίησα και το επεξεργάστηκα στο μυαλό μου, δεν έχω σταματήσει να το σκέφτομαι. Ήταν από αυτά που είχε υποσχεθεί ο Νικόλας να μην πει ποτέ στο «And No More Shall We Part» (2001): «And no more will I say, dear heart I am alone and she has left me». Η ίδια η ζωή όμως, μπορεί να σε αλλάξει.

Όταν μιλούν οι στίχοι: « Let us sit together in the dark until the moment comes».

 


 

2. Rings Of Saturn: Μια λάμψη ελπίδας
Μετά το συγκλονιστικό Jesus Alone, έρχεται το Rings Of Saturn. Εκεί φαίνεται πως έχουμε μεταφερθεί σε ένα διαφορετικό μέρος. Ο Νικ μεταφέρει ένα εντελώς αντίθετο μήνυμα προς το προηγούμενο τραγούδι (το οποίο δείχνει να μην έχει να κάνει με τον θάνατο του Άρθουρ), αλλά και προς τη δουλειά του εδώ και τρεις δεκαετίες. Η ψυχική του αναστάτωση τον αναγκάζει να επιστρατεύσει τη μουσικότητα της ίδιας του της απαγγελίας. Εδώ, η δική του αναστάτωση έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το δέος και την αντοχή που δείχνει η γυναίκα του («This is what she does and this is what she is»).

Υπάρχουν ιδιαίτεροι υπαινιγμοί που σχετίζονται με σεξουαλικά στοιχεία, τους οποίους όμως, είναι κάπως δύσκολο να τους διακρίνει κανείς. «Upside down and inside out and on all eights, you're like a funnel-web, like a black fly on the ceiling. Skinny, white haunches high in the sky. And a black oily gash crawling backwards across the carpet to smash all over everything». Όλο αυτό το σκηνικό με πάει πίσω στο «Push The Sky Away» και το «Finishing Jubilee Street» (2013) και μου θυμίζει τους στίχους: «Last night your shadow scampered up the wall, it flied, ιt leaped like a black spider between your legs, and cried».

Το τραγούδι φαίνεται να μιλάει για μια σεξουαλική επαφή αλλά με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Οι δύο πρώτες στροφές περιγράφουν την ολοκλήρωση της διαδικασίας, ενώ η Τρίτη και τελευταία στροφή περιγράφει τα επακόλουθα.
Το ρεφρέν εστιάζει στην ομορφιά της στιγμής και δίνει την εντύπωση ότι όλος ο κόσμος περιστρέφεται γύρω τους – αλλά σε τελική φάση, είναι απλά μια στιγμή. Στην τρίτη στροφή, η γυναίκα τον απορρίπτει και φεύγει. Η στιγμή κράτησε λίγο. Η στιγμή έχει περάσει. Αν προσέξεις, το ρεφρέν δεν επαναλαμβάνεται μετά την τελευταία στροφή (κάτι που συμβαίνει μετά την πρώτη και τη δεύτερη), κι έτσι το τραγούδι τελειώνει κάπως… απροσδόκητα, καθρεφτίζοντας ίσως με αυτόν τον τρόπο, τη σύγχυση και τον προβληματισμό που έχει ο πρωταγωνιστής στο μυαλό του.

Ο Νικ παρουσιάζεται αποκαμωμένος («maybe I’ m just  too tongue-tied to drink it up and swallow back the pain») και μιλά για το αναπόφευκτο του θανάτου με μια παραβολή. Ένα δηλητηριώδες έντομο (ή μήπως ο θάνατος ως θηλυκό;) καιροφυλαχτεί, φευγαλέο και ανελέητο («And now she's jumping up with her leaping brain stepping over heaps of sleeping children»).

«I thought that slavery had been abolished. How come it’s gone and reared its ugly head again?», αναρωτιέται καθώς η γυναίκα του δεν φαίνεται να εντυπωσιάζεται από την προσπάθειά του να αποτυπώσει στο χαρτί τα συναισθήματά του («I’m spurting ink all over the sheets, but she remains, completely unexplained»).

Στο «One More Time With Feeling», ο Κέιβ ανέφερε αστειευόμενος, πως αυτό το τραγούδι κινείται σε ρυθμούς ραπ. Αυτό ανοίγει μια ενδιαφέρουσα συζήτηση για την οριοθέτηση των μουσικών ειδών. Κρίνοντας πάντως από όλη του τη δισκογραφία, το συγκεκριμένο σίγουρα μοιάζει να έχει στοιχεία ραπ, περισσότερο από κάθε άλλο. Το δίχως άλλο, όμως, αποτελεί μια φωτεινή ένδειξη ελπίδας που λειτουργεί ως «ηρεμιστικό» στον αμείωτο πόνο που έχει εισπράξει στο παρελθόν.

Όταν μιλούν οι στίχοι: «Up and further up she goes, up and out of the bed. Up and out of the bed and down the hall where she stops for moment and turns and says "Are you still here?". And then reaches high and dangles herself like a child's dream from the rings of Saturn».

 


 

3. Girl In Amber: Στροβιλισμοί αναμνήσεων
Συνέχεια με το καταθλιπτικό Girl In Amber, το οποίο, θυμάμαι, όταν το άκουγα για πρώτη φορά στην εκπομπή της Mary Anne Hobbs στο BBC Radio 6, είχα παγώσει. Με τους στίχους, τη μελωδία, την ανατριχιαστική φωνή του Νικόλα…
Εδώ έχουμε να κάνουμε με τη Susie Bick, τη γυναίκα του Νικ, η οποία, κατά το τραγούδι, είναι αιώνια παγιδευμένη στις σκέψεις της, χωρίς να μπορεί να το αλλάξει («Girl in amber trapped forever, spinning down the hall»). Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος του τραγουδιού, αναφέρεται στη ζωή του Νικ, και έχει δύο κύριους άξονες – ή καλύτερα, το τραγούδι πραγματεύεται τους στροβιλισμούς δύο οπτικών, δύο αξόνων: ο ένας έχει να κάνει με τον στροβιλισμό ενός τραγουδιού (πιθανότατα σ’ αυτό το άλμπουμ), και ο άλλος με τον στροβιλισμό του κόσμου (του).

