Nick Cave:

Το Χρονικό

Ενός Εξωγήινου Υπερήρωα


 

Πρόλογος

Δεν πρόκειται περί ταυτίσεως, ούτε περί κάποιου καλογυαλισμένου ειδώλου, είναι πιο πολύ θέμα του τι μου κάνει η μουσική αυτή καθαυτή, αλλά και το τι πορεία χάραξε ή του χαράκτηκε στα μούτρα όλα αυτά τα 60 χρόνια. Πορεία γεμάτη συμπληγάδες και δαίμονες, έχει πάει κι έχει έρθει τόσες φορές, παρόλα αυτά παραμένει ένας ευθυτενής κομψός τύπος 1 μέτρου και 89 εκατοστών, (φαινομενικά) πράος και (αληθινά) ευγενικός. Δεν τίθεται θέμα ταύτισης λοιπόν, όσα έχει κάνει και όσα έχει ζήσει είναι πολύ μακρινά και αρκετά βαριά για το δικό μου σουλούπι, πιο πολύ τον έχω στο μυαλό μου σαν ένα εξωγήινο υπερήρωα, παρά σαν κάποιον που θα ήθελα να του μοιάσω...

Οι γονείς μου με έκαναν νωρίς. 24 ο πατέρας μου, 20 η μάνα μου. Όπως καταλαβαίνεις, ήταν αρκετές οι φορές στην παιδική μου ηλικία που Σάββατο βράδυ οι δυό τους την “έκαναν” για βόλτα και ερχόταν στο σπίτι η γιαγιά μου για να με προσέχει. Ένας από τους πιο συχνούς προορισμούς τους σε εκείνες τις εξορμήσεις τους ήταν το σπίτι του “ξάδερφου” στα Εξάρχεια, του θείου μου του Νίκου δηλαδή, ο οποίος ήταν και είναι μέγα μουσικό αρρωστάκι, διατηρεί με ευλάβεια μία πλουσιότατη δισκοθήκη και όταν ήμουν 15 χρονών μου χάρισε το πρώτο βινύλιο Stones της ζωής μου, ενώ ήταν ο πρώτος που με τάισε σουβλάκια στον ‘Κάββουρα’ των Εξαρχείων και δίσκους στο “7+7” του Μοναστηρακίου. 

Ένα Κυριακάτικο πρωινό του 1987 είχα σηκωθεί από το κρεβάτι μου φρέσκος-φρέσκος και -κλασικά και ιεροτελεστικά- έστρωσα την τσόχα του επιτραπέζιου ποδοσφαιρακίου Subbuteo στο σαλόνι για να “αθληθώ”. Οι γονείς μου κοιμούνταν ακόμα, συνηθισμένο φαινόμενο όταν το προηγούμενο βράδυ είχαν πάει στου “ξάδερφου”. Στο τραπέζι του σαλονιού υπήρχε μία μαύρη Maxwell που πάνω της έγραφε “Νίκος Σπηλιάς Και Κακοί Σπόροι - Kicking Against The Pricks”. "Τα λάφυρα της χτεσινής νύχτας", σκέφτηκα και έβαλα την κασέτα στο κασετόφωνο. Ομολογώ πως δεν μου άρεσε και πολύ αυτό που άκουσα, ήμουν μάλλον πολύ μικρός για να καταλάβω τι εστί Nick Cave, είχα γεννηθεί μόλις 11 χρόνια πριν, το 1976. 
 


 

Άσωτος Υιός

Την ίδια χρονιά, το 1976, χιλιάδες μίλια μακριά από την μεταπολιτευτική Αθήνα, στην Αυστραλία, μία μάνα τεσσάρων παιδιών ονόματι Dawn Cave το γένος Treadwell, βιβλιοθηκάριος στο επάγγελμα, έχανε τον άντρα της, Colin Frank Cave, σε αυτοκινητικό ατύχημα. Ανακοινώνει τα τραγικά νέα στα τρία από τα τέσσερα παιδιά της, στον 24χρονο Tim, στον 22χρονο Peter και στην 17χρονη Julie. Ο μικρότερος από τους τρεις γιους, ο 19χρονος Nicholas Edward, λείπει. Κρατείται στις φυλακές του St Kilda κοντά στη Μελβούρνη για μια υπόθεση κλοπής. Η Dawn του ανακοινώνει το θάνατο του πατέρα του, καθώς πληρώνει την εγγύηση για να τον βγάλει έξω...

“My father died at a point in my life when I was most confused. He was there one minute and gone the next and that had a huge impact for many years, and still does, over what I’ve done creatively [...] The loss of my father created in my life a vacuum, a space in which my words began to float and collect and find their purpose.”  

O άσωτος υιός της φιλήσυχης Αγγλικανικής οικογένειας Cave γεννήθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 1957 στο Warracknabeal, μία μικρή επαρχία της Αυστραλιανής πολιτείας Victoria. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος Αγγλικών και Μαθηματικών στο τοπικό σχολείο. Σύντομα, το 1960, η εξαμελής οικογένεια μετακομίζει στο πιο κεντρικό και μεγάλο προάστιο, Wangaratta. Εκεί, ο 9χρονος πια Nick εγγράφεται στο κατηχητικό της εκκλησίας Holy Trinity Cathedral και συμμετέχει στην εκκλησιαστική χορωδία. Παρόλο που από μικρός διδάσκεται το λόγο του Θεού και τις αρετές της ζωής που πηγάζουν από το κήρυγμά του, εξελίσσεται σε έναν κάπως... άτακτο και ασυμβίβαστο έφηβο, στα 13 του αποβάλεται από το Γυμνάσιο-Λύκειο της Wangratta. 

“I was three years in the choir so I had a good understanding of the Bible just from being in church a lot. [...] I used to watch ‘The Johnny Cash Show’ on television in Wangaratta when I was about 9 or 10 years old… I saw that music could be an evil thing – a beautiful, evil thing.” 

Σχεδόν ταυτόχρονα με την αποβολή του Nick από το σχολείο της Wangaratta, η οικογένειά του μετακομίζει ξανά, τούτη τη φορά ο δρόμος βγάζει τους Caves στο Murrumbeena, 13 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Μελβούρνης. Εκεί ο Cave εγγράφεται στο οικοτροφείο Caulfield Grammar School. 

“It was a rich private school, in which I was an anti-magnet for women”
 


 

Τα Αγόρια Της Διπλανής Πόρτας

Εκεί, στο οικοτροφείο του Claufield, φτιάχνει το 1973 μια μπάντα με κάποιους συμμαθητές του. Αυτός τραγουδάει, ο Mick Harvey και ο John Cocivera παίζουν κιθάρες, ο Chris Coyne σαξόφωνο, ο Brett Purcell μπάσο και ο Phill Calvert τύμπανα. Παίζουν σε πανεπιστημιακές εσπερίδες, σε πάρτυ και σε μπάρμπεκιου τραπεζώματα διασκευές 60s rhythm’n’blues, αλλά και Alice Cooper και Lou Reed. Δεν έχουν όνομα, ο Nick Cave βαφτίζει την μπάντα κατά βούληση και περίσταση, αν και όταν κάποιος τους ρώταγε πώς τους λένε. 

To 1975 o Cave ολοκληρώνει τη φοίτησή του στο Claufield Grammar School και ξεκινά πανεπιστημιακές σπουδές στο τμήμα Καλών Τεχνών του Caulfield Institute of Technology. Θέλει να γίνει ζωγράφος, συγχρόνως όμως αρχίζει και παίρνει πιο σοβαρά και το θέμα της μουσικής. Λίγο πριν χάσει τον πατέρα του, ιδρύει την μπάντα The Boys Next Door από τα απομεινάρια της μπάντας που είχε στο Λύκειο: Παραμένουν σταθεροί ο ίδιος στο τραγούδι, ο Harvey στην κιθάρα και ο Calvert στα τύμπανα, ενώ ο Tracy Pew αντικαθιστά τον Purcell στο μπάσο. Είναι η εποχή που ο πλανήτης δονείται στους δαιμονισμένους ρυθμούς της punk, κάτι τέτοιο παίζουν και “Τα Αγόρια Της Διπλανής Πόρτας”. 

“We were influenced by punk rock, and international groups like The Stooges and The Sex Pistols, but it was really the lifestyle and attitude that influenced us.”

Το 1977 ο Nick αποφοιτά από τη Σχολή Καλών Τεχνών του Claufield χωρίς επιτυχία. Εκείνη την εποχή ξεκινά τη χρήση ηρωίνης. 

“I really wanted to be a painter, but I failed at art school.”

Τον Ιούνιο 1978 οι Boys Next Door κυκλοφορούν το πρώτο τους single, μία εξαιρετική punk διασκευή στο "These Boots Are Made For Walking" της Nancy Sinatra, προάγγελος του EP τους “Lethal Weapons”, που περιλαμβάνει ακόμα τα κομμάτια "Masturbation Generation" and "Boy Hiro". Το Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς έρχεται στην μπάντα ο Rowland S. Howard και αναλαμβάνει χρέη δεύτερου κιθαρίστα. Το ντεμπούτο της μπάντας έρχεται το 1979 και ονομάζεται Door Door. To Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς μας δίνουν και το 5-track EP Hee Haw
 


 

Πάρτυ Γενεθλίων στο Λονδίνο 

Το 1980, και αφου μόλις έχουν κυκλοφορήσει τον δεύτερο δίσκο τους ονόματι The Birthday Party, ο Nick Cave και η παρέα του αποφασίζουν να μετακομίσουν στο κοσμοπολίτικο Λονδίνο, αναζητώντας καλύτερη τύχη και περισσότερη αποδοχή, πέστο και δόξα αν θες. Μαζί τους και το κορίτσι του Cave από το 1977, η Anita Lane. Αποφασίζουν να αλλάξουν και το όνομα της μπάντας, εγκαταλείπουν επιτέλους το boyband-ish The Boys Next Door, αντικαθιστώντάς το με το όνομα του δεύτερου άλμπουμ τους, "The Birthday Party", το οποίο και εμπνεύστηκαν από την ομώνυμη αμφιλεγόμενη θεατρική παράσταση του Harold Pinter του 1957. Ή ίσως -κατά μία άλλη θεωρία- και από μία σκηνή γενεθλίων από το “Έγκλημα Και Τιμωρία” του Ντοστογιέφσκι, η οποία όμως στην πραγματικότητα δεν υπήρξε ποτέ, ήταν μία μπερδεμένη και εντέλει λανθασμένη ανάμνηση του Cave. 

Ο Rowland S.Howard ανακαλεί:

"The name The Birthday Party came up in conversation between Nick and myself. There's this apocryphal story about it coming from a Dostoyevsky novel. It may have had various connotations, but what he and I spoke about was a sense of celebration and making things into more an occasion and ritual"

Όπως και να’χει, οι άρτι αφιχθέντες στο Λονδίνο Αυστραλοί νεανίες, συνδυάζουν την αλλαγή ονόματος με μία εκκωφαντική εκτράχυνση του ήχου τους, ο Cave βρίσκει και συναρμολογεί το άρμα της οργής και της φρίκης, πάνω στο οποίο μπορεί να φορτώσει όλους τους δαίμονες και όλο τον πηχτό ζόφο του, τραγουδάει πια σαν “παλαβός” βασιλιάς, φτύνει λέξεις “ακατάλληλες” και απειλητικές. 

