Το Yπόγειο ανοίγει τις Πόρτες:

Ένα αφιέρωμα στους Doors

και στον Jim Morrison

Ιδού λοιπόν το μεγάλο αφιέρωμα του Υπογείου στον Jim Morrison και στους Doors με αφορμή τη συμπλήρωση 45 χρόνων από το θάνατό του, στο Παρίσι στις 3 Ιουλίου του 1971. Ένα αφιέρωμα για το οποίο το Υπόγειο άνοιξε τις πόρτες του στους φίλους του και τους συνεργάτες του και το αποτέλεσμα ήταν πέρα για πέρα συγκινητικό και ενδιαφέρον. Όχι άλλα λόγια από μένα (τα δικά μου είναι...περσινά και είναι εδώ), εξάλλου θα ακολουθήσουν χιλιάδες λέξεις παρακάτω, οπότε κρατήστε δυνάμεις. Is everybody in? The ceremony is about to begin...

Mike N.

 

 

Stevie Zissou (ραδιοφωνικός παραγωγός στον Rock Radio 104,7 Θεσσαλονίκη)
Ο Μόρισον αρχίζει εκεί που σταματούν ο Μικ Τζάγκερ και ο Έρικ Μπάρντον. Ένας ηλεκτρισμένος συνδυασμός αγγέλου γεμάτου χάρη και σκύλου σε οργασμό, μεθά από τον κίνδυνο της ποίησής του και, παρασυρμένος από βέβηλο γέλιο, πηδάει το μικρόφωνο, το χτυπάει, το πιπιλάει. Σεξουαλικός με έναν σχεδόν ψυχοπαθή τρόπο, η πλούσια φωνή του Μόρισον χλευάζει και περιπαίζει, απειλεί και πάλλεται. Μ' έναν απίστευτο φωνητικό έλεγχο και με τη θεατρική ακτινοβολία ενός σαιξπηρικού σταρ, παίζει με τα συναισθήματα των θεατών σαν σκανταλιάρικο παιδί που παίζει με τις κούκλες του: τώρα σας φιλάω, μικρά μου, τώρα σας στρίβω το λαιμό. Οι Doors είναι σαρκοβόρα σε μια χώρα μουσικών χορτοφάγων.

Tομ Ρόμπινς από τις "Αγριόπαπιες πετούν ανάστροφα."


Σπυρέας Σιδ. (singer/songwriter των Cyanna Mercury)
Πολλοί ποιητές έχουν τραγουδήσει τους στίχους τους στοιχειώνοντας εικόνες, έννοιες και συναισθήματα. Πολλοί ποιητές έχουν γράψει για τα βιώματά τους με τρόπο πανανθρώπινο, για καταστάσεις, συνθήκες, σπουδαία αλλά και καθημερινά ασήμαντα γεγονότα, κλείνοντάς τα για πάντα μέσα στο δικό τους ιδιαίτερο πρίσμα, για όποιον τους αγάπησε. Ο Dylan, ο Cohen, oι Buckleys, ο Lennon, o Bowie και τόσοι άλλοι, είναι σημεία καμπής στον σύγχρονο πολιτισμό, όπως ήταν ο Όμηρος, οι τραγικοί και όλοι οι ποιητές που άφησαν πίσω τους γραμμές στην πορεία της ανθρωπότητας. Ο Morisson είναι για μένα ένα τέτοιο σημείο. Όπως και κανα δυό μεταγενέστεροί του, οι οποίοι μεγαλώνοντας κατάλαβα ότι τελικά ήταν 'παιδιά του'.


Spir Frelini (singer/songwriter των My Drunken Haze και των BackDoor Freaks)
Δεν μπορώ να γράψω για τον Tζιμ, Mάικ μου, κανονικά πρέπει να αράξουμε με μπύρες και να σου ανοιχτώ για το τι μου έχει κάνει αυτός ο άνθρωπος. Δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν μπορώ να το αποτυπώσω γραπτά, παρα μόνο όταν γράφω στίχους. Ίσως να σου δώσω κάποιους στίχους που έγραψα βαθιά επηρεασμένος απο τον Morrison...


Seek For Satisfaction
don't you know that you can't hide
from the dreams inside your mind
long before there was a time
where your eyes adorned the sky
a thousand rooms for a thousand rides
come on girl light the carnival lights
will you be my sea and tide
so i  get lost to your wildest lie

and now your tears
 turned to fears

and now you seek
for satisfcation
now you seek
for satisfaction

don t you know 
that you can t hide
from the feelings 
that you have  inside
all the colours 
are black and white
different evil 
from ancient times
people love
to seek and hide
every day
is another lie

and now your tears
turned to fears

and now you seek
for satisfaction
yeah man you seek
for satisfaction

we float in the summertime
summertime,summertime
into the wild,into the wild
we stole a young girl's eyes
to retrain the smell 
of a summer's night
we gave ourselves
into the tide
i've seen colours 


*Οι στίχοι είναι από το τραγούδι Seek For Satisfaction των BackDoor Freaks, της νέας μπάντας του Spir Frelini που απαρτίζεται από τον ίδιο και τον υπέρτατο Θοδωρή Μπαρλογιάννη.
 