«The song, the song, the song it spins since 1984», λέει ο Νικ, κι όλοι κάνουμε συνειρμούς με την χρονιά, καθώς το 1984 (έχοντας αποχωρήσει από τους Birthday Party), ο Νικ μαζί με τους Bad Seeds, κυκλοφορούν το πρώτο τους άλμπουμ, «From Her To Eternity». Έχοντας ως βάση αυτή τη σκέψη, πιθανώς ο πρώτος άξονας, δηλαδή ο στροβιλισμός του τραγουδιού, να αποτελεί μια μεταφορά για την καριέρα του.

Το Girl In Amber, γράφτηκε μετά τον θάνατο του Άρθουρ. «And now in turn, you turn, you kneel, lace up his shoes, your little blue-eyed boy. Take him by his hand, go move and spin him down the hall». Αυτή θα μπορούσε να αποτελεί μια πιθανή αναφορά σ’ αυτό το γεγονός, σε μια σκηνή όπου ο Νικ περιγράφει μια στιγμή μεταξύ της γυναίκας του και του παιδιού του, καθώς τα μάτια του Άρθουρ ήταν μπλε.

Σ’ αυτό το τραγούδι, ο Νικ προσπαθεί να διαχειριστεί «Το Τραύμα», όπως το αποκαλεί, υποχωρώντας ήσυχα προς τα βάθη του εαυτού του. Δεν θέλει να μιλάει για το συμβάν, δεν θέλει κανενός τη συμπόνια. Αυτό που θέλει είναι απλά να αφεθεί στον πόνο και την λύπη που ήρθαν στη ζωή του με την απώλεια του Άρθουρ – θέλει να συνεχίσει ο κόσμος χωρίς εκείνον για λίγο, για ένα διάστημα («And if you want to bleed, just bleed. And if you want to bleed, don’t breathe a word. Just step away and the world spin»). 

Κάτι άλλο που μπορεί κανείς να προσέξει, είναι ότι, ο Νικ αναφέρει πως το στροβίλισμα του κόσμου του, σταμάτησε πριν το στροβίλισμα του τραγουδιού. Αυτό πιθανώς να σημαίνει πως, παρόλο που ο προσωπικός του κόσμος έχει επισκιαστεί από τον θάνατο του γιου του, η καριέρα και τα τραγούδια του, θα συνεχίσουν να προχωρούν με τον ίδιο ρυθμό, παρά την τεράστια απώλεια («I knew the world, it would stop spinning now since you’ve been gone»).

Ωστόσο, αργότερα στο τραγούδι, αναφέρει «The song, the song it spins, the song, it spins, it spins no more».  Εδώ φαίνεται να επέρχεται ο πόνος και να αλλάζει τα δεδομένα και στην καριέρα του, η οποία πιθανώς να επηρεαστεί από το γεγονός και να χαλαρώσουν οι ρυθμοί και οι απαιτήσεις. Κλείνοντας, ο Νικ επαναλαμβάνει «Don’t touch me», δηλώνοντας ουσιαστικά πως θέλει να μείνει μόνος με την θλίψη του. Στο ντοκιμαντέρ, ο Νικ ανέφερε πόσο ασυνήθιστο και ανησυχητικό ήταν που τον έβλεπαν άγνωστοι στον δρόμο και τον παρηγορούσαν.

Συνθετικοί ήχοι, ελάχιστες νότες και μια μεγαλειώδης μελωδία πιάνου (μια από τις πιο… στρογγυλές και καμπυλόγραμμες που έχουν συνθέσει οι Bad Seeds) «ντύνουν» την ατμόσφαιρα, αφήνουν χώρο για μια ακόμη σπαρακτική ερμηνεία, που επιδρά στον ακροατή άκρως ποιητικά, στροβιλίζοντάς τον σε αναμνήσεις, απ’ αυτές που αποθηκεύονται σε πολύτιμα σεντούκια του μυαλού.

Όταν μιλούν οι στίχοι: «I knew the world, it would stop spinning now since you’ve been gone. I used to think that when you died you kind of wandered the world».

 


 

4. Magneto: Το Συναίσθημα μας κρατάει ζωντανούς
Μαζί με το Girl In Amber, στην πρώτη μου ακρόαση, είχα ξεχωρίσει και το Magneto, κυρίως για την απουσία πολλών οργάνων, τις αρκετές επαναλήψεις του Νικ, την ατμοσφαιρική και σκοτεινή μελωδία, αλλά και τη φράση κλειδί που συγκράτησα κατευθείαν. «One more time with feeling». Ο στίχος που πυροδότησε την απαρχή της ιδέας για το ντοκιμαντέρ.

Ένα μεγάλο και σκοτεινό σύννεφο έχει μαζευτεί γύρω σου. Τι συμβαίνει με την καρδιά σου καθώς ακούς αυτό το τραγούδι; Κι αν την πρώτη φορά σε συνεπήρε η ροή των λέξεων, των απλών λέξεων, όταν κάθισες να το ακούσεις προσεκτικά, όταν ο Νικ σε προσκάλεσε μέσα του, συνειδητοποίησες ότι πρόκειται για μια περίπτωση τραγουδιού όπου ο καλλιτέχνης δεν τραγουδάει απλά – αλλά εξομολογείται.