Κατά τα άλλα όμως, η ζωή της μπάντας στο Λονδίνο εξαρχής δεν ήταν ρόδινη: ο Harvey με την κοπέλα του μένουν σε μια γκαρσονιέρα στο Δυτικό Kensington, ενώ υπόλοιποι -συμπεριλαμβανομένου του Cave- εγκαθίστανται σε ένα υπόγειο διαμέρισμα με ένα δωμάτιο στο Earl’s Court. Λίγο αργότερα, ο Cave και ο Tracy Pew μετακομίζουν με τις κοπέλες τους σε ένα υπερβολικά χαμηλοτάβανο (ο μύθος λέει πως ο 189 εκατοστών Cave ζούσε εκεί μέσα περπατώντας κάπως σκυφτός για να μην κουτουλάει στο ταβάνι) διαμέρισμα στο Meida Vale, τον οποίο δεν είχε ούτε θέρμανση, ούτε ρεύμα, ούτε νερό. Ξεκινάνε να δουλεύουν, ο Mick Harvey σε ένα φαγάδικο της αλυσίδας Lyons, ο Tracy Pew καθαριστής στο αεροδρόμιο του Heathrow και ο Cave πλένει πιάτα στο Ζωολογικό Κήπο του Λονδίνου. Ο Howard δοκίμασε να κάνει κάνα-δυο μεροκάματα, πολύ γρήγορα όμως κατέληξε στην απόφαση πως η δουλειά δεν ήταν το φόρτε του, ούτε το όραμά του γι’αυτή τη ζωή... 

Μέσα σε αυτές τις αντίξοες συνθήκες, ηχογραφούν και κυκλοφορούν -το 1981- το ντεμπούτο τους (σαν Birthday Party) Prayers On Fire (7/10) και αφήνουν το Βρετανικό μουσικό τύπο σύξυλο και μουδιασμένο:

“Three minute horror movie soundtracks of jarring insensitivity by a band who’ve overcome my inherent distrust of Australians”...
Melody Maker

"Neither John Cale nor Alfred Hitchcock was ever this scary."
Trouser Press 

“Cave doesn't so much sing his vocals as expel them from his gut."
Blast Off

Ξεκινούν περιοδεία προώθησης του δίσκου στο Λονδίνο και σε διάφορες πόλεις της Αγγλίας, ενώ αργότερα περνούν τον Ατλαντικό και ανεβαίνουν και σε κάποιες σκηνές της Νέας Υόρκης. Στις συναυλίες ο Cave σπέρνει...τρόμο και ζόφο. Παράλληλα, την ίδια χρονιά δουλεύουν ήδη το δεύτερο άλμπουμ τους. Τον Φεβρουάριο του 1981, καταφθάνουν στο Townhouse Studio του Δυτικού Λονδίνου, για να ηχογραφήσουν το single “Release The Bats/Blast Off”. O θρυλικός Βρετανός παραγωγός Nick Launey, με τον οποίο ο Cave συνεργάστηκε πολλές φορές αργότερα, σε μια σχετικά πρόσφατη (2014) σύνέντευξή του στο Quietus θυμάται:

"I first met them [The Birthday Party] when they turned up at the Townhouse Studio. I had managed to get cheap studio time in Studio Two, after midnight only, which suited them perfectly. They arrived with their gear at about eleven and I remember the receptionist calling me and saying 'I think your band has arrived - at least, they look like one of your bands. Can you get them out of reception? They are scaring the other clients'. I think Queenwere in the other studio. The daytime session in Studio Two was Phil Collins, who had finished and gone home by now. They walked in looking like they hadn't slept in days, all smartly dressed in black like they had just come from church but maybe the church was a ruin with rats, and they hadn't washed in weeks. Being Australian they were actually very polite, but impatient to start - a trait that Cave has never lost. [..] "We recorded two songs, 'Release The Bats' and 'Blast Off', in one night. About halfway through I recognised the disappearing to the bathroom thing, but I'm glad to say it only added to the fuel and edginess of the night." 

Η sophomore κυκλοφορία ονόματι Junkyard (7,5/10) κυκλοφορεί τον Μάιο του 1982. Με αυτόν το δίσκο οι Birthday Party στην ουσία (επαν)ορίζουν το goth και τότε είναι και η εποχή που ο Cave λαμβάνει το προσωνύμιο “The Prince Of Darkness”. Παρόλα αυτά τα πράγματα στις σχέσεις των μελών της μπάντας δεν πάνε και πολύ καλά: Ο ντράμερ Phil Calvert αποχωρεί -διώχνεται κατ’ουσίαν από την μπάντα, μιας και σύμφωνα με τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας “δεν μπορούσε με τίποτα να πιάσει τα beats στο Dead Joe (σ.σ.track No3 του Junkyard)”, ενώ ο Pew συλλαμβάνεται και φυλακίζεται για μια μικροϋπόθεση κλοπής, αλλα και επειδή οδηγούσε μεθυσμένος. Ο βολικός πολυθεσίτης Mick Harvey αφήνει τις κιθάρες και μετακομίζει στα τύμπανα αντικαθιστώντας τον Calvert, ενώ ‘προσλαμβάνεται’ ο Barry Adamson για κάποια live και κάποιες βοήθειες στο studio. Ο Pew αποφυλακίζεται και επιστρέφει στην μπάντα το Καλοκαίρι.
 



The (First) Berlin Years

Παρόλο που το "Junkyard" είναι ο μοναδικός δίσκος με κάποια εμπορική απήχηση, καταλαμβάνοντας και κάποιες έστω χαμηλές θέσεις στα charts, με εξαίρεση τη θερμή υποστήριξη του εμβληματικού παραγωγού και DJ, John Peel, o Nick Cave και η παρέα του νιώθουν στην πρωτεύουσα της Γηραιάς Αλβιώνας σαν ψάρια έξω απ’τα νερά τους, ενώ και ο τύπος -στην καλύτερη- τους αντιμετωπίζει σαν αρχάριους outsiders και -στην χειρότερη- τους...φοβάται. 

“In London were absolutely retarded bands that were playing there at the time, who were nothing like what we thought they were going to be… It was really shoe-gazing bullshit.”   

Αποφασίζουν λοιπόν, το 1982, να αφήσουν το Ηνωμένο Βασίλειο και να μετακομίσουν στο (Δυτικό) Βερολίνο, το οποίο εκείνη την εποχή είναι η νέα Γη της Επαγγελίας για τους μουσικούς και τον καλλιτεχνικό κόσμο γενικότερα, οι late 70’s δόξες και τα πεπραγμένα του Bowie και του Iggy Pop αποτελούσαν το καλύτερο παράδειγμα και είχαν ήδη περάσει στη σφαίρα του μύθου. 

Τα πράγματα εδώ είναι εντελώς διαφορετικά για τον Nick Cave και την παρέα του: Αντιμετωπίζονται με σεβασμό και εκτίμηση, τα gigs μαζεύουν πολύ κόσμο, οι Birthday Party “εισχωρούν” στους υψηλούς underground avant garde κύκλους της πόλης και κάνουν νέους φίλους. 

“We were received with open arms into this community who reminded us of Melbourne, it was frenetic and anarchic and really creative. It didn’t have the same prejudices in the superior way that the British had about our band…” 

Ένας από τους καινούριους καλούς φίλους της μπάντας, ο Γερμανός σκηνοθέτης Wim Wenders, με τον οποίο Cave συνεργάστηκε αργότερα (1987) στην ταινία “Τα Φτερά Του Έρωτα” (ο Nick εμφανίζεται και τραγουδάει), αναφέρει για τους Birthday Party και τις ένδοξες μέρες τους στο Βερολίνο το εξής γλαφυρό:

“There was a hush when they showed up somewhere. They were really big. They were the biggest thing in Berlin.”

Μία ακόμα σημαντική και σημαδιακή γνωριμία, ήταν φυσικά και ο κιθαριστας Blixa Bargeld, μέλος της Γερμανικής industrial μπάντας Einstürzende Neubauten, με τον οποίο ο Cave αναπτύσσει ακαριαία μία πολύ ιδιαίτερη σχέση, βασισμένη στη μουσική - στην Τέχνη γενικότερα, αλλά και στις...καταχρήσεις. Ηρωίνη και αλκοόλ σε τεράστιες ποσότητες. Σε μία μεταγενέστερη συνέντευξή του, ο Nick αναφερόμενος στον Bargeld, αναφέρει το εξής:

“He can make his guitar sound, like, he doesn’t use pedals or effects or anything like that. Just plugs into any amp, uses any guitar. Half the time he doesn’t own a guitar. Comes to tour with no guitar. ‘Where’s your guitar, Blixa?’ ‘I don’t have it anymore’ and he uses the support band’s guitar but he can make the guitar sound like nothing you’ve heard before. He’s brilliant. He’s my hero.”

Οι Birthday Party γίνονται ολοένα και περισσότερο γνωστοί και περιζήτητοι, δίνουν live σε πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής κάνοντας πάταγο και προκαλώντας μεγάλες συζητήσεις γύρω από τη μουσική τους, αλλά και της εν γένει σκηνικής παρουσίας τους. Τούτη η περίοδος της μεγαλύτερης ενδεχομένως ακμής τους, ίσως ξεκινάει τον Σεπτέμβριο του 1982 στην Αθήνα, στο κλειστό του Σπόρτινγκ, στα πλαίσια ενός new wave (;) festival, στο οποίο εκτός της Αυστραλέζικης συμμορίας, συμμετείχαν οι Fall και οι New Order, αλλά και οι δικοί μας Metro Decay. Ήταν η πρώτη μεγάλη συναυλία των Birthday Party σαν τετραμελές σχήμα και με την 'μετακόμιση' του Harvey στα τύμπανα. Η πρώτη φορά που ο Cave πάτησε επί Ελληνικού εδάφους ηταν μια μεγάλη περιπέτεια: Η μπάντα καταφθάνει στο αεροδρόμιο του Ελληνικού (το Βενιζέλος θα φτιαχτεί 19 χρόνια μετά) με το Νικόλα σχεδόν υποβασταζόμενο από τους bandmates. Το βράδυ πριν τη μέρα της συναυλίας, ο Cave ξεχύνεται στα μπαρ του κέντρου κι έπειτα από μια ιστορική κραιπάλη, καταλήγει στο... αστυνομικό τμήμα. Έπειτα από την εξακρίβωση στοιχείων και τις απαραίτητες συστάσεις, αφήνεται ελεύθερος, αλλά εντέλει τον παίρνει ο ύπνος στις σκάλες του σταθμού του Ηλεκτρικού των Κάτω Πατησίων. Να σημειώσω εδώ πως είχα μια φίλη, της οποίας η θεία ισχυρίζεται πως εκείνο το βράδυ έκανε σεξ με τον Cave... :)

Η συναυλία είναι δαιμονισμένη και το Ελληνικό κοινό, έπειτα από μία αρχική αμηχανία, αγκαλιάζει την μπάντα και αναγάγει τον Nick Cave ως τον επόμενο punk μεσσία του. Κι έτσι θα ξεκινήσει ένας μεγάλος και αμοιβαίος έρωτας που κρατάει πια 35 χρόνια, ο οποίος γέννησε άπειρες συναυλίες του Αυστραλού μουσικού στη χώρα μας, πολλές φιλίες, ποτά στο Decadence και στα τριγύρω μπαρ των Εξαρχείων, αλλά και ένα τραγούδι (Lightning Bolts, 2013).  
 