Papa Lunatico (άρρωστος μουσικόφιλος και συνοδοιπόρος του Υπογείου) 
Η Elektra Records κυκλοφορεί το σινγκλάκι "Light my fire" και στις 25 Ιουλίου 1967 ενημερώνονται τηλεφωνικώς ότι βρίσκονται στο Νο1 των τσαρτς. Ήταν πλέον αστέρες (Doors)! Ο Jim το γιόρτασε αγοράζοντας ένα μαύρο εφαρμοστό, δερμάτινο κοστούμι. Τον Αύγουστο, άρχισαν να ηχογραφούν το 2ο άλμπουμ τους "Strange Days", με παραγωγό τον Paul Rothchild. Η βιογραφία του Morrison από τον Jerry Hopkins αποδίδει μια σαφή εικόνα της ατμόσφαιρας εκείνης της εποχής: O Paul (Rothchild) πρότεινε στον Jim να του παίρνει πίπα κάποιο κορίτσι την στιγμή που εκείνος τραγουδούσε το "You're Lost,Little Girl"... Άρεσε τόσο πολύ αυτή η ιδέα στον Paul που είπε ότι θα πλήρωνε ο ίδιος μια πόρνη. Η ιδέα όμως άρεσε και στην Pamela, η οποία γδύθηκε πάραυτα μέσα στην αίθουσα ελέγχου και χώθηκε απαλά μαζί με τον Jim μέσα στην καμπίνα για τα φωνητικά! O Paul μετρούσε ως το 60 κ έλεγε..."hey Jim,όταν είσαι έτοιμος πες μου!" και ξαναμετρούσε ως το 60... Ύστερα από 20 λεπτά, ο Jim επέστρεψε στην αίθουσα ελέγχου, όπου ο Paul ανασηκώνοντας στωικά τους ώμους είπε: "Τι να γίνει...δεν μπορείς να τους νικήσεις όλους!"

Μέχρι το τέλος της χρονιάς οι δημοσιογράφοι στριμώχνονταν για μια συνέντευξη του Morrison, που τον έβλεπαν σαν έναν νέο James Dean ή Brando. NY Times, Vogue, Look και άλλες φυλλάδες αφιέρωσαν εκτενή άρθρα στο νέο όμορφο αστέρα και τις θαυμάστριές του από την Sunset Strip (Sunset blvd, West Hollywood, California), που τώρα πλέον ανταγωνίζονται κυρίες της καλής κοινωνίας κ αστέρες του κινηματογράφου. 

Σημειώσεις απ'το βιβλίο του Barry Miles, Hippie, δωράκι από αγαπημένο Frelini!

 

Νικόλας Αλαβάνος (singer/songwriter των The BitterSweet)
"Before you slip into unconsciousness, I'd like to have another kiss..."
"Please believe me, the river told me...I'm going but I need a little time, I promised I would drown myself in mystic- heated wine..."
"Silver and gold in the mountains of Spain, I have to see you again and again..."
"Before I sink into the Big Sleep I want to hear....The scream of the butterfly..."
"Darkness where the news is read, television, children fed, unborn living, living dead- bullet strikes the helmet's head "

 

...Είναι από δύσκολο ως ακατόρθωτο να ξετυλίξεις το φιλμ μιας ζωής... Το φίλμ που όρισε μια καριέρα, μια κατεύθυνση, ένα πάθος. Φιλμ καμωμένο από ακατάσχετη ροή στιχών, αλλα κυρίως μουσικής, τόσο σπουδαίας και λυρικής Μουσικής που κυλάει στις φλέβες, ποτίζει το Είναι, διαμορφώνει συνειδήσεις και καλλιτεχνικό ήθος.

Οι Doors είναι για μένα (μαζί με τους Beatles, τους Floyd, τους Stones, τον Dylan και ίσως τους Led Zep) ένα απ'τα συγκροτήματα ή καλύτερα πολιτιστικά ρεύματα τέχνης, που με μετέτρεψαν από έναν απλό πωρωμένο οπαδό και ακροατή της μουσικής χωρίς συγκεκριμένη κατεύθυνση, σε έναν παθιασμένο εκτελεστή και φανατικό ακόλουθό της... Mε έκαναν να οραματιστώ με κάψα το "πάτημα της σκηνής". Μου έδωσαν όραμα, πυξίδα και όρισαν τη δουλειά μου εν ολίγοις. Ως εκ τούτου, δεν μπορώ παρά να τους περιβάλω με απόλυτη ευγνωμοσύνη, σεβασμό και μια δόση...παθιασμένου άδολου εφηβικού έρωτα. Ως γνωστόν, η Εφηβεία και δη σε εμάς τους μουσικόφιλους, διαμορφώνει Συνειδήσεις και χαράσσει ανεξίτηλα προσωπικότητες...

Δύο περίοδοι ήταν ζωτικής σημασίας για το μπουμπούκιασμα του Έρωτά μου προς την πρωτοποριακή Ποιητική Μπάντα απ'το L.A:
Kαλοκαίρι του '89 και "υποκλέπτω" μια ακόμα απ'τις περίφημες κασέτες με τις rock συλλογές (όσοι είστε familiar με τα eighties, γνωρίζετε πόσο σημαντικές ήταν για την ψυχική ανάτασή "του ανδρός" οι συγκεκριμένες συλλογές) του θείου μου Απίκ...Εκεί ανάμεσα σε tunes από Stones, Fleetwood Mac και Zeppelin, "τράκαρα" πάνω σε μια Μορρισονική μελωδία με το άκρως λυρικό όνομα "The Crystal Ship". Kαι, ναι, ενώ είχα μια φευγαλέα γνώση του Light My Fire, αυτή μπορεί να θεωρηθεί η πρώτη μου συνάντηση με τη δαιδαλώδη αρμονικά μουσική των Doors και την πλουμιστή στιχογραφία του Morrison...Ένιωσα μια έκσταση που ήταν πιο μεγάλη και υπερβατική από την ανάταση που σου δίνει ούτως ή άλλως η μουσική. Άγγιζε και αγκάλιαζε την Πολυτέχνη, εσωκλείοντας μέσα της Λογοτεχνία, Ζωγραφική, Ποίηση και Απογείωση των αισθήσεων.