«I was an electrical storm on the bathroom floor, clutching the bowl. My blood was full of gags and other people’s diseases», αναφέρει χαρακτηριστικά. Μια από τις πολλές στιγμές του Νικ που νιώθει πως είτε θέλει να καταρρεύσει υπό το βάρος του πόνου, είτε να γίνει ο ίδιος μία ψυχρή, παγωμένη και ατσάλινη έκδοση του πόνου. Εδώ επίσης, ενδέχεται να υπάρχει μια μνεία και στον – προ πολλών ετών – εθισμό του στα ναρκωτικά.

Είναι στιγμές που μερικοί στίχοι, περιγράφουν κάτι πιο μεγάλο, κάτι πιο σπουδαίο από αυτό που μπορεί να αντιληφθεί κανείς. Είναι στιγμές που ο καλλιτέχνης γράφει από την καρδιά του, από τα βάθη της καρδιάς του, και αυτό διαφαίνεται καθώς ο Νικ πιάνει ψυχολογικό πάτο λέγοντας «The urge to kill someone was basically overwhelming. I had such hard blues down there in the supermarket queues». Στο ντοκιμαντέρ, αναφέρει πως, καθώς περίμενε στην ουρά ενός φούρνου για να πάρει ψωμί, άγνωστοι έρχονταν και τον παρηγορούσαν.

Ο Νικ ακροβατούσε ανάμεσα στην έκπληξη και στο θυμό. «When did I become an object of pity?», αναρωτιέται, καθώς εξηγεί επίσης πως, στον απόηχο του τραύματος, έχει γίνει απρόβλεπτος σαν άνθρωπος και δεν μπορεί να ελέγξει τις πράξεις και τα συναισθήματά του. Σε μια χαρακτηριστική στιγμή που δεν μπορεί να ελέγξει τον εαυτό του, βρίσκεται στην τουαλέτα, και δεν είναι καθόλου καλά («And in the bathroom mirror I see me vomit in the sink»).

Πάνω στη σκιώδη υπόκρουση και πάλι με τσακισμένη φωνή, παρορμάται να σκοτώσει και να μεταμορφωθεί, όμως τελικά επιμένει στον δρόμο της Αγάπης, γιατί είναι το μόνο που είναι φτιαγμένος να κάνει («and one more time with feeling»). Μια επαναλαμβανόμενη μελωδία, που θα μπορούσε να είχε βγει κατευθείαν από άλμπουμ του Leonard Cohen, και μια ατμόσφαιρα χτισμένη αποκλειστικά για να δοθεί βάρος στη φωνή του Νικ, που ακούγεται καταβεβλημένος, σχεδόν ανήμπορος να τραγουδήσει, ενώ οι στίχοι – ένας προς έναν – φαντάζουν πιο καθημερινοί και άμεσοι από ποτέ. Επαναλαμβάνει συνεχώς «I love, you love, I laugh, you love», θέλοντας μάλλον να οργανώσει τις σκέψεις που κυκλοφορούν αβίαστα στο μυαλό του, και τις λέξεις που γίνονται τραγούδια. Ένα παραμύθι επανάληψης από έναν άνθρωπο που αναζητά λύσεις μέσα στη νύχτα, που πασχίζει να καταλάβει τι του έχει συμβεί μετά από την πιο σκληρή εξέλιξη που του επιφύλασσε η μοίρα.

Όταν μιλούν οι στίχοι: «I love, you love, I laugh, you love. We saw each other in half and all the stars have splashed and splattered 'cross the ceiling».

 


 

5. Anthrocene: Μια ατμοσφαιρική παρέμβαση στο σκοτάδι του μυαλού
Επόμενο κλαδί του Skeleton Tree, το Anthrocene. Σε κερδίζει αμέσως με τη μελωδία του. Νιώθεις ότι βρίσκεσαι να περιπλανιέσαι σ’ ένα αχανές δάσος. Τρέχεις. Δεν ξέρεις γιατί τρέχεις. Προσπαθείς να καταλάβεις. Να καταλάβεις τον κόσμο γύρω σου, τον λόγο ύπαρξής σου, τις Ανώτερες Δυνάμεις, τη Φύση της Ζωής.

Το Anthrocene είναι μια παραλλαγή της επιστημονικής έννοιας «Anthropocene», η οποία προέρχεται από την ελληνική γλώσσα και αποτελείται από το «anthro-anthropo» που σημαίνει άνθρωπος και από το «-cene», που σημαίνει «νέο», μια «νέα εποχή». Αυτή η έννοια αναφέρεται στην εποχή της Γεωλογίας, όπου δραστηριότητες όπως η κατανάλωση ορυκτών καυσίμων, ξεκίνησαν να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στον πλανήτη και τη ζωή του ανθρώπου.

Παρόλο που η έννοια «Anthropocene» ξεκίνησε ως ένα επιστημονικό και ακαδημαϊκό μοντέλο, η χρήση της είναι αρκετά διευρυμένη στον χώρο της Κουλτούρας, της Λογοτεχνίας και της Τέχνης. Εδώ, ο Νικ παρουσιάζει μερικές ομοιότητες με το «Higgs Boson Blues» από το «Push The Sky Away» (2013), εκεί όπου, μέσω διάφορων μεταφορών και της χρήσης σωματιδιακής φυσικής, καταφέρνει να τονίσει την παράξενη ικανότητα που έχει ο πολιτισμός να συμπιέζει τον χώρο και τον χρόνο σε ένα πυκνό, χωρίς νόημα κενό. Στο Anthrocene, ο Νικ φαίνεται να σχεδιάζει έναν ειρωνικό παραλληλισμό μεταξύ της εξελικτικής επίδρασης του ανθρώπου στο περιβάλλον του, ενώ τραγουδάει για το τι σημαίνει να είσαι αιώνια ανθρώπινος, να περιβάλλεσαι, δηλαδή, από συναισθήματα όπως είναι η αγάπη, η απώλεια, η νοσταλγία.