 

Οι Birthday Party αναχωρούν από το Ελληνικό με τρελό hangover και επιστρέφουν στη βάση τους. Ο “μήνας του μέλιτος” και οι ένδοξες μέρες συνεχίζουν για λίγο ακόμα, αλλά δεν κρατάνε για πολύ: Πολύ σύντομα ξεκινούν καβγάδες και γκρίνιες, κυρίως ανάμεσα στον Nick και τον Howard. Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων των EPs Mutiny και The Bad Seed (Οκτώβριος 1982), τα πράγματα αγριεύουν αρκετά, κυρίως σε θέματα που αφορούν το song writing, αλλά και τη γενικότερη ηχητική προσέγγιση της μπάντας. Ο Blixa έχει γίνει πια πολύ κοντινός στο συγκρότημα, συμμετέχει στις ηχογραφήσεις, αλλά και σε κάποιες live εμφανίσεις. Η φιλία του με τον Nick εξελίσσεται και βαθαίνει ακόμα περισσότερο, ο Cave πίνει νερό στ’όνομά του και τον θαυμάζει απεριόριστα. 

Κάποιοι είπαν (και έγραψαν) πως ο Howard ζήλευε τη φιλία του Cave και του Blixa και το όλο bromance τον ενοχλούσε όσο δεν πάει. Η παρουσία του Blixa στο στο στούντιο και η αναφορά του στα credits του Mutiny EP, ήταν η χαριστική βολή για τη σχέση των δύο πάλαι κολλητών, αλλά και για την μπάντα εν γένει. Παρόλο που η κόντρα ήταν μεταξύ Cave και Howard, αυτός που άνοιξε πρώτος την πόρτα, ήταν ο διορατικός και πάντα...κύριος Mick Harvey.  

“The main reason why The Birthday Party broke up was that the sort of songs that I was writing and the sort of songs that Rowland was writingwere just totally at odds with each other – it was mainly a rift which developed between me and Rowland which kind of carried on through the rest of the group… It was certainly enough to make Mick Harvey quit, which is why The Birthday Party broke up officially… Mick has the ability to judge things much more clearly than the rest of us…”

Απ’την άλλη, υπήρχε και η εκδοχή του Howard...

“I was in a complete hiatus for three years I did nothing because I had nothing to do anything for. I’d lost a lot of confidence, I’d written all these songs, but nothing had happened to them. My life had become totally dull, and there seemed to be no real sense in writing songs about being dull.”

Υπήρξε όμως και ένα ζοφερό και βαρύ πέπλο στο background της μπάντας, αυτό της κατάχρησης του αλκοόλ και της ηρωίνης, το οποίο μοιραία επηρέαζε την απόδοση και τη δημιουργικότητα των μελών της. Και, φυσικά, τις μεταξύ τους σχέσεις:

“We drank a lot. We experimented with drugs. We took a lot of drugs for a long time. It was clear that it was a dead end.”

Και κάπως έτσι, τον Αύγουστο του 1983, το Πάρτυ Γενεθλίων έλαβε τέλος. Η κυκλοφορία του “Mutiny” EP το Νοέμβριο εκείνης της χρονιάς βρήκε την μπάντα χώρια ... 



Φυτεύοντας και Θερίζοντας τους πρώτους Κακούς Σπόρους 

Ο Nick Cave περνάει το Φθινόπωρο και το Χειμώνα του 1983 μεταξύ της γενέτειράς του Αυστραλίας και του Λονδίνου, νιώθοντας για πρώτη φορά μετά από χρόνια χωρίς σκοπό και όραμα και εξαντλημένος από την κατάχρηση αλκοόλ και διάφορων ναρκωτικών ουσιών. O μουσικός του σύντροφος και πιστός του φίλος, Mick Harvey, τον στηρίζει και τον εναθαρρύνει να προχωρήσει ένα solo project που είχε στο μυαλό του με το όνομα Man Or Myth. Μαζεύουν παλιούς και νέους φίλους, πρώτον απ’όλους τον κολλητό υπερκιθαρίστα Blixa Bargeld, τον Barry Adamson και τον πολυοργανίστα-πολυθεσίτη Αυστραλό Jim G.Thirlwell. Ξεκινούν κάποιες ηχογραφήσεις στο Λονδίνο, όμως διακόπτουν για την περιοδεία του Cave με τους The Immaculate Consumptive, ένα side project που έτρεχε μαζί με τη Lydia Lynch, τον προαναφερθέντα Thirlwell και τον Marc Almond. Οι πρώτoi μήνες του 1984 βρίσκουν τον Cave πίσω στο Λονδίνο και αμέσως πιάνει...δουλειά, συνεχίζοντας τις ηχογραφήσεις που άφησε στη μέση το περασμένο Φθινόπωρο. Ο Αυστραλός Hugo Race αντικαθιστά τον Thirlwell και η παρέα ξαναμπαίνει στο studio. Αρχικά υιοθετούν το όνομα Nick Cave & The Cavemen, σύντομα όμως καταλήγουν στο Nick Cave & The Bad Seeds, μνημονεύοντας την τελευταία κυκλοφορια των Birthday Party. 

Τον Ιούνιο είναι πια σε θέση να μας παρουσιάσουν την πρώτη δουλειά τους, σκάει σαν βόμβα το αριστουργηματικό και ασύλληπτο From Her To Eternity (9/10). Με όλο το σεβασμό στην ιστορία και στο έργο των Birthday Party, εδώ τα πράγματα απογειώνονται και αποκτούν ένα εντελώς διαφορετικό, πιο βαθύ και πιο πολυσύνθετο, μουσικό νόημα. Κι αν αυτές ήταν οι καλλιτεχνικές διαφορές που χώρισαν τον Cave με τον Howard, ναι, άξιζε ο κόπος (και η διάλυση). Ο Νικόλας βρίσκει νέο χώρο να ξεδιπλώσει τις εμμονές του, βρίσκει το πρόσφορο έδαφος να σκάψει τα στιχουργικά του λαγούμια και το υλικό για να φτιάξει νέες μάσκες και νέες φορεσιές στους απέθαντους δαίμονες που κατοικούν μέσα του. Ξεκινώντας από την κλειστοφοβική και ζοφερή διασκευή στο “Avalanche” του Leonard Cohen και καταλήγοντας στο “A Box For Black Paul”, ο Cave και η παρέα του μας στροβιλίζουν σε ένα 45λεπτο post-punk, experimental rock αριστούργημα. Το ακόλουθο "Cabin Fever", σύνθεση στην οποία συμμετείχε και ο Blixa, είναι τρομακτικό. Ακολουθεί το... Πηγάδι Της Μιζέριας (“Well Of Misery”), ένα σχεδόν 6λεπτο ηχητικό μαστίγωμα που σε κυνηγάει ακόμα και στον ύπνο σου. Στη συνέχεια, έρχεται το ομώνυμο “From Her To Eternity”, με τη συμμετοχή της επί χρόνια -από το 1977- αγαπημένης του Cave, Αnnita Lane, στους στίχους. Είναι απλά συγκλονιστικό και ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά τραγούδια του Cave και των Bad Seeds ever. “Saint Huck” και “Wings Off Flies” συμπληρώνουν το παζλ, ένα σκοτεινό και τρομακτικό τοπίο, μέσα στο οποίο ο Cave και οι Bad Seeds περιφέρονται σαν μισότρελα αλαφιασμένα ξωτικά... 
 


 

The (Second) Berlin Years

Ο Nick Cave χωρίζει με την αγαπημένη του Anita Lane έπειτα από 7 χρόνια...φαγούρας και θυελλώδους έρωτα και το 1985 επιστρέφει στο αγαπημένο του Βερολίνο μαζί με τους Bad Seeds. Εκτός από την Anita, πίσω στο Λονδίνο μένει και ο Hugo Race, o οποίος αποφάσισε να αποχωρήσει από την μπάντα.

Η συμμορία σφύζει έμπνευσης και δημιουργικότητας, κλείνεται στα Hansa Studios και δεν αργεί να μας δώσει το δεύτερο χτύπημα, ακριβώς ένα χρόνο μετά (Ιούνιος 1985) και πριν ακόμα συνέλθουμε από το πρώτο. Πατώντας σταθερά στο punk, αλλά τούτη φορά αγκαλιάζοντας σφιχτά το blues και την americana, κυκλοφορούν το First Born Is Dead (7,5/10). Ο τίτλος του δίσκου αποτελεί αναφορά στον δίδυμο αδερφο του Elvis Presley, Jesse Garon Presley, ο οποίος γεννήθηκε πρόωρα και πέθανε πάνω στη γέννα. Και τo εναρκτήριο όμως καταιγιστικό και ιστορικό “Tupelo”, μία ελεύθερη διασκευή στο ομώνυμο κομμάτι του John Lee Hooker, είναι και αυτό ένα tribute στη γενέτειρα του Elvis Presley. Στο δίσκο έχουμε μία ακόμα διασκευή, το “Wanted Man”, το οποίο είναι ουσιαστικά μία εξέλιξη και μία “εναλλακτική” ανάγνωση μιας σύνθεσης, την οποία είχαν πρωτοξεκινήσει ο Bob Dylan μαζί με τον Johnnie Cash. O δίσκος κλείνει με το “Blind Lemon Jefferson”, μία καθηλωτική blues διήγηση-αφιέρωμα για τον Αμερικανό blues-gospel μουσικό με αυτό το όνομα (Blind Lemon Jefferson, 1893-1929).

To 1986 είναι μία (ακόμα) γεμάτη χρονιά για την μπάντα: Αρχικά, προστίθεται στο line up ο Ελβετός ντράμερ Thomas Wydler. Τον Αύγουστο, κυκλοφορεί ο τρίτος δίσκος του Cave και της παρέας του, το Kicking Against The Pricks (8/10). Ένα άλμπουμ βασισμένο αποκλειστικά σε διασκευές: Από τον Jimmy Web (“By the Time I Get to Phoenix”), τον John Lee Hooker (“I’m Gonna Kill That Woman”) και τον Johnny Cash (“The Singer” / έπος!), ως και τον Billy Roberts (“Hey Joe” / απλά “άρρωστο”), τον Roger Greenway ("Something's Gotten Hold of My Heart" - κομματάρα την οποία διασκεύασε εκπληκτικά δύο χρόνια μετά και ο στενός φίλος του Cave, Marc Almond) και τους Velvet Underground (“All Tomorrow Parties” / προσωπικό αγαπημένο), η μπάντα μας δείχνει την τεράστια προσαρμοστικότητά της, αλλά και το απίθανο εύρος των ικανοτήτων της και του ήχου που μπορεί να προσεγγίσει. Οι ερμηνείες του Cave είναι μοναδικές και εκτυφλωτικές. Στο τέλος της ημέρας, δεν καταλαβαίνεις πως πρόκειται για ένα cover album, ο Νικόλας και οι Σπόροι του κάνουν τα τραγούδια δικά τους και βάζουν πάνω τους φαρδιά πλατιά τη σφραγίδα τους... 

“Kicking Against The Pricks allowed us to discover different elements, to actually make and perform a variety of different sorts of music successfully. I think that helped subsequent records tremendously. [...] How did we select the songs? Hmm... They were all done for different reasons.Basically a list of songs were made and we tried to play them. We tried songs by The Loved Ones and The Saints and all sorts of people that never got on the record. Some songs were tributes, like the Tom Jones song; other songs we didn't think the song was ever done particularly well in the first place. Some songs had just kind of haunted my childhood, like "The Carnival is Over", which I always loved.”