Αργότερα το 1990, στην τρυφερή ηλικία των 16, το' φερε η μοίρα να κάτσει δίπλα μου ο συμμαθητής Διαμαντής...Από ένα απλό τερτίπι της μοίρας (ήμασταν και οι δύο φασαριόζοι προφανώς και μας άλλαξαν θέσεις). Στο συγκεκριμένο ανήσυχο "αλάνι" χρωστάω πολλά (και δεν του το'χω πει)...Ο Σωτήρης μου έδωσε (ή με προέτρεψε να πάρω-η μνήμη ασθενεί) την πρώτη μου συλλογή Doors, πάλι σε κασέτα εννοείται. Μεταξύ άλλων με μύησε και στον Nick Cave (κίνηση ανεκτίμητη, αλλά αυτό είναι ένα άλλο άσχετο Τεράστιο Κεφάλαιο για το μέλλον Mike μου). Light My Fire, When The Music's Over, Love Me Two Times, Touch Me και άλλα μουσικά θαύματα και μικρά τρικ ψυχοτροπικής μαγείας ξεχύθηκαν από την εντελώς κακοποιημένη ταινία της εν λόγω κασέτας..
Αργότερα,στις αρχές του '90 αγόρασα και σε βινύλιο το πρώτο ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΙ ΑΞΕΠΕΡΑΣΤΟ ομότιτλο lp των The Doors...Tέλος...Κλείσαμε...Χαστούκι...Συγκίνηση...Χάσιμο....ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΑΙΞΩ ΜΟΥΣΙΚΗ. Απ'τα καλύτερα ντεμπούτα στην ιστορία της pop.

Επειδή όμως εδώ μιλάμε για τον Morrsion και τη μνήμη του, δεν θα επεκταθώ στη Μουσική Δύναμη και Θεική Λυρική Μούσα που κατηύθηνε τους Doors εν συνόλω σε αυτή τη μοναδική για τη μουσική Θαυματουργή Επανάσταση της Αρμονίας... Θα αρκεστώ να πω ότι κατά τη γνώμη μου, οι Doors όρισαν μουσικά ρεύματα (όπως το new wave) και έδωσαν έναν καινοφανή λυρισμό στη ροκ μουσική, και ότι την ταινία τους την είδα ΤΡΙΑ ΣΥΝΕΧΟΜΕΝΑ ΒΡΑΔΙΑ το μακρινό 1992... Και, ενώ ήταν μάπα, εγώ ΕΚΛΑΨΑ.

Ξεκινώντας για τον Morrison, να δηλώσω ευθαρσώς ότι είμαι πρωτίστως fan των Doors ΣΥΝΟΛΙΚΑ και κυρίως της πρωτοτυπίας της μουσικής τους. Ο Jim...Για μένα ένας από τους μεγαλύτερους και πιο χαρισματικούς performers ever, με μια φωνή- στην οποία σπανίως εστιάζει ο φακός του κοινού περιέργως- που τσάκιζε κόκκαλα, με δυναμικές που κυμαίνονταν από τις πολύ piano περιοχές, μέχρι την απερίγραπτης δύναμης και πάθους πρωτόλεια πρωτόγονη κραυγή- γρύλισμα απόγνωσης των τριών forte , με performance πειστικό όσο λίγα θεατρικά παιχνίδια στη ροκ (βλέπε κλιμάκωση στο When The Music's Over και στο Unknown Soldier ανάμεσα σε πολλά άλλα θεατρικά μονόπρακτα του Σκοτεινού Δανδή Jim). Ο Morrison είχε ερμηνευτικές ικανότητες Σινατρικές, ήταν crooner, με θαυμαστό range φωνής. Θεατρικός όσο λίγοι, αλιγάτωρ της Σκηνής, όριζε και οδηγούσε το κοινό του καθ' ώς ο ίδιος επιθυμούσε. Από τη σεξουαλική διέγερση στην θλίψη και τον όλεθρο και από τη σιωπηλή ανυπαρξία του κενού στην έκσταση. Ο Morrison πήρε το καραβάνι, το μουσικό θίασο των Doors, και το εκτόξευσε σε κορυφές ανείπωτες και μεγαλεία τόσο πρωτοφανή που τελικώς ζάλισαν ακόμα και τον ίδιο.

Για μένα "η μπάλα" κάπου χάθηκε όταν ο Τζίμης έγινε προϊόν Λαικής Καταναλώσεως...Ωραίος γκόμενος προφανώς, το εκμεταλλεύτηκε ελαφρώς και την "πάτησε" από αυτή την ίδια του την έλξη...Ειρωνεία; Μπορεί... Και αν η Ιστορία τελικώς δεν αντιμετωπίσει τον Morrison με την Αγάπη, την Εύνοια, την Ευγνωμοσύνη και κυρίως τον Σεβασμό που του πρέπει, θα είναι κατά τη γνώμη μου επειδή ήταν ελαφρώς, ΟΛΙΓΟΝ ΤΙ, επιφανειακός και επιτηδευμένος. Αιχμάλωτος του ίδιου του του sex appeal και της γοητείας που φυσικώς εξέπεμπε, έλεγε ότι ήθελε διακαώς να αποποιηθεί αυτή την  ταμπέλα και να χαίρει εκτιμήσεως για τους στίχους του. Οι τελευταίοι δεν έβρισκαν την απήχηση που ο ίδιος επιθυμούσε και αυτό τον έριξε στην κατάθλιψη, καθώς ως γνωστόν ήθελε ο κόσμος να τον θεωρεί πρωτίστως Ποιητή. Ήταν όμως πολύ αυτάρεσκος, "φωνακλάς" και αγχωμένος για να δρέψει τις συγκεκριμένες δάφνες ...