Ένα κρουστό και θορυβώδες κροτάλισμα δημιουργεί μια υπερβατικά απόκοσμη ηρεμία. Η μουσική είναι αραιή και συγκρατημένη, ενώ η ροή υπαγορεύεται από φασματικές χορδές πιάνου και ακανόνιστα κύματα κρουστών που αφήνουν λωρίδες από το φως του ήλιου να φανούν μέσα από τα σύννεφα. «It’s all right, it’s all right», τραγουδάει ο Νικ, και νιώθω ένα ρίγος μέσα μου. Ο Νικ ψάχνει την ουσία, την αναπνοή. Αναζητά την αγάπη και τη σύνδεση. Μια από τις πιο ατμοσφαιρικές, μύχιες παρεμβάσεις του Cave στο σκοτεινό κόσμο μεταξύ πραγματικού και αιθερικού.

Μια τελευταία σκέψη μου για το Anthrocene, είναι ότι, μου θυμίζει Doors. Τόσο μελωδικά (έχει ήχους από το «Horse Latitudes»/1967), όσο και θεματικά – το τραγούδι μοιάζει… απολογισμικό. Θα μπορούσε να είναι outtake από το «An American Prayer» (1978) του Τζιμ Μόρισον – ενός καλλιτέχνη βαθιά χαραγμένο στην καρδιά μου, για προσωπικούς λόγους. Το «All the things we love, we love, we love, we lose, it's our bodies that fall when they try to rise» μου θυμίζει αρκετά τον στίχο «We live, we die and death not ends it» από το ποίημα του Τζιμ.

Όταν μιλούν οι στίχοι: «Come on now, come on now. Hold your breath while you're safe. It's a long way back and I'm begging you please to come home now, come home now. Well, I heard you been out looking for something to love. Close your eyes, little world, and brace yourself».

 


 

6. I Need You: Μια ελεγειακή παράκληση ανάγκης
Και φτάνω στο αγαπημένο μου τραγούδι από το Skeleton Tree. Ένα τραγούδι που μου πήρε την καρδιά, την τσάκισε, την έκανε σμπαράλια με τον πόνο και τον θρήνο που περιέχει. Ένα τραγούδι απίστευτα γοητευτικό, με ανατριχιαστικά ακούσματα, με τα δεύτερα φωνητικά σαν χορού από ερινύες να σου δίνουν την αίσθηση μιας κλειστοφοβικής ατμόσφαιρας, σχεδόν πλήρους ανυπαρξίας.

Το I Need You, είναι ένα τραγούδι απόγνωσης, απόλυτης ανάγκης, από τα πιο υπέροχα και συγκλονιστικά που έχει συλλάβει ποτέ ο Cave, καταγράφοντας το μάταιο στρες της επιθυμίας και την αναπόφευκτη αίσθηση ενός κόσμου χωρίς νόημα, ενός κόσμου που ορίζεται από το χάος και την απώλεια.

Νιώθεις ένα κενό μέσα σου. Ένα μουδιασμένο κενό, όπου το συναίσθημα έχει αποξηρανθεί αλλά η Αγάπη τρεμοπαίζει σαν μια μακρινή σπίθα. Η συντριβή είναι σχεδόν ολοκληρωτική. Τι να πιάσεις να σχολιάσεις σ’ αυτόν τον Ύμνο Ανάγκης; Οι εικόνες που περιγράφονται στο τραγούδι, δεν συγχωνεύονται σε μια σαφή αφήγηση, αλλά ανέρχονται σε κάτι πιο μεγάλο, πιο σπουδαίο: σε μια ζωή που αναβοσβήνει μπροστά στα μάτια σου.

Για δεύτερη φορά στο άλμπουμ, αναφέρει ότι βρίσκεται στο σουπερμάρκετ («I saw you standing there in the supermarket»). Καταγράφει το πόσο πεζή και αδιάφορη είναι η ζωή μετά από μια απώλεια. Μετά από το πένθος, προσπαθείς να πηγαίνεις σε μέρη με ανθρώπους και να μιλάς, να επικοινωνείς, να συνεχίσεις τη ζωή σου χωρίς πραγματικά να έχεις τη δύναμη να επικεντρωθείς στην προσπάθειά σου αυτή.

«You’re still in me, baby», λέει ραγισμένος, και στο ντοκιμαντέρ αναφέρει για τον Άρθουρ πως «είναι στις καρδιές μας, αλλά δεν ζει στις καρδιές μας πλέον γιατί δεν ζει…», ενώ αργότερα στο τραγούδι («A long black car is waiting ‘round») περιγράφει μια εικόνα που θυμίζει νεκροφόρα. Η στιγμή, η εικόνα της κηδείας του Άρθουρ, τον έχει επηρεάσει βαθύτατα. Εδώ χρησιμοποιεί αυτόν τον στίχο για να συμβολίσει το γεγονός ότι ο θάνατος παραμονεύει, περιμένει στη γωνία.

Ο στίχος «On the night we wrecked like a train, purring cars and pouring rain. Never felt right about, never again», αναφέρεται σε ένα τροχαίο ατύχημα που είχε ο Νικ με τους δίδυμους γιους του, τον Δεκέμβριο του 2010. Δεν υπήρξε κάποιος τραυματισμός, ωστόσο ο Νικ υποχρεώθηκε να παρακολουθήσει ορισμένα μαθήματα για την εγρήγορση των οδηγών. Σ’ αυτό το συμβάν είχε κάνει αναφορά και στο «Mermaids» (2013) («I do driver alertness course»), μόνο που στην περίπτωση του «I Νeed Υou», φαίνεται να ακούμε τον Νικ να εκφράζει αισθήματα ενοχής από αυτό το συμβάν. Στο ντοκιμαντέρ, μιλάει για διάφορα ατυχήματα, και ο πόνος που κρύβεται σ’ αυτόν τον στίχο δεν είναι η συντριβή του αυτοκινήτου ή το συμβάν αυτό καθαυτό, αλλά η αδυναμία ενός στοργικού γονέα να κρατήσει το παιδί του σώο. Είναι πολλοί οι παραλληλισμοί…

«Cause nothing really matters, I'm standing in the doorway», «Nothing really matters anymore, not even today, no matter how hard I try. When you’re standing in the aisle, and no, baby. Nothing , nothing, nothing», «Cause nothing really matters, we follow the line of the palms of our hands». Ο πόνος δεν έχει τελειωμό. Ο Νικόλας σπαράζει, και μαζί του σπαράζει και η καρδιά μου. Η φωνή του ακούγεται κουρασμένη, καταπονημένη. Ο σπαραγμός του είναι μινιμαλιστικός και μετρημένος.