Παραμένοντας στο 1986 και υπό τη βαριά σκιά του ξαφνικού θανάτου του παλιόφιλου Tracy Pew μπασίστα στους Birthday Party από εγκεφαλική αιμορραγία που προκλήθηκε κατά τη διάρκεια επιληπτικής κρίσης, στις 3 Νοεμβρίου, οι Bad Seeds κυκλοφορούν τον 4ο δίσκο τους, Your Funeral My Trial (8/10). Ένα ακόμα διαμάντι, στο οποίο δεσπόζει το θριλεροειδές στοιχειωμένο ‘The Carny”, που με το ξεκούρδιστο φαλτσαριστό πιάνο του σε κρατάει στα 8 λεπτά της διάρκειάς του με τα μάτια ορθάνοιχτα και γουρλωμένα, έκθαμβο παρατηρητή ενός ζοφερού και τρομακτικού σκηνικού. Το κομμάτι ακούγεται (παίζεται live για την ακρίβεια), όπως προαναφέρθηκε στο παρόν άρθρο, και στην βραβευμένη ταινία του Wim Wenders, Τα “Φτερά Του Έρωτα” (1987). Αριστουργηματικό και το “Stranger Than Kindness”, στο οποίο δίνει του στίχους της η παλιά αγαπημένη του Cave, Anita Lane.

"That particular record, which is my favourite of the records we've done, is very special to me and a lot of amazing things happened, musically, in the studio. There are some songs on that record that as far as I'm concerned are just about perfect as we can get really- songs like ‘The Carny’, ‘Your Funeral, My Trial’, and ‘Stranger Than Kindness’, I think are really quite brilliant."
 




Ο Cave και οι Seeds θα επιστρέψουν στη δισκογραφία 2 χρόνια αργότερα, στις 19 Σεπτεμβρίου 1988. Έχοντας καλωσορίσει στην ομάδα τους τον Αμερικανό κιθαρίστα Kid Congo Powers και τον Γερμανό πληκτρά Roland Wolf, μας δίνουν ένα δίσκο ορόσημο για την δική τους πορεία, αλλά και για την ιστορία της μουσικής γενικότερα. Tender Prey (9,5/10), ladies and gents... Ξεκινώντας φυσικά από το opening track "The Mercy Seat", παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα την ιστορία ενός μελλοθάνατου θανατοποινίτη, τον οποίο περιμένει καρτερικά η ηλεκτρική καρέκλα. Το magnum opus (;) του Cave και των Seeds, ένα από τα καλύτερα κομμάτια που έχουν γραφτεί πάνω σε αυτή τη Γη. Το κομμάτι έχει παιχτεί σε όλες τις συναυλίες της μπάντας από το 1988 και δώθε, ένας ερευνητής εντόπισε 2-3 shows κατά τη διάρκεια των οποίων ο Θρόνος του Ελέους δεν εμφανίστηκε, τα ευρήματά του όμως ελέγχονται... Στο Tender Prey όμως, υπάρχει και η “Deanna”, μια ιστορία που έχει τις ρίζες της στην παιδική ηλικία του Cave, αναφέρεται στην παιδική φίλη με αυτό το όνομα που έκανε στην Wangaratta πίσω στα mid 60’s. H Deanna ήταν η κολλητή του Nick, μέχρι που μια μέρα το 12χρονο κορίτσι πυροβόλησε έναν άνδρα και μία γυναίκα και στη συνέχεια κλείστηκε σε ένα παιδικό ψυχιατρείο...

“Deanna was a girl I knew when I was about 8. She lived in a trailer on the outskirts of town with her old man who was basically this drunken wretch of a character.”

Εκπληκτικό φυσικά και το “Up Jumped The Devil”, αλλά και τα “Mercy”, “City Of Refuge”, “Sugar, Sugar, Sugar”. Προφανώς, όμως, όταν βαθμολογώ έναν δίσκο με 9/10 όπως έκανα παραπάνω, δεν υπάρχει μέτριο -πόσο μάλλον κακό- κομμάτι... 

Την ίδια χρονιά, το 1988, ο Nick Cave μας συστήνεται και ως συγγραφέας και εκδίδει το πρώτο του βιβλίο, ονόματι “King Ink”. Θα ακολουθήσει το sequel “King Ink II” το 1997, ενώ μεσολάβησε “And the Ass Saw the Angel” (1989). Το 2009 κυκλοφορεί το ‘The Death of Bunny Munro’ και το 2015 μας δίνει το “The Sick Bag Song”

Πίσω στο 1988: Ο Νικόλας έχει μόλις τριανταρίσει και μαζί με τους Bad Seeds μας έχει δώσει 5 δίσκους μέσα σε 5 χρόνια. Τι κατάφερε; Εκτός φυσικά από το γεγονός πως άφησε, μαζί με τους comrades τους, 5 ρηξικέλευθα και σχεδόν αψεγάδιαστα διαμάντια, κατόρθωσε σταδιακά να διαμορφώσει και να ορίσει των ήχο των Bad Seeds και να μορφοποιήσει το όραμά του… Με βάση το (post) punk, όπως αυτό εκφράστηκε από τους δαιμονισμένους Birthday Party, έφτιαξε ένα ηχοτοπίο που κλείνει στο μάτι πότε στο blues/gospel του Αμερικάνικου Νότου, πότε στην πειραματική και στην art ροκ, ορίζοντας εντέλει –μαζί με άλλους σημαντικούς μουσικούς της εποχής- την indie/alternative. Όμως, αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι και αποστασιοποιημένοι από τις ταμπέλες, αυτό που ο Cave και οι Bad Seeds κατάφεραν με τους 5 δίσκους που μας έδωσαν στα 80’s ήταν να φτιάξουν ένα genre εντελώς δικό τους, τον ήχο και το είδος του Nick Cave & The Bad Seeds. Κι αυτό καθόλου αδιάφορους δεν άφησε κοινό και κριτικούς, με αποκορύφωμα την κυκλοφορία του Tender Prey, ο θόρυβος της μπάντας ηχούσε όλο και πιο δυνατά στους μουσικούς κύκλους και ο Cave θεωρείτο πια ως μία από τις πιο σημαντικές και πλέον υποσχόμενες rock φιγούρες του πλανήτη.

Κι αν μουσικά μιλώντας, τα πράγματα για τον Cave και τους Seeds πήγαιναν από το καλό στο καλύτερο, δεν θα μπορούσαμε να πούμε το ίδιο και για τις προσωπικές ζωές των μελών της μπάντας, όπου –με μπροστάρη τον ίδιο τον Cave- η ηρωίνη εξακολουθούσε να κάνει κουμάντο και να θέτει σε κίνδυνο τόσο την πορεία του σχήματος, όσο και τις ίδιες τις ζωές τους. 

Το 1988, δηλώνει πως "I can’t help it that I take that particular drug" και ακολουθεί ένα πρόγραμμα αποτοξίνωσης. Το ολοκληρώνει με επιτυχία και επιστρέφει στο Λονδίνο, όπου για αρκετές εβδομάδες αποφεύγει τους κύκλους που ενδεχομένως θα τον έβαζαν σε πειρασμούς και ακολουθεί πιστά μία αυστηρώς vegetarian διατροφή.


 

Τα Ένδοξα 90's: Αναγνώριση, Καταξίωση και... Mainstream

Το 1989, ανανεωμένος και γεμάτος με νέα ενέργεια, διαμένει στη Βραζιλία στα πλαίσια της περιοδείας της μπάντας. Εκεί γνωρίζει και ερωτεύεται τη Βραζιλιάνα δημοσιογράφο Viviane Carneiro. Στο Σάο Πάολο της Βραζιλίας, θα γράψει (το μεγαλύτερο μέρος) και θα ηχογραφήσει μαζί με τους υπόλοιπους Bad Seeds τον 6ο τους δίσκο, ο οποίος ονομάζεται The Good Son (8/10) και κυκλοφορεί στις 17 Απριλίου 1990. Από το εξώφυλλο κιόλας του δίσκου, διαφαίνεται ο νέος αποτοξινωμένος και ερωτευμένος Cave: Καθισμένος στο πιάνο με λευκό κοστούμι και περιστοιχισμένος από 4 αγγελόμορφα κοριτσάκια, μας δείχνει ξεκάθαρα τις διαθέσεις του και τι μας περιμένει στο δίσκο. Ο Cave πάντα είχε μία έφεση στις μπαλάντες, το είχαμε καταλάβει αυτό στις προηγούμενες δουλειές του. Στο Good Son όμως, αφήνει τον εαυτό του αβαρή σε πιανιστικές αιθέριες μελωδίες, παρασύροντας μαζί του τους Seeds, αλλά φυσικά και τους ακροατές, σε ένα φωτεινό γλυκερό μουσικό ταξίδι. Ως επί το πλείστον. Γιατί αν το εναρκτήριο “Foi Na Cruz” (που σημαίνει «Συνέβη Πάνω Στο Σταυρό» και είναι βασισμένο σε προτεσταντικό Πορτογαλέζικο ύμνο) μας βάζει σε ένα uplifting και εξαγνιστικό mood, το ακόλουθο και ομώνυμο 6λεπτο “The Good Son” μας διαλύει σε κομμάτια μέσα από μία ασθμαίνουσα και συγκλονιστική διήγηση-ερμηνεία. Ακολουθούν βέβαια καθαρτικά μπαλαντοειδή διαμάντια, με τα “Weeping Song” και “Ship Song” να στέκονται ψηλότερα απ’όλα και να κλέβουν τα φώτα στη νέα παράσταση του Cave και της καλοκουρδισμένης κομπανίας του. Όχι ότι τα υπόλοιπα τραγούδια του δίσκου πάνε πίσω… Ένα ακόμα διαμάντι – 6ο στη σειρά!

"I guess The Good Son is some kind of reflection of the way I felt early on in Brazil. I was quite happy there. I was in love and the first year or two was good. The problem I found was ... in order to survive you have to adopt their attitudes towards everything, which are kind of blinkered."

Tην επόμενη χρονιά, το 1991, ο Cave κατορθώνει κάτι αρκετά σπάνιο κατά τη γνώμη μου, γίνεται πατέρας 2 αγοριών, τα οποία φέρνουν στη ζωή δύο διαφορετικές γυναίκες σε δύο διαφορετικά σημεία του πλανήτη: Πρώτα η Carneiro, στη Βραζιλία, φέρνει στη ζωή τον Luke. Και λίγο αργότερα, η Beau Lazenby, στην Αυστραλία, γεννάει τον Jethro, τον οποίο ο Cave είδε για πρώτη φορά όταν ήταν 8 χρονών. Ο Jethro ζει και βασιλεύει, είναι πια 26 ετών και εργάζεται ως μοντέλο. 

Από το 1990 κιόλας και λίγο μετά την κυκλοφορία του The Good Son, ο Kid Congo Powers και ο Wolf έχουν αποχωρήσει από τους Bad Seeds και έχουν αντικατασταθεί από τους Casey (μπάσο) των θρυλικών Triffids και Savage (πλήκτρα). O Cave έχει εγκαταλείψει μια για πάντα την (επικίνδυνη για την υγεία του όπως αποδείχτηκε) φωλιά του Βερολίνου και περνά αρκετό χρόνο στην Αμερική, τόσο στη Βόρεια όσο και στη Νότια, για να μπορεί να βλέπει στη Βραζιλία την αγαπημένη του Carneiro (του συγχώρεσε την ατασθαλεία με τη Lazenby) και τον μικρό γιο τους. 