Για μένα ο Morrison δεν είχε γνήσια Λογοτεχνική Rock πένα όπως ο Dylan, o Hammill, o Cave. Και αυτό το ήξερε, γι'αυτό και μελαγχολούσε. Ήταν με λίγα λόγια περισσότερο Υπερβολικός (Outrageous, όπως λέμε εδώ στο Ελλάντα) από ό,τι έπρεπε (βλέπε κάποιες εντελώς τραβηγμένες ¨ποιητικές" ερμηνείες του όπως το Horse Latitudes που εμένα προσωπικώς μου προκαλούν γέλιο, καθώς δεν πείθουν). Απ'την άλλη φυσικά, για να μην τον αδικήσω, ήταν ο τέλειος lyricist για τους Doors και τα lyrics του με την αρωγή της Εξώκοσμης Mοναδικής Μουσικής των Doors απογειώνονταν. Επίσης κάποια από τα λογοτεχνήματά του, όταν δεν ήταν αγχωμένα και βεβιασμένα και δεν φιλοδοξούσαν διακαώς να πείσουν, είναι σφραγισμένα με το Ποιοτικό Βουλοκέρι της αιωνιότητος και της ποιητικής υστεροφημίας ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ.

Η Ιστορία όμως σίγουρα δεν θα στερήσει στον Jim τη θέση του στο Πάνθεον των Rock Performers... Βασικά στο λήμμα Morrison ίσως και να αναλύεται η ευγνωμοσύνη της μουσικής κοινότητος στον Morrison, γιατί κατά τη γνώμη πολλών, μαζί με τον Jagger ΟΡΙΣΕ το απόλυτο performing on stage. Παρ'όλο που έγινε καταναλωτικό προιόν, ταινία, μπλουζάκια, semi-naked sex idol, όπλο στα χείλη αδαών και ημιμαθών, στίχος στο στόμα του νεαρού Yorke και ηχητικό ένδυμα στην εκπομπή του ανεκδιήγητου Μάνεση, η παρακαταθήκη του είναι ΑΞΕΠΕΡΑΣΤΗ. Αυτοκαταστροφικός, υπερβολικός και υπερχειλίζουσας ιδιοσυγκρασίας, "βιάστηκε" να φύγει νωρίς. Χρόνια έχω πει ότι θα πάω στο Pere Lachaise όπου κέιτεται... Δεν το'χω κάνει ακόμα.

Jim,
και μόνο που επηρέασες και "γέννησες" καλλιτέχνες όπως ο Curtis και o Cave, σε λατρεύω και σε σέβομαι για την έμπνευση που μου'δωσες . ΗΣΟΥΝ ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΟΤΕΡΕΣ ΦΩΝΕΣ ΤΗΣ ΡΟΚ... Συγχώρεσε μου όμως την ασέβεια , όχι όμως εξίσου μεγάλος ποιητής.

Με αγάπη,
Νικόλας.
 

 

Δημήτρης Νικολίτσης (εκ των ιδρυτών του Υπογείου)
Το κείμενο που ακολουθεί δεν είναι μία βιογραφία του Jim Morrison. Είναι σκόρπιες σκέψεις και αναμνήσεις του γράφοντος γι’αυτόν τον περίεργο τύπο. 

Όλα ξεκινούν στην ηλικία των 5, όταν ο κατά 9 χρόνια μεγαλύτερος αδερφός μου φέρνει στο σπίτι ένα τεράστιο κάδρο του Morrison που μόλις είχε βρει στο δρόμο και το τοποθετεί στον τοίχο του δωματίου μας. Η στιχομυθία που ακολούθησε πρέπει να ήταν η εξής:

- Μιχάλη, ποιος είναι αυτός;
- Ο Jim Morrison, ο τραγουδιστής των Doors.
- A, κατάλαβα...

Ομολογώ ότι δεν είχα ιδέα τι μου έλεγε. Σκεφτόμενος τώρα το τότε, μάλλον ήμουν κάτι σαν τις Ρουβίτσες: Ήξερα για χρόνια το πρόσωπο ενός τύπου με μια αλυσίδα στο λαιμό, έβλεπα τα εξώφυλλα των δίσκων, αλλά μέχρις εκεί. Δυο-τρία χρόνια αργότερα άρχισα να τους μαθαίνω και μουσικά, λίγο από τους δίσκους στο σπίτι, αλλά κυρίως από το “κάτεργο” στο οποίο με είχε αναγκάσει να ζω ο αδερφός μου: Επειδή έλειπε πολύ ώρα απ’το σπίτι (σχολεία, φροντιστήρια, ποδόσφαιρα, βόλτες κλπ.) μού είχε αναθέσει την ειδική αποστολή να βλέπω όλη μέρα Jeronimo Groovy TV και MTV και όταν πετύχαινα ο,τιδήποτε είχε να κάνει με Doors (video clips, συνεντεύξεις, αφιερώματα, documentary), να πατάω το rec στο video και να τα αποθηκεύω σε βιντεοκασέτες...

Στα 10-11 μου χρόνια είχα γίνει εξπέρ. Είχα να διηγηθώ άπειρες ιστορίες για τους Doors, είχα μάθει αμέτρητες πληροφορίες από την ειδική μου αποστολή-κάτεργο. Και το συγκινητικότερο όλων; Είχα μάθει να βάζω δίσκους στο πικάπ! Λίγο αργότερα, ξεκίνησαν και τα πρώτα εφηβικά πάρτυ, παρέα με τις Τρύπες, τα Σπαθιά και τους Pupmkins ήταν πάντα και το Break On Through των Doors.  

Αυτό το κομμάτι έμελε να στοιχειώσει τα μελαγχολικά και ψεκασμένα με κατάθλιψη εφηβικά μου χρόνια. Έλεγα στον εαυτό μου “ναι, ρε φίλε, πρέπει να περάσεις στην άλλη μεριά!”. Αλλά ποια ήταν η άλλη μεριά; Έχοντας περάσει άπειρες πλευρές πλέον στα 30 μου, ακόμα προσπαθώ να βρω τη συγκεκριμένη “άλλη πλευρά”...