«I need you», φωνάζει ξανά και ξανά. Ζητάει μια παράκληση. Η υποβλητικότητα της φωνής του, έχει γεμίσει τον χώρο. Η φωνή του κοντεύει να σπάσει. Ο Νικόλας έχει λυγίσει. «I will miss you when you're gone, I'll miss you when you're gone away forever. Cause nothing really matters, I thought I knew better, so much better». Ο Νικόλας έχει ραγίσει.

Στο τελευταίο ρεφρέν, η σπαρακτική κραυγή του σε αποτελειώνει. Νιώθεις έναν κόμπο στο στομάχι. Βαριανασαίνεις. Κι αυτό το καταραμένο «Just breathe, just breathe» λίγο πριν το τέλος, βγάζει ένα συγκινητικό, ένα συγκλονιστικό παράπονο… Είναι σαν να τον κοιτάζει στα μάτια, και να τον παρακαλεί να πάρει ανάσες. Είναι σαν να τον έχει μπροστά του. Δεν υπάρχουν λόγια. Πραγματικά. Μου ήρθε στο μυαλό η έκκληση που έκανε στο «Where Do We Go Now But Nowhere» (1997) «O wake up, my love, my lover wake up. Wake up, my love, my lover wake up».

Όταν μιλούν οι στίχοι: «Nothing really matters, nothing really matters when the one you love is gone».

 


 

7. Distant Sky: Μια αρμονική συνύπαρξη παρηγοριάς
Πλησιάζοντας προς το τέλος, φτάνουμε σε κάτι πολύ όμορφο και πολύ ιδιαίτερο συνάμα. Ο Νικ δεν συνηθίζει να… φέρνει άλλες φωνές στα άλμπουμ του. Αυτό έχει συμβεί ελάχιστες φορές στην καριέρα του με τους Bad Seeds, και αμέσως-αμέσως ανατρέχω στο 1996 σ’ ένα από τα αγαπημένα μου άλμπουμ, το «Murder Ballads», το οποίο μιλούσε για γνωστές αμερικάνικες παραδοσιακές ιστορίες και για εγκλήματα πάθους. Εκεί λοιπόν, σε δύο εκπληκτικές στιγμές που μας χάρισε ο Αυστραλός, τραγούδησε μαζί με την PJ Harvey το «Henry Lee» και με την Kylie Minogue το «Where The Wild Roses Grow» (το οποίο γνώρισε τεράστια επιτυχία και κέρδισε το βραβείο του καλύτερου τραγουδιού της χρονιάς στα ARIA Music Awards το 1996).

20 χρόνια αργότερα, λοιπόν, ο Νικ επαναφέρει αυτή την… ιδιαιτερότητα και την εφαρμόζει στο Distant Sky, φέρνοντας στο προσκήνιο τη Δανή σοπράνο, Else Torp, με καταγωγή από το Roskilde. Τα φωνητικά της έρχονται να συνυπάρξουν αρμονικά και να ταιριάξουν απόλυτα με τον πιο αισιόδοξο τόνο του κομματιού και να συνοδεύσουν τα λόγια του Νικ, λειτουργώντας ως προτροπή να αφήσει πίσω του το θλιβερό συμβάν. Μα είναι εύκολο κάτι τέτοιο αναρωτιέμαι. Είναι εύκολο να αφήσεις κάτι τόσο τραγικό, μια τόσο μεγάλη απώλεια να μη σε επηρεάσει; Μόνο εύκολο δεν είναι… Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που ο Νικ έφερε μια δεύτερη φωνή στο τραγούδι. Ίσως οι στίχοι να ήταν τόσο θλιβεροί που να μην μπορούσε να τους τραγουδήσει μόνος του. Ίσως ο Νικ να σκέφτηκε πως η Else θα μπορούσε να περάσει καλύτερα το μήνυμα, το νόημα των στίχων, με τον ακριβή τρόπο που εκείνος ήθελε να ακουστούν. 

Το τραγούδι ξεκινάει με τον Νικ να τραγουδάει «We can set out, we can set out for the distant skies. Watch the sun, watch it rising in your eyes». Εδώ οι στίχοι πιθανώς να έχουν μια διττή σημασία και να υπάρχει το ενδεχόμενο λογοπαίγνιου sun-son, με την έννοια ότι ο Νικ (απευθυνόμενος, λογικά, στη γυναίκα του) βλέπει τον γιο του να ανεβαίνει προς τους ουρανούς, προς τον Παράδεισο (μια σκέψη που ενισχύεται αργότερα με τον στίχο «Soon the children will be rising, this is not for our eyes» – κάνω μια μικρή παύση να πάρω μια ανάσα. Με συγκλονίζει ο παραλληλισμός. Κανένας γονιός δε θα πρέπει να βλέπει τα παιδιά του να πεθαίνουν. Κανένας.