Ο 7ος δίσκος του Cave και των Bad Seeds είναι έτοιμος και είναι από τους αγαπημένους μου. Ηχογραφήθηκε στα Sound Cities Studios της Καλιφόρνια και ονομάζεται Henry’s Dream (9/10). Παραγωγός για πρώτη φορά ο David Briggs, ο οποίος έφτιαξε το όνομά του από τη συνεργασία του με τον Neil Young. Στο στούνιο «πέφτει λίγο ξύλο», μιας και η one-take live προσέγγιση του Briggs, βρίσκει εντελώς αντίθετο τον Cave. Παρόλα αυτά, ο Νικόλας υποχωρεί (αν και ένα χρόνο μετά ξαναμιξάρισε το δίσκο με τους δικούς του όρους για να –σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου- «αποδοθεί δικαιοσύνη») και το «Όνειρο του Χένρι» κυκλοφορεί στις 27 Απριλίου του 1992. Δεν μπορώ να αψηφήσω τις αντιρρήσεις του Cave, αυτός ξέρει καλύτερα, αλλά απ’άκρη σ’ακρη, από νότα σε νότα και από στίχο σε στίχο, ο δίσκος είναι διαβολεμένα αριστουργηματικός. Δυσκολεύομαι να αναφέρω συγκεκριμένα τραγούδια, αλλά σίγουρα το εναρκτήριο “Papa Won’t Leave You Henry” και το ακόλουθο “I Had A Dream Joe” μαζί με τα σκοτεινά “John Finn’s Wife” και “Jack The Ripper” έχουν σημαδέψει τη ζωή μου και με έχουν αναγκάσει να πατήσω το play πάνω τους πολλές δεκάδες φορές. Τα ίδια ισχύουν και για το υπερεμπνευσμένο και πανέμορφο “Loom Of The Land”. Κάποια χρόνια αργότερα από την κυκλοφορία του άλμπουμ, ο Cave ανέφερε πως κύρια πηγή έμπνευσης αποτέλεσαν οι βρώμικοι δρόμοι της Βραζιλίας, η φτώχεια στις φαβέλες, οι ζητιάνοι και τα εξαθλιωμένα παιδιά που αντίκριζε στα σοκάκια του Σάο Πάολο και του Ρίο.

Την επόμενη χρονιά, το 1993, ο Cave χωρίζει με την Carneiro και εγκαθίσταται στο Λονδίνο. Ξεκινάει να δουλεύει νέα κομμάτια, τα οποία κυκλοφορεί στο δίσκο Let Love In (9/10), o οποίος έρχεται στις 18 Απριλίου του 1994. Εγώ έδινα Πανελληνίες και ο οικογενειακός μύθος λέει πως το συγκεκριμένο άλμπουμ στάθηκε η αιτία να μην περάσω στο Ελληνικά πανεπιστήμια... Παίζει να ισχύει αυτό, η αλήθεια είναι πως από τη μέρα που μπήκε στο σπίτι μας αυτός ο Σατανάς, οι επαναλήψεις στην Ιστορία και στα Αρχαία μειώθηκαν επικίνδυνα. Γενικώς, η συγκέντρωσή μου δοκιμάστηκε και το μυαλό μου έφευγε “σ’άλλη Γη, σ’άλλα μέρη”, ο δίσκος με είχε τύπου μαγέψει και με είχε κάνει υποχείριό του, έπαιζε ασταμάτητα πάνω στο πικάπ σχεδόν όλη μέρα, μέχρι που έφτασε ο Ιούνιος και άρχισαν οι Πανελλήνιες, οπότε τον άφησα για λίγο στην άκρη μπας και το σώσω... Ολόκληρο το απαρτιζόμενο από 10 κομμάτια tracklist είναι διαμαντένιο και κάθε τραγούδι έχει τον δικό του ξεχωριστό -άλλοτε υπέροχο και άλλοτε ζοφερό- κόσμο. Τα δύο “Do You Love Me?” στην αρχή και στο φινάλε του δίσκου, ο δυναμίτης “Jangling Jack”, ο σαγηνευτικός κι αγριεμένος “Loverman” και ο “Πεινασμένος Σκύλος” (“Thirsty Dog”), το απογειωτικό ψυχοθεραπευτικό ομώνυμο “Let Love In”, το γλυκόπικρο “Nobody’s Baby Now” και τα σκοτεινά “Ain’t Gonna Rain Anymore” και “Lay Me Low”. Και φυσικά, το έπος του “Red Right Hand”. Δισκάρα για ακόμα μία φορά. 

Στα αξιοσημείωτα του δίσκου, τα φωνητικά του παλιόφιλου Rowland S. Howard στο “Do You Love Me?” και η πρώτη guest εμφάνιση του υπέρτατου Warren Ellis των Dirty Three με τα...χρώματα των Bad Seeds -βιολί στο “Do You Love Me Part II”- απαρχή μίας μελλοντικής πολύχρονης συνεργασίας και αδελφικής φιλίας. Λίγο μετά την κυκλοφορία του δίσκου, ο Jim Sclavunos (percussion, drums, organ) προστέθηκε στο line up της μπάντας.
 




Η δημοφιλία του Cave και των Bad Seeds παραμένει σε σταθερά ανοδική πορεία και η αναγνώριση του ήδη ογκώδους και σημαντικότατου μουσικού έργου τους έχει αρχίσει να έρχεται από ολοένα και περισσότερο κόσμο, κάτι που φαίνεται από τις πωλήσεις των δίσκων τους, αλλά και από τον κόσμο που συρρέει στις συναυλίες τους. Το πράγμα θα έφτανε στο απόγειό του μέσα από μία κάπως...δολοφονική ιδέα και από ένα τραγούδι που ποτέ ως τότε δεν είχε βρει το χώρο και την κατάλληλη στιγμή να ορθώσει το 15λεπτο ανάστημά του. 

Αναφέρομαι φυσικά στο ιστορικό 9ο δίσκο της μπάντας, Murder Ballads (8,5/10), ο οποίος φτιάχτηκε με την αρχική σκέψη να χωρέσει επιτέλους σε κάποιο άλμπουμ το από την εποχή του “Henry’s Dream” φτιαγμένο “O’Malley’s Bar”, που ‘έτρωγε πόρτες’ λογω της θεματικής του (μια αληθινή ιστορία δολοφονίας), αλλά και της τεράστιας διάρκειάς του (14’28”). Έπεσε λοιπόν η ιδέα να γραφτεί ένας δίσκος που θα περιγράφει αληθινές ιστορίες φόνων πάθους και έρωτα...  

"We couldn't use 'O'Malley's Bar' on any of our other records. So we had to make a record, an environment where the songs could exist. I was going around everywhere with letters of intent, pushing them at everyone I knew, saying ‘Do you want to be in this film?’ "

H ιδέα άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά και θεωρώ πως ήταν βούτυρο στο...μαύρο ψωμί του Nick Cave, το concept του άλμπουμ ταίριαξε μάλλον υπέροχα με την σκοτεινή πλευρά του Αυστραλού μουσικού, η οποία υπήρχε ακόμα κάπου στην ψυχή του και ζητούσε εκ νέου τροφή, πάντα υπάρχει και -δυστυχώς- πάντα ανατροφοδοτείται από τις “έξωθεν” περιστάσεις που κρύβει η αληθινή ζωή για τον Cave... 

Ο δίσκος κυκλοφόρησε στις 5 Φεβρουαρίου 1996. Ο χαμός είχε ξεκινήσει όμως από τον Οκτώβριο του περασμένου έτους (2/10/1995), όταν και κυκλοφόρησε το leading single του δίσκου “Where The Wild Roses Grow”, μια ιστορία δολοφονικού πάθους, ένα αξεπέραστο και πραγματικά συγκινητικό ντουέτο του Cave με την συμπατριώτισά του βασίλισα της pop, την λαμπερή Kylie Minogue. To κομμάτι προκάλεσε παροξυσμό, παιζόταν ασταμάτητα στα ραδιόφωνα και τα κανάλια όλου του πλανήτη και αποτέλεσε τον πολιορκητικό κριό για τον δίσκο, ο οποίος από κεκτημένη ταχύτητα πούλησε πιο πολύ από κάθε άλλον του Cave από τις πρώτες κιόλας μέρες της κυκλοφορίας του. 

Σίγουρα, κάποιοι ανυποψίαστοι που προμηθεύτηκαν το “Murder Ballads” αποκλειστικά λόγω του single, θα έπαθαν κάποιου είδους σοκ, ακούγοντας το δίσκο να ανοίγει με το κατατονικό στοιχειωμένο “Song Of Joy”, σχεδόν 7 λεπτά απόλυτου ζόφου και τρόμου, και να συνεχίζει με το καταποντιστικό “Stagger Lee” - που με το πέρασμα των χρόνων εξελίχθηκε σαν ένα από τα πιο αγαπητά κομμάτια του κοινού. Σαν από μηχανής Θεός έρχεται στη συνέχεια το ντουέτο με την Polly Jean Harvey, το “Henry Lee”, για να κατευνάσει κάπως τα πνεύματα - στο μουσικό τουλάχιστον μέρος, διότι στο στιχουργικό αντιμετωπίζουμε σχεδόν splatter καταστάσεις: “She leaned herself against a fence, just for a kiss or twoAnd with a little pen-knife held in her hand, she plugged him through and through...”. Κάπως έτσι πάει όλος ο 9ος δίσκος του Nick Cave και των Bad Seeds, από φόνο σε φόνο, από πόνο σε πόνο και από κομματάρα σε κομματάρα, μέχρι να κλείσουμε με το αποχαιρετιστήριο καθαρτικό “Death Is Not The End”

"I was kind of aware that people would go and buy the Murder Ballads album and listen to it and wonder 'What the fuck have I bought this for?' because the Kylie song wasn't any true indication of what the record was actually like."

Το “Murder Ballads”, πέρα από πωλήσεις, αλλεπάλληλα sold outs και απόλυτη αναγωρισιμότητα, έφερε για τον Cave και πλήθος διακρίσεων, για τις οποίες ναι μεν καμάρωνε, αλλά δεν είχε σκοπό να τις διεκδικήσει. Προτάθηκε σαν υποψήφιος των MTV Awards για το βραβείο του Best Male Artist για το 1996, αποσύρθηκε όμως από το διαγωνισμό, λέγοντας πως δεν νιώθει καθόλου άνετα να ανταγωνίζεται συναδέλφους μουσικούς.

Στα παρασκήνια του δίσκου δεν θα μπορούσαμε να μην αναφερθούμε στο μεγάλο ειδύλλιο του Νικόλα με την P.J.Harvey, θυελλώδες αλλά σύντομο, ξεκίνησε σχεδόν ταυτόχρονα με την κυκλοφορία του άλμπουμ και έληξε έναν χρόνο μετά, το 1997. 

Επιπλέον, με το “Murder Ballads”, επισημοποιείται κατά κάποιον τρόπο η παρουσία του Warren Ellis στους Bad Seeds.
 