Μετά ο έρωτας για τους Doors έγινε πιο μεστός και πιο δύσκολος, ήταν η ώρα του The End. Πάντα είχα την τάση να μου αρέσουν οι ‘ανώμαλοι’ στίχοι, και στην περίπτωση του συγκεκριμένου κομματιού, αλλά και των περισσότερων του Morrison και της παρέας του, ειχα το τέλειο πακέτο. Αυτός ο έκλυτος βίος των rockstars που όλοι μάλλον όταν ήμασταν μικροί θέλαμε να ζήσουμε - αλκοόλ, ναρκωτικά, φήμη και παράνοια, μία τρέλα που έκανε τον Morrison μέχρι και να δείχνει τα “προσόντα” του μπροστά σε όλη την Αμερική. 

Κλείνω αυτό το άρθρο όχι γιατί θέλω, αλλά γιατί αν συνεχίσω μάλλον θα φτάσουμε στα 46 χρόνια απ’το θάνατό του για να το τελειώσω. Θα κλείσω λοιπόν με δύο απορίες: Πρώτον, τι απέγινε ο πίνακας που είχε κρεμάσει ο αδερφός μου στον τοίχο του δωματίου μας; Δεύτερον, οι Doors και ο Jim άντεξαν μόλις 5 χρόνια - αν ο Morrison είχε μείνει ζωντανός πόσα ακόμα θα είχαμε να θυμόμαστε; Τι άλλο θα μας είχε δώσει;
 

 

Χρήστος Κορναράκης (συνεργάτης του Υπογείου)
Παράξενα παιχνίδια κάνει εκείνη η εγκεφαλική δομή ο Ιππόκαμπος, που αποτελεί μέρος του μεταιχμιακού συστήματος του εγκεφάλου και εξυπηρετεί τη μεταφορά πληροφοριών από τη μακροπρόθεσμη, στη βραχυπρόθεσμη μνήμη και τούμπαλιν σύμφωνα με τη Νευροβιολογία. Κάποιες μνήμες ταξιδεύουν από το χτες στο σήμερα με ταχύτητα φωτός. Ένα ερέθισμα μόνο είναι αρκετό. Δευτερόλεπτα αρκούν ώστε φέρεις στο ''τώρα'' στιγμές που μετρούν στη πλάτη χρόνια, να αισθανθείς ότι δεν πέρασε μια μέρα, μόνο λίγα δέκατα δευτερολέπτων. Πάρα πολύ πρόσφατα αυτό ακριβώς βίωσα με τις μουσικές εκείνων των τύπων από το γεωγραφικά πολύ μακρινό Los Angeles: εκείνος ο ψηλός ξανθός διοπτροφόρος casual ντυμένος με το σοβαρό ύφος, σκυφτός πίσω από το Fender Rhodes piano bass organ, ο λιγνός εσωστρεφής χαμένος πίσω από το drum kit, ο κοντόλιγνός με τη Gibson SG Special κιθάρα και το χαρακτηριστικό τρόπο παιξίματος, ο ατίθασος εκρηκτικός  επί σκηνής τραγουδιστής τους. Φυσικά αναφέρομαι στους ''τιτανοτεράστιους'' από μουσικής, οντολογικής ιστορικά άποψης: στους Doors!

Κοντά δεκαετία πέρασε από τη στιγμή που έπεσε στα χέρια μου ο πρώτος ομώνυμος δίσκος τους (The Doors, 1967), ένα απόγευμα φθινοπωρινό με μελτέμι άγριο στην δυτική αθηναϊκή ριβιέρα. Θυμάμαι κάθε λεπτομέρεια, σκαστός από το φροντιστήριο, τι φορούσα, με ποια συγκοινωνία κατευθύνθηκα στο ''τόπο του εγκλήματος'', το δισκάδικο, την ανυπόμονη επιστροφή στο σπίτι, το δέος που ένιωσα σε κάποια σημεία της ακρόασης, τι μεσολάβησε, τι προηγήθηκε, τα πάντα. Αφορμή για την ανάσυρση αυτής της στιγμής από τη δαιδαλώδη στοά της μνήμης το μήνυμα του Μιχάλη (Mike) τα ξημερώματα στο messenger, μου ζητούσε να γράψω με αφορμή τη συμπλήρωση 45 χρόνων από το θάνατο – αίνιγμα του Jim Morrison, κάτι για το συγκρότημα που έμελε να σημαδέψει την εφηβεία μου (εξίσου όπως το Dark Side Of The Moon, το Χάλια του Φοίβου, το Small Talk at 125th and Lenox) Νωρίτερα, εντελώς τυχαία σε ανύποπτο χρόνο 6 ώρες πριν, περιμένοντας το 220 στη Νομική, γυρόφερνε το μυαλό μου η πρώτη στροφή του Ship of Fools από το πέμπτο δίσκο τους, Morrison Hotel (1970) :

The human race was dyin' out 
Noone left to scream and shout 
People walking on the moon 
Smog will get you pretty soon


Το ομώνυμο άλμπουμ τους ''μυρίζει'' ζωντάνια, σα να πρόκειται για μια live ηχογράφηση. Κι όμως πρόκειται για studio εξολοκλήρου παραγωγή, με τον Paul A. Rothchild  (Janis Joplin, Neil Young, the Love, Joni Mitchell), πίσω απ' τη κονσόλα ενός από τα δύο studio του Sunset Sound Recorders. Η ειδοποιός διαφορά είναι ότι ηχογραφήθηκε σε έξι μόνο μέρες, αποτυπώνοντας τη ρευστή ενέργεια που υπήρχε στα live. Το δωμάτιο ολοσκότεινο όπως και ο ουρανός έξω από το παράθυρο, ανάσκελα ξάπλα στο κρεβάτι, με το διαγώνισμα της αυριανής ημέρας ολότελα ξεχασμένο (όχι ότι υπήρχε πιθανότητα να διαβάσω ποτέ Φυσική, αλλά λέμε). Ο λυρισμός, η δραματικότητα των στίχων του King Lizzard (ψευδώνυμο του Morrison), η κιθάρα του Robbie Krieger ο οποίος σε κάποια κομμάτια του δίσκου χρησιμοποίησε σπασμένο λαιμό γυάλινου μπουκαλιού ώστε να εξασφαλίσει τον ήχο αρεσκείας του, τα πλήκτρα σε ρόλο μπάσου του Ray Manzarek, τα ορμώμενα εκ της αβύσσου σε κάποιες στιγμές drums του Jonh Densmore (άκου τo The End , θα καταλάβεις τι εννοώ), 