Ακολουθεί η άκρως καθηλωτική φωνή της Else για να πει «Let us go now, my darling companion. Set out for the distant skies. See the sun, see it rising. See it rising, rising in your eyes». Έχω την αίσθηση ότι σ’ αυτό το τραγούδι, υπάρχουν ρόλοι. Και μεταξύ αυτών των ρόλων, υπάρχει ένας έντονα φορτισμένος διάλογος μεταξύ των δύο. Έχω την αίσθηση ότι η Else έχει τον ρόλο της γυναίκας του, της Susie. Νιώθω πως οι στίχοι, αποτελούν έναν τρόπο να πείσουν ο ένας τον άλλον πως ο γιος τους βρίσκεται πλέον σε ένα καλύτερο μέρος, έχοντας αφήσει πίσω όλους τους φόβους που είχε στον κόσμο και έχει βρει την ειρήνη. Τους φαντάζομαι να είναι αγκαλιασμένοι και να κλαίνε. Να κλαίνε αλλά και να έχουν κι ένα γλυκό χαμόγελο στα πρόσωπά τους καθώς αποχαιρετούν τον Άρθουρ. Απλά συγκλονιστικό.

«They told us our gods would out live us, they told us our dreams would outlive us but they lied», συνεχίζει ο Νικ. Οι στίχοι αυτοί απεικονίζουν τη δυαδικότητα της σύγχρονης κοινωνίας μας. Από τη μία πλευρά, έχουμε την ευκαιρία να ζήσουμε και να πραγματοποιήσουμε τα όνειρά μας και να επιτύχουμε τους στόχους που κάποιοι έλεγαν ότι ήταν ανέφικτοι για μας. Από την άλλη όμως, πρέπει επίσης να ζούμε και με τις άτυχες στιγμές, τις απογοητεύσεις. «Οι θεοί» τους οποίους είχαμε ως κάτι το τέλειο και το αλάνθαστο, έρχεται κάποια στιγμή που θα μας απογοητεύσουν. Οι στίχοι του Cave συνηθίζουν να «εργάζονται» σε περισσότερα από ένα επίπεδα, κάτι που με κάνει να σκεφτώ ότι με τις λέξεις «gods» και «dreams», ενδεχομένως να θέλει να αναφερθεί στα παιδιά μας. Πρόσεξε επίσης, ότι λέει «they lied» αντί «they were wrong», κάτι το οποίο τονίζει τα συναισθήματά του για την απώλεια και την εξαπάτηση.

Το αιθέριο κατευόδιο του Distant Sky, είναι ένα πανέμορφο μοιρολόι με κραυγές και συγκίνηση ενός γονιού που αρνείται να λογικευτεί με την απώλεια του παιδιού του, που έφυγε πριν από αυτόν. Δημιουργεί, προς στιγμήν, μια αίσθηση παρηγοριάς από την αρχή του πρωταγωνιστή στο ταξίδι εξόδου και ανάγκης για δραπέτευση από τον κόσμο στον οποίο δεν του ανήκει πλέον τίποτα. Όμως, στην πραγματικότητα, στο ερημικό τοπίο του Skeleton Tree και στην καταρρακωμένη ψυχή του Νικ, δεν ισχύει κάτι τέτοιο, με τον στίχο «They told us or gods would outlive us but they lied» να μου έχει καρφωθεί στο μυαλό και να μη λέει να φύγει…

Η μουσική στο τέλος μοιάζει με τον ήχο του μυσταγωγικού Ουρανού, καθώς ανοίγει τις πύλες του για να υποδεχτεί τον Άρθουρ. Στο ντοκιμαντέρ, καθώς ακούγεται η φωνή της Δανής σοπράνο, η κάμερα ξεζουμάρει πάνω από το στούντιο στο Brighton, βγαίνει έξω από τη στρατόσφαιρα και πιάνει το χάραγμα της ανατολής του ήλιου. Ανατριχιαστικό.

Όταν μιλούν οι στίχοι: «Let us go now, my only companion, set out for the distant skies. Soon the children will be rising, will be rising. This is not for our eyes».

 


 

8. Skeleton Tree: Η Κραυγή Της Εξιλέωσης
Και φτάσαμε στο τέλος, στο τελευταίο τραγούδι του άλμπουμ. Το Skeleton Tree, έρχεται ως μια «πιανιστική» προέκταση του Distant Sky για να δώσει έναν κάπως πιο αισιόδοξο τόνο στο κλείσιμο του άλμπουμ. Η ατμόσφαιρα είναι βαριά, αποπνικτική – όπως ακριβώς έπρεπε να είναι για να αντιπροσωπεύει το αναντικατάστατο κενό του ψυχικού κόσμου του Cave. Η τραγικότητα που περιέχεται μέσα στους στίχους, έρχεται να συμπληρωθεί από ορχηστρικά σημεία που όταν δεν χωρούν άλλοι στίχοι, ακούγονται στο βάθος να «κραυγάζουν» αθόρυβα, δίνοντας χρώμα στο απέραντο γκρι που παρουσιάζεται στο άλμπουμ.

«Sunday morning, skeleton tree», ξεκινάει να λέει ο Νικ. Περίεργα και ανεξήγητα συναισθήματα σε περιβάλλουν τα Κυριακάτικα πρωινά, όταν όλος ο κόσμος κοιμάται και εσύ είσαι ακόμα ξύπνιος – είτε γιατί ήσουν έξω στα λαμπερά φώτα του Σαββάτου, είτε γιατί πάλευες με τις σκέψεις σου. Όλα μοιάζουν ίδια κι όλα διαφορετικά. Περιμένεις με ανακούφιση το φως του Ήλιου. Αυτός ο στίχος, μου θύμισε λίγο το «New Morning» που έλεγε «One morn I awakened, a new sun was shining. The sky was a Kingdom all covered in blood». Μια ομοιότητα που μπορώ να διακρίνω κάνοντας φευγαλέες σκέψεις, είναι το ότι κι εκείνο ήταν closing track στο «Tender Pray» (1988). 