 

Ο άνθρωπος των αντιθέσεων και της πολυμορφικής και αστείρευτης καλλιτεχνικής έκφρασης, ο Nicholas Edward Cave, επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές με την αμέσως επόμενη κυκλοφορία του: Από το εξωστρεφές και πολυσυλλεκτικό, αιμοσταγές και creepy “Murder Ballads”, στο εσωστρεφές και απείρως λιτό, τρυφερό και ήπιο The Boatman’s Call (7,5/10), το οποίο κυκλοφόρησε στις 3 Μαρτίου 1997. Ο Cave κλείνεται στη...σπηλιά του, χαμηλώνει τα φώτα και την ένταση και μας δίνει 12 πιανιστικές πανέμορφες μπαλάντες, κάποιες από τις οποίες θα θυμόμαστε για χρόνια και θα μας συντροφεύουν στις δικές μας ‘κλειστές’. “Into My Arms” και “West Counrty Girl”, “Black Hair” και “Green Eyes” (γραμμένα για την P.J.Harvey, ένας χωρισμός είναι πάντα εμπνευστικός), αλλά και τα προσωπικά αγαπημένα “There Is A Kingdom” και “(Are You) The One That I’ve Been Waiting For” ξεχωρίζουν, σε έναν δίσκο που αγαπήθηκε από το κοινό και τον τύπο, και από τον ίδιο τον Cave φυσικά, αν και του προκάλεσε ανάμικτα συναισθήματα.

“The more personal songwriting came about with ‘The Boatman’s Call’... As much as I love that record, there is an element that disgusts me in as much as I think, at the time, I was some kind of thing that sought out disaster. [...] When I was making half that record I was furious because certain things had happened in my love life that seriously pissed me off. And some of those songs came straight out of that. I don't regret making it ... the songs are of a moment when you felt a certain way. When ... you just think, 'Fuck - please!' ” 

Και, ναι, το “Boatman’s Call” ήταν μία επίπονη για τον Cave διαδικασία απολογισμού, αυτοκριτικής και αυτοανάλυσης, δεν θα βρεις μέσα του μόνο τις προαναφερθείσες αναφορές στην Poly Jean Harvey, αν τον αναλύσεις ενδελεχώς θα συναντήσεις και την Βραζιλιάνα Viviane Carneiro και το μικρό γιο τους, αλλά και την Beau Lazenby και τον μικρό Jethro... Η σπηλιά του Cave έχει στο βάθος της σημεία θεοσκότεινα και βρώμικα, έχει μέσα δηλητήρια και θανατηφόρες παγίδες, απόκρημνους γκρεμούς και στοιχειωμένες κρύπτες. Εκεί φώτισε θαρραλέα και γεμάτος ειλικρίνεια με το “Boatman’s Call” ο Cave. Για να νικήσεις κάτι, πρέπει πρώτα να το αποδεχτείς και να το αντικρίσεις - μούρη με μούρη...  

Στις 22 Σεπτεμβρίου του 1997 αυτοκτονεί ο επιστήθιος φίλος του, ο Αυστραλός μουσικός frontman των INXS, Michael Hutchence. Πέρα από τη δυνατή φιλία τους, να αναφερθεί πως ο Cave ήταν και ο νονός της κόρης του Hutchence, της μικρής Heavenly Hiraani Tiger Lily. Ο Nick βυθίζεται σε απόγνωση και στη θλίψη. Επιστρέφει για τα καλά στο αλκοόλ και στην ηρωίνη... 

Και μέσα απ’το χάος, εμφανίστηκε σαν άγγελος σωτηρίας και αναγέννησης, μία (άλλη) γυναίκα, η Βρετανίδα Susie Bicks, η οποία εργάζεται ως μοντέλο. Το 1999 η Susie εγκαταλείπει τη δουλειά και ο Cave μια για πάντα την ηρωίνη και τo (πολύ) αλκοόλ και οι δυο τους παντρεύονται. Μετακομίζουν στο Brighton, όπου και ζουν ως σήμερα, και στην αυγή του 21ου αιώνα, το 2000, φέρνουν στη ζωή δυο δίδυμα αγόρια, τον Arthur και τον Earl. Η ζωή τους φυλάει μία ανείπωτη τραγωδία, καθώς 15 χρόνια αργοτερα, στις 14 Ιουλίου του 2015, ο Arthur θα πέσει από γκρεμό στο πέρασμα του Ovingdean Gap του Brighton και θα φύγει απ’τη ζωή. Αρκετούς μήνες μετά, το ιατροδικαστικό πόρισμα θα δείξει πως ο 15χρονος εκείνη την καταραμένη μέρα είχε πειραματιστεί με το ναρκωτικό LSD και οι παραισθήσεις που προήλθαν από τη δράση του ήταν και η αιτία της μοιραίας πτώσης του...
 


 

Blixaless, Harveyless και Grinderman

Πίσω στο 2000. Ο Cave ζει μια νέα ζωή, μακριά από καταχρήσεις, πατέρας και σύζυγος, παρόντας στο σπίτι της οικογένειάς του, κάνοντας ένα διάλειμμα τόσο από τη δισκογραφία όσο και από τις περιοδείες, αποφασισμένος μάλλον να μην επαναλάβει τα λάθη του κοντινού παρελθόντος... Στο σπίτι όμως, υπάρχει ένα γραφείο, πάνω στο οποίο ο Νick ετοιμάζει και γράφει ασταμάτητα τραγούδια. Υπάρχει φυσικά και ένα πιάνο και μια κιθάρα, ενισχυτές, μικρόφωνα και χίλια δύο... Εκεί λοιπόν ετοιμάζει την επιστροφή των Bad Seeds, τα συννεφιασμένα πρωινά και τα ήσυχα βράδια του φιλήσυχου Brighton.

H επιστροφή αποκτά όνομα και υπόσταση στις 2 Απριλίου του 2001, όταν και κυκλοφορεί ο 11ος δίσκος του Cave και των Seeds, No More Shall We Part (8,5/10). Ένας δίσκος που στ’αυλάκια του εμπεριέχει όλη την ατμόσφαιρα που περιγράφηκε πριν, όλη την καθαρτική 4ετία που προηγήθηκε, τον έρωτα και την πατρότητα, την γλυκιά μελαγχολία και ανακούφιση που αφήνει το αντίο από το πένθος -το κυριολεκτικό και το μεταφορικό- και τον θρήνο -τον αληθινό και τον ολοκληρωτικό- , αυτήν την αβέβαιη αίσθηση του να αφήνεις πίσω σου πρόσωπα, στιγμές και μέρες, κοιτάζοντας μπροστά και υφαίνοντας μια καινούρια ζωή. Στο No More Shall We Part κατοικούν 3-4 κάπως υποτιμημένα Cave-ικά αριστουργήματα, όπως η opening τριάδα “As I Sat Sadly By Her Side”, “No More Shall We Part” και “Hallelujah”, αλλά φυσικά και το επικό “Fifteen Feet Of Pure White Snow”. Από κοντά το αγαπημένο μου “Oh My Lord”. Ο Ellis έχει αρχίσει να επιδρά στον ήχο της μπάντας, το βιολί του σε σκίζει χίλια κομμάτια σχεδόν καθ’όλη τη διάρκεια του άλμπουμ. 

Την περίοδο του “No More Shall We Part” την έζησα πολύ έντονα και από πολύ κοντά. Ήμουν στο Λονδίνο για σπουδές και ένα απόγευμα μου συνέβη το εξής αξέχαστο και απίστευτο: Περπατούσα στις όχθες του Τάμεση, κοντά στο Big Ben. Μια ξαφνική και απείρου κάλλους νεροποντή με ανάγκασε να διαβώ την πρώτη πόρτα που βρήκα ανοιχτή μπροστά μου, ήταν αυτή μιας ψιλοκυριλέ μπιραρίας. Η ζέστη του χώρου ακαριαία αγκάλιασε το μουσκεμένο σώμα μου και ένα Jameson χωρίς πάγο αγαλλίασε την ψυχή μου. Έτσι όπως καθόμουν στην μπάρα και άναψα ένα τσιγάρο (επιτρεπόταν ακόμα τότε), είδα έναν ψηλό μεγαλοπρεπή κύριο με κοστούμι να σηκώνεται από το τραπέζι του και να παίρνει θέση στο αραχνιασμένο πιάνο που βρισκόταν στην άκρη της μπιραρίας. Ήταν ο Nick Cave και σαν θαμώνας του ήρθε να μας παίξει 5-6 κομμάτια από τον καινούριο του δίσκο, το “No More Shall We Part” που μόλις είχε κυκλοφορήσει, μαζί με 2-3 παλιότερα... Λίγο αργότερα, στις 6 Μαϊου του 2001, τον είδα και πάνω στη σκηνή του Brixton Academy σε ένα από τα καλύτερα live της ζωής μου ως τώρα.

To 2003 ήρθε ο 12 δίσκος του Cave και των Κακών του Σπόρων και είναι και ο χειρότερός μου. Ονομάστηκε Nocturama (6/10) και κυκλοφόρησε στις 3 Φεβρουαρίου. Οκέι, εκεί θα βρεις το ευρηματικό και σκαλωματικό “Bring It On” και το 15λεπτο έπος “Babe, I’m On Fire”, αλλά από εκεί και πέρα ο Cave και η παρέα του σκοντάφτουν σε αρκετές μετριότητες και προβλεψιμότητες, δίνοντάς μας ένα σχετικά αδύναμο σύνολο.  

Την κυκλοφορία του “Nocturama”, ακολούθησε ένα πολύ σημαντικό γεγονός: Ένα από τα πιο σημαντικά και παλαιότερα μέλη των Bad Seeds, ο μουσικός διόσκουρος του Cave, ο κιθαρίστας Blixa Bargeld ανακοίνωσε την αποχώρησή του από το σχήμα, για να -όπως είπε ο ίδιος- αφιερώσει περισσότερο χρόνο στην δική του παλιά μπάντα Einstürzende Neubauten. Ο Blixa ήταν στους Bad Seeds 20 χρόνια. Τον αντικαθιστά ο Άγγλος ηθοποιός, κιθαρίστας και οργανίστας, James Johnston. 

Απτόητοι, ο Cave και οι Seeds επιστρέφουν στη δισκογραφία μόλις έναν χρόνο αργότερα, το 2004, και μάλιστα με διπλό δίσκο, ο οποίος περιείχε 17 κομμάτια. Το νέο, φιλόδοξο και μεγαλεπήβολο δημιούργημα, ονομάστηκε Abattoir Blues / The Lyre of Orpheus (6,5/10). Από τον τίτλο του, καταλαβαίνουμε πως στην ουσία πρόκειται για δύο δισκους στη συσκευασία του ενός. 

Οι διαφορές στο ηχητικό στιλ των δύο είναι εμφανείς, το Abbattoir Blues είναι καταιγιστικό και αρκούντως “επιθετικό”, ενώ το “The Lyre of Orpheus” απαρτίζεται από 8 γαλήνιες μπαλάντες. Φυσικά και θα βρεις κομμάτια να αγαπήσεις και σε αυτό το άλμπουμ του Cave, αλλά το γενικό σύνολο δεν σε απογειώνει ποτέ και η τελική γεύση που σου αφήνει είναι κάπως άνοστη. Αυτό πιστεύω εγώ, διότι το δίσκος υμνήθηκε από τους fans και τα media και τον βρίσκεις στις λίστες με τις καλύτερες κυκλοφορίες των 10’s (εκεί που κανονικά κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να βρίσκεται το “No More Shall We Part”). 

Το μεγάλο κέρδος από τον δίσκο ήταν η ακόμα μεγαλύτερη αξιοποίηση του ταλέντου του Warren Ellis, καθώς και η ολοένα και περισσότερο ενεργή συμμετοχή του στα τεκταινόμενα της μπάντας. Ο Cave δείχνει τον εμπιστεύεται και να βασίζει πάνω του μεγάλο μέρος των ιδεών του, ενώ σιγά-σιγά γεννιέται μεταξύ τους και μια πολύ δυνατή φιλία. 