Το τελευταίο κομμάτι του δίσκου, δείγμα της καλλιτεχνικής ευφυίας του Morrison όπως συμπέρανα αργότερα, το 11λέπτο ποιητικό έπος The End, ήταν για τα αμύητα αυτιά μου μια δύσκολη πρώτη ακρόαση. Απαιτήθηκαν τουλάχιστον 2-3 ακροάσεις για να καταλάβω το οιδιπόδειο όπως αποδείχθηκε: ''Mother...I want to...fuck you''. Αυτός ο στίχος έγινε από τους αγαπημένους μου αμέσως. Σήμαινε: κόψε τις ρίζες, ό,τι σε συνδέει με το προγονικό χτες, δημιούργησε τη δικιά σου ταυτότητα. Τέσσερα αστέρια + στις δύο διασκευές τους δίσκου: Alabama Song (Whisky Bar) του σπουδαίου δραματουργού, πατέρα του επικού θεάτρου Bertold Brecht και Back Door Man του μουσικού, συνθέτη, μποξερ Willie Dixon, το οποίο λίγα χρόνια πριν, το 1960, είχε πρωτοερμηνεύσει ο blues θρύλος του Chigago, Howlin' Wolf.

Κοντεύουν πενήντα χρόνια και ακόμα αυτός ο δίσκος παραμένει ζωντανός, μυρίζει καμμένους ενισχυτές, καυτές χορδές κιθάρας. Τη στιγμή που τελειώνει νομίζεις ότι η αυλαία έπεσε μπροστά σου, σαν να μεταφέρθηκαν με τη χρονομηχανή του Hebert George Wells στο σαλόνι σου για μια prive συναυλία.
 


Εμιγκράντε Πασαζέρ (συνάδελφος στον enforadio.gr)
Κατά Τον Δαίμονα Εαυτού
Σαν σήμερα, 3 Ιουλίου 1971, ο Jim Morrison των Doors σάλπαρε με το «Κρυστάλλινο Πλοίο» του από το Παρίσι για την «άλλη πλευρά». 45 χρόνια μετά ο απόηχος του περάσματός του δεν φαίνεται να σβήνει με τον καιρό. Μέσα στη σύντομη πορεία του, φυσική και πνευματική, κατάφερε να ντύσει το όνομά του με την αίγλη ενός μύθου που άκουγε σε διάφορα προσωνύμια όπως ο βασιλιάς του οργασμικού ροκ, ο επαναστάτης ποιητής, ο δερματοντυμένος «βασιλιάς-σαύρα», ο «ηλεκτρικός σαμάνος» κ.α. 

Ο Jim Morrison (1943 -1971), γεννημένος στη Μελβούρνη της Φλόριντα, από μικρός έδειξε ιδιαίτερη κλίση για τη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία. Σπούδασε θεατρικές τέχνες και κινηματογράφο στo UCLA, σε μια από τις πιο εκρηκτικές καλλιτεχνικά εποχές της σύγχρονης Αμερικής. Το 1965 δημιούργησε (μαζί με τους R. Manzarek, R. Krieger και J. Densmore) τους Doors, ένα συγκρότημα ροκ που έμελλε να αφήσει το δικό του εκκεντρικό στίγμα στη μετέπειτα μουσική σκηνή.

Κύριο σύνθημα της μουσικής των Doors ήταν η διεύρυνση της συνείδησης, ώστε «να διεισδύσει στην άλλη πλευρά» στις ανεξερεύνητες δυνάμεις του πνεύματος, του ανθρώπου και του κόσμου. Αν και επρόκειτο για ένα δημοφιλές την εποχή εκείνη σύνθημα, το νόημα που του έδωσε ο Morrison τότε, αντλούσε τις ρίζες του από τα πολυάριθμα αναγνώσματά του πάνω στη νεότερη φιλοσοφία και λογοτεχνία αλλά και στην αρχαία φιλοσοφία και στις μυστηριακές λατρείες. Το όνομά τους προέρχεται από το μυθιστόρημα “The Doors of Perception” («Οι Πύλες της Ενόρασης») του Aldous Leonard Huxley και είναι εμπνευσμένο από ένα ρητό του William Blake: «Αν οι πύλες της ενόρασης υφίσταντο κάθαρση, όλα θα εμφανίζονταν στον άνθρωπο όπως είναι: απεριόριστα». 

Τον αποκαλούσαν «Διόνυσο του ροκ» και «ηλεκτρικό σαμάνο», καθώς προσπαθούσε να ξυπνήσει, μέσα από την οργιαστική ρυθμική μουσική και τους μυστηριώδεις στίχους του, τις «επικλήσεις» του και τη θεατρικότητα των παραστάσεων των Doors, τη δύναμη αυτών των αρχαίων, παράξενων τεχνικών. Σε ένα road trip με τους γονείς τους, μικρός σε ηλικία ακόμη, υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα με την θέα ενός αναποδογυρισμένου φορτηγού και ενός αιμόφυρτου Ινδιάνου στο πλάι του δρόμου να τον στιγματίζει. Για τον ίδιο, το πνευματικό αδιέξοδο του σύγχρονου πολιτισμού μπορούσε να αντιμετωπιστεί με τον εξαγνισμό από τα πάθη, τη δύναμη της έκστασης των Διονυσιακών μυστηρίων και την επιστροφή στη φύση, στη μαγική παράδοση και την ελευθερία της ψυχής των Ινδιάνων σαμάνων.