«Oh, nothing is for free», υπενθυμίζει στον εαυτό του. Ο Νικ γνωρίζει ότι η αγάπη φέρνει φόβο και απελπισία και ότι αυτό είναι το τίμημα για να νιώσει κανείς ένα τόσο μεγάλο συναίσθημα. Η απελπισία που νιώθει για την απώλεια του Άρθουρ, είναι το τίμημα που τον είχε στην αγκαλιά του και τον αγαπούσε. Το αναγνωρίζει αυτό επαναλαμβάνοντας συνεχώς «nothing is for free» ενώ αργότερα προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του ότι «it’s all right now».

Υπάρχουν ορισμένες σκηνές θανάτου, ή σκηνές που υποδεικνύουν ένα τέλος, μια τερματική γραμμή όπως η εικόνα των φύλλων που πέφτουν κατά μήκος του ουρανού («Fallen leaves thrown across the sky») και η ηχώ που επιστρέφει άδεια, κενή, πέρα από τη θάλασσα. Ο Νικ κραυγάζει, η φωνή του διαπερνάει την ψυχή σου. Τον αναζητεί πέρα από τη θάλασσα. Τον φωνάζει. Θέλει να τον ακούσει, να τον δει. Απάντηση όμως, δεν παίρνει. Εδώ αποτυπώνεται η σκληρή πραγματικότητα του σπαραγμού και της απελπισίας ενός γονέα που έρχεται αντιμέτωπος με τον ανεξήγητο θάνατο του γιου του, γνωρίζοντας ότι ο ίδιος δεν μπορεί να κάνει κάτι για να το αποτρέψει ή να τον φέρει πίσω.

Φώναζε από την αρχή, από το «Jesus Alone». Φωνάζει ακόμα, εδώ, στο «Skeleton Tree». Μόνο που εδώ, ο τόνος είναι κάπως διαφορετικός. Υπάρχει μια μικρή ένδειξη ειρήνης μέσα. «It’s all right now», τραγουδάει, και η φωνή του μοιάζει αγγελική. Ο στίχος αυτός, μοιάζει σαν να έχει βγει από ευαγγέλιο. Αισθάνομαι πως κουβαλάει μια ιδιαίτερη δύναμη μαζί του. Δεν μου δίνει την αίσθηση ότι ο στίχος αυτός αποτελεί μια εξερεύνηση της θλίψης, αλλά ένα παράδειγμα του πώς η θλίψη σε διαπερνάει και σε κατακλύζει. «It’s all right now» τραγουδάει ξανά και ξανά ο Νικ, αλλά δε φαίνεται να έχει μια σιγουριά στον τόνο της φωνής του. Δεν φαίνεται να είναι καθησυχαστικός ο τρόπος με τον οποίο το τραγουδάει. Είναι αισιόδοξος ο τρόπος με τον οποίο κλείνει το άλμπουμ, αλλά τον αισθάνομαι σαν να λέει Όλα Θα Πάνε Καλά, αλλά να εννοεί ακριβώς το αντίθετο. Είναι σαν μια είδους παραδοχή, σαν να θέλει να το επιβάλλει στον εαυτό του, και να πιστέψει πως όλα θα πάνε καλά.

Στο ντοκιμαντέρ, ο Νικ λέει σε κάποιο σημείο «It’s alright. I mean… it’s not alright. But it’s alright». Νιώθει σαν να είναι περιφραγμένος από «Το Τραύμα». Η ζωή του συνεχίζεται, θα συνεχίσει να βλέπει τα παιδιά του να μεγαλώνουν, θα συνεχίσει να εργάζεται, θα συνεχίσει να ζει, αλλά νιώθει ότι είναι δεμένος στην κατάσταση με ένα λαστιχάκι, το οποίο, μέρα με τη μέρα, μπορεί να τεντώνει ολοένα και περισσότερο. Αυτό το λαστιχάκι θα είναι πάντα εκεί, θα είναι πάντα συνδεδεμένο με αυτό το τραύμα. Υπάρχει ένα μέρος της καρδιάς του, που δεν θα γιατρευτεί ποτέ.

Το τραγούδι σβήνει, και μαζί του, σβήνει και το άλμπουμ. Δεν θα μπορούσε να κλείσει πιο όμορφα ο δίσκος. Δεν αισθάνεσαι ούτε καταπνιγμένος, ούτε και απελπισμένος. Το κλείσιμο με τα τελευταία λόγια του Νικ, μαζί με ένα απαλό (όσο και απλό fade out), σε αποχαιρετούν και σου δημιουργούν αισιόδοξες σκέψεις, όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό. Τα λόγια του έρχονται να λειτουργήσουν ως μια βουτιά στην κάθαρση της ψυχής του.

Όταν μιλούν οι στίχοι: «And I called out, I called out right across the sea. I called out, I called out that nothing is for free».

 


 

Αντί Επιλόγου (Μη Αναπόφευκτες Σκέψεις)
Την περίμενα πολύ την στιγμή που θα ερχόταν η επόμενη δουλειά του Νικόλα. Την περίμενα απλά και μόνο για να δω πως ήταν, πως ένιωθε όλο αυτό το διάστημα, μετά από ένα τόσο τραγικό γεγονός. Περίμενα εξίσου πολύ την στιγμή κατά την οποία θα καθόμουν και θα έγραφα αυτές τις γραμμές. Όταν έκανα τις σκέψεις ότι θα κάτσω μια μέρα και θα βγάλω όλα μου τα εσώψυχα για αυτό το γεγονός, δεν κρύβω ότι υπήρχε ένας άκρατος ενθουσιασμός μέσα μου. Όχι όμως από τους κλασικούς ενθουσιασμούς που με πιάνουν ενίοτε. Αυτός ο ιδιαίτερος ενθουσιασμός πήγαζε από την ανάγκη μου να γράψω, από την ανάγκη μου να ασχοληθώ με αυτόν τον καλλιτέχνη. Γιατί μερικές φορές πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται πόσο σημαντική επίδραση αποτελεί στη ζωή μου αυτός ο άνθρωπος. Με αυτά που έχει γράψει, με αυτά που έχει πει, με αυτά που έχει ζήσει.