“I think I bring out something in Warren that he doesn't get on his own, and the same for me. I know that because of the difficulty that has always been for me to write songs. The process is very lonely. It was similar for music because I could never really tell, playing the chords on the piano, if the song was going to be great or just dead in the water when I showed it to the band. Now I have a kind of collaborator. It's just made the process so much more enjoyable and fruitful.”

Οι δυο τους συνεργάζονται αγαστά το 2005 για το soundtrack της ταινίας, “The Prοposition” και τα αποτελέσματα είναι εξαίσια... Στη συγκεκτριμένη ταινία ο Nick Cave ήταν υπεύθυνος και για το screenplay. Η αγάπη και η εμπλοκή του Cave με τον κινηματογράφο είναι μια παλιά ιστορία, που ξεκίνησε από τα 80’s, όταν και εμφανίστηκε -όπως προαναφέρθηκε στις Berlin Days των Bad Seeds- στην ταινία του Wim Wenders, ‘Τα Φτερά Του Έρωτα’ (1987). Παράλληλα, γράφει το σενάριο (μαζί με τον πάλαι Seed, Hugo Race) για την ταινία ‘Ghosts... of the Civil Dead’, η οποία κυκλοφόρησε το 1988 σε σκηνοθεσία John Hillcoat. O Cave μάλιστα κάνει και σε αυτήν ταινία και μια cameo εμφάνιση. Το 1991 συνεργάζεται ξανά με τον Wenders, αυτή φορά για την ταινία ‘Till The End Of The World’, για την οποία γράφει το πρωτότυπο...σχεδόν ομώνυμο κομμάτι “(I'll Love You) Till the End of the World”. Τραγούδια του Cave & των Bad Seeds έχουν ακουστεί σε αμέτρητες σειρές και ταινίες, ενδεικτικά αναφέρω το “There Is A Light” στο ‘Batman Forever’ (1995), το “Red Right Hand” στο ‘Dumb And The Dumber’ (1994), στο ‘Scream’ (1996), αλλά και στις σειρές ‘X-Files’ και πιο πρόσφατα στο δημοφιλέστατο ‘Peaky Binders’ και το “Ο Children” στο ‘Harry Potter and the Deathly Hallows - Part 1’ (2010). Οι μουσικές του Cave και του Ellis δεν σταμάτησαν το 2005 με το “The Proposition”, τουναντίον συνεχίζονται ως και σήμερα με μεγάλη πυκνότητα και υψηλότατη ποιότητα: 2006: “The Assassination of Jesse James by the Coward Robert Ford”. Αριστουργηματικό OST και πολύ καλή ταινία του Andrew Dominik, στην οποία ο Cave κάνει και cameo εμφάνιση προς το τέλος. 2009: “The Road” του John Hillcoat. 2011: “Dias de Gracias” του Everardo Gout και “Lawless” του Hillcoat, με τον Cave να αναλαμβάνει και το screenplay. To κομμάτι των τίτλων του δεύτερου κύκλου της σειράς True Detective “All The Gold In California” (2015) είναι απλά έπος...  
 


 

Πίσω στα mid 00’s: Ο Cave και ο Ellis, σχεδόν παράλληλα με τη συνεργασία τους στο “Preposition”, σκαρφίζονται ακόμα μία, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιδέα: Επιστρατεύοντας άλλους δύο “σπόρους”, τον Sclavunos και τον Casey, δημιουργούν το side project των Grinderman. Φαίνεται πως η μπάντα είναι αποτέλεσμα του γεγονότος πως ο Cave είχε κάπως “μπουκώσει” και “πήξει” με τους Bad Seeds και ήθελε μια τύπου αλλαγή και ανανέωση... Σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του Cave, “Grinderman is a way to escape the weight of The Bad Seeds...”  

Αν η αείμνηστη Ζωή Λάσκαρη, είχε την ικανότητα να “ξυρίσει το μουστάκι” ενός άνδρα, και πιο συγκεκριμένα του βαρύ κι ασήκωτου Φαίδωνα Γεωργίτση (βλ.την ταινία ‘Οι Θαλασσιές οι Χάντρες”/1966), το project των Grinderman είχε ακριβώς της ανάποδη δύναμη, μιας και ο Cave για χάρη του νέου του σχήματος άφησε για πρώτη φορά ένα μεγαλοπρεπές μουστάκι, συμβατό με τον Αμερικανοαναθρεμμένο σκληρό και ωμό garage rock ήχο που προσέγγισε η μπάντα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και -για επίσης πρώτη φορά στην πολυετή καριέρα του- πιάνει την κιθάρα, τόσο στο στούντιο, όσο και τα live που ακολούθησαν. 

Ο πρώτος δίσκος των Grinderman, ο οποίος ηχογραφήθηκε μέσα σε 4 (!) μέρες, κυκλοφόρησε στις 5 Μαρτίου του 2007 και πήρε τον τίτλο του από το όνομα της μπάντας, Grinderman (7/10). Εκπληκτικά το singles “No Pussy Blues” και “(I Don’t Need You To) Set Me Free”, καλό και το “Bring It On”, ασύλληπτο το ζοφερό και τρομακτικό, προσωπικό αγαπημένο, “Electric Alice”. Μέχρις εκεί όμως, ο δίσκος ήταν καλός, αλλά δεν μας άλλαξε και τη ζωή... 

Την επόμενη χρονιά, η τετράδα των Grinderman επιστρέφει και συναντά τους υπόλοιπους Bad Seeds, για να δουλέψουν και να ηχογραφήσουν τον 14ο δίσκο τους. Αυτός κυκλοφορεί στις 3 Μαρτίου του 2008 και ονομάζεται Dig, Lazarus, Dig (5,5/10). Βασισμένος στην πασίγνωστη Βιβλική ιστορία της Ανάστασης του Λαζάρου από τον Ιησού και επηρεασμένος ηχητικά σε μεγάλο βαθμό από το project των Grinderman, ο δίσκος ξεκινάει με το ομώνυμο uplifting και cathcy τραγούδι, σε κανένα όμως σημείο της σχεδόν 50λεπτης διάρκειάς του δεν σε πείθει να το πάρεις (και πολύ) στα σοβαρά, έχουμε να κάνουμε με μία εν γένει μέτρια και ακίνδυνη κυκλοφορία.  

Την κυκλοφορία του άλμπουμ ακολούθησε ένα tour σε Αμερική και Ευρώπη, η οποία κατέληξε στην Αυστραλία και στο All Tomorrow’a Parties Festival, το 2009. Κατά τη διάρκεια της περιοδείας, ο επί 36 χρόνια bandmate του Cave -από την εποχή των Boys Next Door- ο Mick Harvey, αποχωρεί από τους Bad Seeds για “διάφορους προσωπικούς και επαγγελματικούς λόγους”.  Τον αντικαθιστά ο Αυστραλός κιθαρίστας Ed Kuepper (The Saints, Laughing Clowns). Λίγο μετά την ανακοίνωση αποχώρησης του Harvey, στις 30 Δεκεμβρίου 2009, φεύγει από τη ζωή ο έταιρος κολλητός και βασικότατο μέλος των Boys Next Door και των Birthday Party, ο Rowland S.Howard, από καρκίνο του ήπατος...

Μέσα σε αυτό το δυσοίωνο και κάπως βαρύ κλίμα, το σχήμα Nick Cave & The Bad Seeds θεωρείται για πρώτη φορά έπειτα από 26 χρόνια ανενεργό και τύπου διαλυμένο. Επανενεργοποιούνται οι Grinderman και το 2011 μας δίνουν την sophomore κυκλοφορία τους, ΙΙ (6,5/10). Μέτριο γενικά, με ένα όμως καταπληκτικό εξώφυλλο και 2-3 πολύ καλά κομμάτια (“Worm Tamer”, "Heathen Child”, “Kitchenette”). Στην συναυλία που έκλεισε το tour του δίσκου (σημειωτέον πως συμπεριλάμβανε και την Αθήνα στο Terra Vibe τον Ιούλιο του 2011 - πήγα, δεν τρελάθηκα), ο Nick Cave ανακοίνωσε τη διάλυση της μπάντας: “That's it for Grinderman. It's over. We'll maybe see you all in another ten years, when we'll be even older and uglier.”

H επίσημη ανακοίνωση των Grinderman φάνηκε πως έδινε το σάλπισμα για την ηρωική επανενεργοποίηση των Bad Seeds. Δηλώσεις του Sclavunos λίγο αργότερα στο FasterLouder επιβεβαίωσαν τα χαρμόσυνα: “We were finished with what we had to do as Grinderman and it's time to move on, for now at least, and the next thing we are moving onto is The Bad Seeds" and "I can’t predict what the future of Grinderman is – if there is a future.”



 

H Νέα Πνοή Και το Απόλυτο Σκοτάδι 

Τι θα μπορούσαμε όμως να περιμένουμε από τον Nick Cave και τους αποδεκατισμένους Bad Seeds στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα; Με αρκετές μέτριες κυκλοφορίες τα τελευταία 10 χρόνια, με την έμπνευση να μοιάζει πως στερεύει, με θέματα σύμπνοιας και χημείας να είναι ήδη εμφανή, εγώ προσωπικά ανησυχούσα πως ένας από τους μεγαλύτερους μουσικούς ήρωες της ζωής μου είχε πάρει την κατιούσα και πως δύσκολα θα μπορούσε να το “γυρίσει”. 

Τις απαντήσεις μου τις πήρα στις 3 Δεκεμβρίου του 2012, όταν και κυκλοφόρησε το πρώτο single από τον επερχόμενο 15ο δίσκο της μπάντας. Ονομαζόταν “We Know Who U R” και μου άρεσε, όχι τρελά, αλλά ήταν ένα καλό κομμάτι, στο οποίο μπορούσε κάποιος να διαισθανθεί μία νέα πνοή στον ήχο των Bad Seeds, μία πνοή που φαινόταν πως την είχε φυσήξει ο υπέρτατος Warren Ellis. Αν το “We Know Who U R” μου άρεσε αρκετά, όταν άκουσα το δεύτερο single, στις 15 Ιανουαρίου του 2013, έχασα την Γη κάτω απ’τα πόδια μου, επιδόθηκα σε αλλεπάλληλα repeats και sing-alongs, καθώς το “Jubilee Street” αποτέλεσε ένα από τα καλύτερα κομμάτια στη δισκογραφία του Cave και των Bad Seeds. Ναι, εκεί το τοποθετώ, τόσο ψηλά, χωρίς κανέναν ενδοιασμό και φόβο, αλλά με πολύ πολύ πάθος... Το άλμπουμ κυκλοφόρησε στις 18 Φεβρουαρίου, ονομάστηκε Push The Sky Away (8/10), ήταν όντως ένας πολύ καλός δίσκος στο σύνολό του και όντως σηματοδότησε μία νέα εποχή για το Νικόλα και τους Σπόρους του, καθώς η συμβολή του Ellis έδωσε στον ήχο τους μία πρωτόγνωρη ambient και ατμοσφαιρική διάσταση. Στα αυλάκια του, πέρα από το προαναφερθέν αριστουργηματικό “Jubilee Street”, βρίσκεις και το εξίσου εξαίσιο “Higgs Boson Blues”, αλλά και τα εξαιρετικά και μεγαλοφυή "Water's Edge",  “Mermaids” και “We Real Cool”. Κοντά τους και ομώνυμο track, το οποίο κλείνει και το δίσκο. 

“Ιf I were to use that threadbare metaphor of albums being like children, then Push The Sky Away is the ghost-baby in the incubator and Warren's loops are its tiny, trembling heart-beat.”  
 