Τα γραπτά του Jim είναι επηρεασμένα από την νεότερη λογοτεχνία και φιλοσοφία και κυρίως από τους λεγόμενους «καταραμένους ποιητές» (E.A. Poe, Verlain, Rimbaud, Baudelaire), καθώς και από τον Νίτσε και αρχαίους έλληνες φιλόσοφους. Τα ποιήματα και τραγούδια του, φανερώνουν μια ευαίσθητη, ρομαντική φύση που σκοτεινά και σουρεαλιστικά φωτογραφίζει με τόλμη την εποχή του και την πορεία του μέσα σε αυτήν: την απελευθέρωση των ναρκωτικών, του σεξ και του rock n’roll, το αντιπολεμικό κίνημα, την νέα πνοή της τέχνης του avant garde, την αμφισβήτηση, την μποέμικη και «χωρίς υλικά αγαθά» ζωή των χίπις. Σκοπός του ήταν να σοκάρει, να απογυμνώσει τους μύθους του 20ου αιώνα, τις πανηγυρικές προκηρύξεις και την αφελή σιγουριά ότι ο κόσμος μπορεί να αλλάξει έτσι εύκολα. «Έι, εγώ δεν μιλώ για καμιά επανάσταση, για καμιά επίδειξη». Σε μια συνέντευξή του δηλώνει: «Δεν μπορεί να υπάρξει καμία μεγάλη επανάσταση, αν δε προηγηθεί μια εσωτερική…» Στο Isle of Wright Festival της Αγγλίας, είχε αποκαλέσει τους χίπις «βδέλες» που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο αλλά δεν είναι αυτοδύναμοι, ούτε αξιόπιστοι και δεν συγκεντρώνονται στο στόχο τους. Συνέπως, οι Doors δεν ήταν ακριβώς έτσι: «Οι Doors δεν είναι ευχάριστοι, διασκεδαστικοί χίπις, που προσφέρουν ένα χαμόγελο και λουλούδια. Κρατούν ένα μαχαίρι με μια παγωμένη τρομαχτική λάμα» J. Stinks.

Ο Jim Morrison απεχθανόταν την βιομηχανία του “star system”. Συνειδητοποιώντας οδυνηρά ότι το έδαφος που διάλεξαν οι Doors για να φυτέψουν τους σπόρους τους ήταν σαθρό, προσπάθησε να στραφεί σε μια ήσυχη ζωή αφιερωμένη στο πρώτο πάθος του, την ποίηση. Αλλά, ήταν αργά γιατί ο μύθος των Doors είχε ήδη πάρει την δική του ανεξέλεγκτη πορεία. Στην προσπάθεια του να ξεφύγει από την πραγματικότητα ο Morrison ακολούθησε τον δρόμο της υπερβολής με ατελείωτες καταχρήσεις, αλκοόλ, ξενύχτια και κραιπάλη που έφθειραν τόσο τον ίδιο, όσο και την ένωση με τους υπόλοιπους Doors, που συνέχιζαν απορροφημένοι το φανταχτερό παιχνίδι της δόξας.

Ο φυσικός θάνατος δεν άργησε να ακολουθήσει τον πνευματικό: βρέθηκε νεκρός στο μπάνιο του στο Παρίσι, με ένα αινιγματικό χαμόγελο χαραγμένο στο πρόσωπό του. Ο Jim Morrison που είχε την ικανότητα να μαγνητίζει τα πλήθη με τη φωνή και την παρουσία του, άφησε πίσω του ανεξίτηλα σημάδια μέσα από την ανατρεπτική ζωή του, την μουσική του, τις ιδέες του, την έμπνευσή του και τον πρόωρο θάνατό του. Η επιγραφή στον τάφο του στο Παρίσι υπάρχει για να μας τον θυμίζει ως έναν άνθρωπο που έπραξε «κατά τον δαίμονα εαυτού».


(εδώ η πρόσφατη -30/6- εκπομπή/αφιέρωμα του Εμιγκράντε Πασαζέρ στον Jim Morrison και στους Doors).
 


Στάθης Αγγελάκος (συντάκτης στο site frapress.gr)
Ψάχνοντας Τον Morrison

Με κυρίευσε ένα περίεργο συναίσθημα το προηγούμενο απόγευμα, αν και όχι πρωτόγνωρο. Τίποτε δεν φαινόταν να ηχεί καλά στα αυτιά μου, οπότε κάπως έτσι επέστρεψα στο πρώτο album των Doors που είχα αγοράσει ποτέ, το ‘Morrison Hotel‘.  Ανοίγοντας την σπασμένη θήκη του, θυμήθηκα πως μου είχε πέσει από τα χέρια πριν προλάβω να το ακούσω ακόμη – μόλις την δεύτερη ημέρα που το είχα. Κι έπειτα για καιρό είχα καταφέρει να ακούσω μόνο τα 4 πρώτα κομμάτια: ‘Roadhouse Blues’, ‘Waiting for the Sun’, ‘You Make Me Real’, ‘Peace Frog’. Κάποια ημέρα προσπέρασα τα ‘Blue Sunday’ και ‘Ship of Fools’ και από το ‘Land Ho!’ μέχρι το ‘Maggie M’gill’ άρχισε να μου αρέσει ξανά κάτι, το οποίο για καιρό δεν ήταν αρκετά σαφές. Το album αυτό δεν ήταν ποτέ το αγαπημένο μου των Doors. Κι όμως μέσα σε διαφορετικές περιόδους τα τραγούδια του με συνόδευαν και μου φανερωνόντουσαν το ένα μετά το άλλο. Το ‘Morrison Hotel’ αποτελεί το πρώτο κεφάλαιο του τέλους του συγκροτήματος και του ίδιου του Morrison – το δεύτερο και καταληκτικό είναι το ‘L.A Woman’.