Όταν, λοιπόν, κάθισα κάτω για πρώτη φορά να γράψω μερικά πράγματα για αυτό το άλμπουμ, όσο θεριεύανε οι σκέψεις στο μυαλό μου, τότε κατάλαβα πόσο δύσκολο μου ήταν, τελικά, όλο αυτό – το να περιγράψω, δηλαδή, τον πόνο, την απώλεια, την αίσθηση μιας χαμένης αγάπης, μιας αγάπης διαφορετικής από κάθε άλλη που έχω γράψει μέχρι σήμερα. Μεταξύ άλλων, κατάλαβα πως η απώλεια τσακίζει, αλλά και δημιουργεί.

Το μυαλό δεν σταματάει να σκέφτεται. Στροφάρει συνέχεια. Οι σκέψεις διαδέχονται η μία την άλλη. Πέρσι σκεφτόμουν τι να κάνει και πώς να είναι ο Νικόλας. Φέτος, είμαι σε θέση να ξέρω. Κι αν πριν την κυκλοφορία του Skeleton Tree ήξερα και γνώριζα τι θα ερχόταν, τώρα, αφότου του έδωσα χρόνο και το άκουσα σε διάφορες φάσεις της καθημερινότητάς μου (καθώς είναι από εκείνα τα άλμπουμ που χρειάζονται υπομονή και ηρεμία), αυτό μεγάλωσε μέσα μου, και τελικά κατάφερα να πετύχω τον στόχο μου: να γίνω κομμάτι του Σκελετικού Δέντρου, να δω τον κόσμο που ανοίγεται μέσα από το Skeleton Tree, να αισθανθώ την καταστροφική δημιουργικότητα του Νικόλα.

Το Skeleton Tree δεν είναι ακόμη μια τυπική περίπτωση άλμπουμ, ένα σύνολο από μουσικές ιστορίες ή ποιητικές συλλογές. Είναι μια υπαρξιακή κατάθεση εκτός κάθε κλίμακας αξιολόγησης. Ο χρόνος θα το στιγματίσει, νομοτελειακά, γιατί είναι αυτό που έφτιαχνε όταν πέθανε ο γιος του.

Τα τραγούδια, η μουσική και οι στίχοι του, περιγράφουν ένα ταξίδι. Ένα μακρύ, δύσκολο και επίπονο ταξίδι που ξεκινάει με την εικόνα «You fell from the sky, crash-landed in a field near the River Adur» και κλείνει με την διαβεβαίωση (;) ότι «it’s all right now». Πώς διάολο περιμένεις να είναι όλα καλά, όμως; Πώς διάολο να είναι όλα καλά όταν χάνεις το παιδί σου, έναν άνθρωπο που γνώριζες και ζούσες επί 15 χρόνια; Υπάρχουν μέρες που μοιάζουν με το «Jesus Alone» και το «Magneto», υπάρχουν μέρες που μοιάζουν με το «I Need You» και το «Skeleton Tree». Αυτό είναι το ταξίδι – να χρειάζεται να επιστρέψεις σε αυτή τη στιγμή, σ’ αυτή την απώλεια και στη συνέχεια, να μάθεις να συνεχίζεις και να βρεις τη γαλήνη σου μετά από αυτό. Αυτή είναι η ζωή, κατ’ όπως φαίνεται – η ιδέα ότι ακόμη και μετά από μια ανεπανόρθωτη θλίψη, μπορείς να το ξεπεράσεις και να συνεχίσεις τη ζωή σου. Δεν το ξεχνάς, ποτέ δεν το ξεχνάς. Απλά μαθαίνεις να ζεις με αυτό. Συμβιβάζεσαι με την ιδέα του.

Φτάσαμε στο τέλος. Το πώς νιώθω μετά από όλα αυτά, είναι δύσκολο να το περιγράψω. Στο μυαλό μου στροβιλίζουν στίχοι. «I knew the world, it would stop spinning now since you’ve been gone» από τη μία, «Nothing really matters, nothing really matters when the one you love is gone» από την άλλη. Δυσκολεύτηκα αρκετά, υπήρχαν στιγμές που απλά λύγιζα και έβγαινα από το σπίτι για να πάρω αέρα και δυνάμεις, αλλά εν τέλει κατόρθωσα να φτιάξω ένα εγχείρημα που με έκανε να καταλάβω ακόμα καλύτερα μια πτυχή του εαυτού μου. One more time with feeling, λοιπόν. Γιατί γι’ αυτό ζούμε, γι’ αυτό υπάρχουμε, κι αυτό υπηρετούμε σεμνά και ταπεινά.

Φτάσαμε στο τέλος. Πώς νιώθεις, Νικόλα; Δεν είσαι μόνος, Νικόλα.

 

 

If you like these, check also these:
Νέες Κυκλοφορίες: Skeleton Tree
TLSP: Everything You've Come To Expect X-Rayed by Tasos Z.
Deconstructing Drones by Tasos Z.

Σχετικα Αρθρα
ypogeio.gr
Sunday Tapes:
Live... πόνος από
τη Sonic Playground
(20/09/2017)
ypogeio.gr
Πού είναι η Μούσα μου;
(11/09/2017)
ypogeio.gr
H Μουσική
Του Λουκιανού
Είναι Παντού
(11/02/2017)
ypogeio.gr
Ένα Halloween
με Τους Foxygen.
Λονδίνο, 31/10/2014
(31/10/2016)