Πρέπει να σημειωθεί πως στις ηχογραφήσεις του δίσκου επέστρεψε στο line up των Bad Seeds ο εκ των ιδρυτικών μελών της μπάντας, Barry Adamson. Επίσης, ο κιθαρίστας George Vjestica, ο οποίος συμμετείχε και αυτός σαν guest με τη δωδεκάχορδη κιθάρα του, ακολούθησε την μπάντα στα tour και θεωρείται από τότε και στο εξής μόνιμο μέλος της ομάδας.

Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων του δίσκου γυρίστηκε και το βιογραφικό ντοκιμαντέρ για τη ζωή του Cave, "20.000 Days On Earth", σε σκηνοθεσία των Iain Forsyth και Jane Pollard. Κυκλοφόρησε το 2014.  
 


 

“I saw the world as a bad place. A kind of punishing place. Certainly, my life felt like that. I’m kind of a hard-wired pessimist. I don’t write happy songs. Despite what people may think, I’m not interested in being dark all the time…”
 

14/7/2015: Η νέα εποχή των Bad Seeds βρισκόταν σε εξέλιξη και η μπάντα ήδη ηχογραφούσε νέο υλικό. Όπως αναφέρθηκε και σε προηγούμενο σημείο του παρόντος κειμένου, ο 15χρονος γιος του Cave, Arthur, βρίσκει τραγικό θάνατο πέφτοντας από γκρεμό 20 μέτρων στο πέρασμα του Ovingdean Gap. 

Λίγους μήνες αργότερα, στη δικαστική ακροαματική διαδιακασία της υπόθεσης, θα αποκαλυφθεί πως ο Arthur είχε κάνει χρήση παραισθησιογόνου ναρκωτικής ουσίας (LSD), η οποία -λαμβάνοντας υπ’όψη τις καταθέσεις των μαρτύρων- θεωρήθηκε και η αιτία του τραγικού θανατηφόρου ατυχήματος. Ο Cave και η γυναίκα του δεν αντέχουν την δοκιμασία και αποχωρούν από το δικαστήριο πριν ολοκληρωθεί η ακρόαση.

Ο Nick Cave σε απόγνωση. Ο Nick Cave στη δυσκολότερη φάση της ζωής του. O Nick Cave στο χείλος του γκρεμού. Ο Nick Cave τυλιγμένος από το βαθύτερο σκοτάδι που συνάντησε ποτέ του. Ο Nick Cave αγκαλιά με όλο το ζόφο και το θρήνο που μπορεί να ζήσει ένας άνθρωπος σε τούτη η ζωή. Ο Nick Cave στο υπερπέραν του πόνου και της θλίψης. Ο Nick Cave επιστρέφει στο στούντιο και συνεχίζει τις ηχογραφήσεις του νέου του δίσκου. Ο Warren Ellis στο πλευρό του. Οι Bad Seeds στο πλάι του. Η “οικογένειά μου”, όπως συνήθιζε να λέει...

Το Skeleton Tree (9/10) κυκλοφόρησε στις 9 Σεπτεμβρίου 2016. Ο Cave κάποτε -σε ανύποπτο χρόνο- είχε πει το εξής:

“I want to write songs that are so sad, the kind of sad where you take someone's little finger and break it in three places.”  

Τέτοιου είδους “sad songs” βρίσκεις στον 16ο δίσκου του Nick Cave και των Bad Seeds. 8 τραγούδια που παίρνουν το δάχτυλό σου και στο κόβουν σε τρία κομμάτια. Έχει βέβαια προηγηθεί και το κόψιμο -σε χίλια κομμάτια- της καρδιάς του ίδιου του Αυστραλού μουσικού... 
 


 

[Ακολουθεί εκτενές απόσπασμα από το review μου στο Υπόγειο για το δίσκο]: 

"Οκτώ είναι τα κομμάτια και ρέουν σαν ποτάμι, ορμητικό σε παρασέρνει στο κέντρο της ψυχής του Νικόλα και σε αφήνει εκεί ζαλισμένο να κοιτάς τον καταραμένο καταρράκτη των βιωμάτων του Nick προσπαθώντας να βγάλεις άκρη. "Τι απ'όλα αυτά γράφτηκε πριν την 14η Ιουλίου, τι μετά από τότε, τι ηχογραφήθηκε στο Brighton στις αρχές του 15 και τι στη Γαλλία το Σεπτέμβριο;". Δεν θα βγάλεις μάλλον άκρη και νομίζω πως δεν είναι απαραίτητο να ζοριστείς. Το Skeleton Tree και τα οκτώ κλαδιά του σου δίνουν όλες τις απαντήσεις μπροστά στα μάτια σου, μυστηριώδεις μα ωμές και ακατέργαστες, όλος ο ζόφος και ο τρόμος του Cave βρήκε τη φωλιά του σε 40 λεπτά της διάρκειας ενός δίσκου. Κάθε λέξη που βγαίνει από το στόμα του είναι μία αληθινή παραδοχή της συμφοράς, άλλοτε προφητική και άλλοτε μεταγενέστερη - aftermath... Οι ερμηνείες του είναι συγκλονιστικές από τον πρώτο στίχο του Jesus Alone που ανοίγει το δίσκο ως και τον τελευταίο του ομώνυμου Skeleton Tree, με το οποίο κλείνει το άλμπουμ. Τα backing vocals των Seeds και της Else Torpe ακούγονται άλλοτε σαν άγγελοι που κατέβηκαν να εξαγνίσουν το κακό και άλλοτε σαν δαίμονες που ήρθαν να πάρουν την ταλαιπωρημένη ψυχή του Cave στην κόλαση... Η παραγωγή του ίδιου του Cave και του Ellis είναι ασύλληπτη. Ο Ellis... Xτίζει ένα παρανοϊκά μεγαλοφυές ambience, όπου κάθε ήχος, καθε γδούπος και κάθε σιωπή έχουν λόγο ύπαρξης και συμβάλλουν στο χτίσιμο της πυκνής, γεμάτης αποπνικτικό ως και κλειστοφοβικό συναίσθημα, ατμόσφαιρας.  

Διαβάζω πως ο Cave κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων συχνά παράταγε το μικρόφωνο και το πιάνο του και έφευγε. Επέστρεφε εκεί που τον έστελνε το "ελατήριο του χρόνου που σπάει και σε γυρνάει πίσω". Παράταγε τα κομμάτια όπως ήταν, αυτή τη φορά δεν υπήρχε 'ρετουσάρισμα' και 'γυάλισμα'. Τον ακούω να λέει "Fuck, what happened to my face? Look at the bags under my eyes. They weren’t there last year" και τον βλέπω να ξερνάει στις τουαλέτες όλο το δηλητήριο που του λαχε να πιει... Δεν μπορώ να βγάλω απ'το μυαλό μου τo κενό του παγωμένο βλέμμα στο κλιπ του Jesus Alone... Ρίχνω κλεφτές ματιές στους στίχους: "Nothing really matters, nothing really matters when the one you love is gone, you're still in me, baby, I need you, In my heart, I need you". "I used to think that when you died you kind of wandered the world. In a slumber 'til you crumbled ... Well, I don't think that anymore". "Oh, the urge to kill somebody was basically overwhelming. I had such hard blues down there in the supermarket queues"... Κι ύστερα ξανακούω το δίσκο, στο ριπίτ δυο μέρες τώρα. Νομίζω δεν θα το έκανα αν δεν ήταν αληθινά καλός, όσο φαν του Cave κι αν ήμουν, όσο κι αν παρασυρόμουν κι εγώ από την αναμονή των εξομολογήσεών του και από το μακάβριο hype των όσων συνέβησαν. Νομίζω πως το Skeleton Tree είναι μία κανονική δισκάρα - ό,τι καλύτερo μας έχει δώσει ο Νικόλας από το 2001 (No More Shall We Part) και μετά. Και σίγουρα σηματοδοτεί μία νέα -δύσκολη και δαιδαλώδη- εποχή για την καλλιτεχνική του πια οντότητα. Το Funeral των 10's θα μπορούσες να το πεις, αλλά ίσως είναι και κάτι ανώτερο και σίγουρα πιο απόκοσμο και μοναχικό, συγχρόνως όμως πανανθρώπινο και ολοζώντανο σαν το θάνατο..."
 

To ντοκυμαντέρ “One More Time With Feeling” που κυκλοφόρησε το Σεπτέμβριο του 2016 σε σκηνοθεσία του Γάλλου Andrew Dominik, αποτελεί το aftermath του θανάτου και του θρήνου, ακολουθώντας τον Cave και τα κοντινά του πρόσωπα στα σκοτεινά δαιδαλώδη μονοπάτια του πένθους. Τριγύρω, ως συνήθως η μουσική, οι ηχογραφήσεις του "Skeleton Tree". O Cave έδωσε τη συγκατάθεσή του για το γύρισμα του φιλμ, ούτως ώστε όλοι οι φίλοι του, οι fans, τα media κλπ. να αρκεστούν στο περιεχόμενό του και να μην χρειαστεί να (τον) ρωτήσουν ή να (του) συζητήσουν τίποτα σχετικά με τον χαμό του γιου του στο μέλλον...
 


 

Επίλογος

Το απόγευμα της 14ης Ιουλίου του 2015, ο χρόνος για τον Nick Cave σταμάτησε στις 7:06 μετά μεσημβρίας... Θα μπορούσε (ο χρόνος) να είναι ακόμα σταματημένος, καθηλωμένος σε εκείνο το μοιραίο Καλοκαιρινό απόγευμα. Μαζί με το χρόνο, και ο ίδιος ο Cave. O Θεός, στον οποίο τόσο τον πίστεψε, τον πρόδωσε για μία ακόμα φορά. Το "Κακό", που τόσο το μνημόνευσε, το διατυμπάνισε στους στίχους του, το τραγούδησε και το τίμησε, τον επισκέφτηκε και πάλι. Αυτή τη φορά με το χειρότερο πρόσωπο και φορώντας τον πιο τρομακτικό μανδύα. Ο Cave γονάτισε. Ξανασηκώθηκε όμως. Παίρνοντας φόρα με όλες εκείνες τις μυστικές μυστήριες εσωτερικές δυνάμεις που κατέχει τούτος ο... εξωγήινος υπερήρωας. Με αυτή τη φόρα ανέβηκε στη σκηνή του Tae Kwon Do του Φαλήρου την περασμένη Πέμπτη (16/11/2017) και μας σήκωσε και μας ψηλά στον ουρανό μαζί του, τον σπρώξαμε μέχρι να τον σπάσουμε.

Ο Νικόλας είναι όρθιος και με το κεφάλι ψηλά ατενίζει το μέλλον, ξορκίζοντας για ακόμα μία φορά το σκοτεινό παρελθόν του... Ο Νικόλας θα προχωρήσει μέχρι όσο πάει, "μέχρι το τέλος του κόσμου"...

 

 

Σχετικα Αρθρα
ypogeio.gr
Όταν η 11χρονη Κ.
επισκέφθηκε το πλατό
του The Voice
(03/12/2017)
ypogeio.gr
Προσεχως:
Οι Δίσκοι Του
Νοεμβρίου
(07/11/2017)
ypogeio.gr
ΚΤΙΡΙΑΚΑ ΘΕΜΕΛΙΑ #04
NIRVANA
(02/04/2016)
ypogeio.gr
Τι Ακούτε Όταν Είστε
Στεναχωρημένοι;
(09/05/2017)