Φαινόταν πλέον πως κάτι είχε αλλάξει βαθιά μέσα τους. Οι Doors είχαν επιστρέψει στις ρίζες τους, τα blues, και ο Morrison έδειχνε με κάθε τρόπο πως δεν ήταν πια απασχολημένος να αναγεννηθεί, ήταν απασχολημένος να πεθάνει. Ακούγοντάς το ξανά και ξανά εκείνο το βράδυ κατέληξα πως αποτελεί το πιο αληθινό album τους. Αυτό που ηχογράφησαν λίγο πριν πέσουν τα φώτα και η μουσική τελειώσει.  Την 5η φορά που τελικά τελείωσε, έβαλα αυθόρμητα μια άλλη λίστα, έκατσα πίσω και θυμήθηκα όλες τις φορές που έψαχνα τον Morrison και εκείνες που ήμουν σίγουρος πως κάπου τον είχα πετύχει.

Νομίζω τον είδα στην Ελλάδα μικρός πίσω στο 2004 να δίνει ειρωνικά το χέρι του στον Ian Astbury backstage, να χειροκροτά με χλευασμό Manzarek και Krieger, να γυρίζει την πλάτη του και να γίνεται καπνός. Φήμες λένε πως πήγε κατευθείαν στην Ισπανία, που τον περίμενε η Nico 16 ολόκληρα χρόνια. Δεν άντεξε πολύ, όμως, λένε και επέστρεψε στο Frisco, όπου έφτασε ένα πρωί κι άρχισε με μανία να κατεβάζει μπύρες δίπλα απ’ την θάλασσα. Εκεί έμαθα πως μετά από λίγο καιρό ξαναβρήκε το φιλαράκι του, τον Anton Newcombe και θυμήθηκαν στα τέλη του ’90 τις τσάρκες τους στην πόλη και εκείνη την φορά, που είχαν πετύχει τυχαία τον Brian Jones και βουτήχτηκαν για 25 ημέρες στα παραισθησιογόνα. Γύρω στον ένα χρόνο αργότερα βγήκε η βρώμα πως είχε κατηφορίσει για το Dana Point και επιβεβαιώθηκε όταν τον πέτυχαν τυχαία ξημερώματα με τον Brooks Nielsen σε ένα τοπικό μπαρ. Λένε πως είχε οίστρο και του εξηγούσε πως τραγουδάει τα blues από όταν ο κόσμος ξεκίνησε και αυτός του αποκρινόταν συνέχεια πως πιστεύει ότι οι νεκροί δεν πεθαίνουν πάντα.

Τα ίχνη του πρέπει να χάθηκαν στη συνέχεια μέχρι το 2007 πια, που ακούστηκε πως πέρασε από τη Νέα Υόρκη και συνάντησε σε ένα μαγαζάκι τον Gary Clark Jr. Του ψιθύρισε κρυφά πως του θυμίζει τον Hendrix και τον προειδοποίησε να προσέχει μην την πατήσει και παρασυρθεί απ’ τα φανταχτερά φώτα της μεγαλούπολης, όπως είχε κάνει εκείνος. Τελικά έκατσε κάμποσο καιρό στο Μεγάλο Μήλο και άραξε αρκετά με τον Lou Reed, θυμήθηκαν τις παλιές καλές εποχές, και κατέληξαν πως τελικά δεν υπήρχαν παλιές καλές εποχές και πως αυτή ήταν η πιο παράξενη ζωή που είχαν γνωρίσει. Μετά τον έχασα για καιρό. Άκουσα πως ο Alex Maas πέρασε έναν Ιούνιο μαζί του πριν 5 χρόνια. Βρήκαν δύο κορίτσια λίγο έξω από το Austin και αυτές τους έπεισαν να φορτώσουν το αμάξι με τα πιο εκλεκτά ουίσκι και να πάνε ως την Δυτική ακτή. Έμειναν εκεί για κάτι λιγότερο από έναν μήνα και μετά τον ακολούθησε στην περιοδεία του. Ακούγεται, μάλιστα, πως στο βαν έκατσε παρέα με τον Dan Auerbach ένα βράδυ και του έφτιαξε με ένα ντέφι μία acoustic εκδοχή του ‘Too Afraid to Love You’. Πάνω στην πλάκα του πρότεινε κιόλας να κάνει μια παραγωγή κάποια στιγμή στην πρωτοεμφανιζόμενη τότε Lana.

Στις 3 Ιουλίου του επόμενου χρόνου τον είδαν να φεύγει νωρίς από ένα πάρτι στο Παρίσι με την Amy Winehouse, τον Pete Doherty και τον Alan Wass, αλλά γρήγορα έχασαν τα ίχνη τους. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι πέρασε τα επόμενα 2 χρόνια με τον Matthew Correia και τον Nick Waterhouse σε κάποια ξένη γη και μέχρι να γυρίσουν είχαν χάσει ότι είχαν και δεν είχαν. Αλλά αυτό μπορεί να ήταν απλά ένα όνειρο, που προσπαθεί ο καθένας να εξηγήσει.

Τελευταία φορά πάντως λέγεται πως παρουσιάστηκε στην κηδεία του Manzarek, με λευκό πουκάμισο, να τραγουδάει πίσω από κάτι θάμνους το ‘Moonlight Drive’. O Krieger τον πρόσεξε, αλλά μόνο o Densmore τόλμησε να πάει να του μιλήσει.

This is the strangest life I've ever known...


*Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο site frapress.gr πριν περίπου ένα χρόνο. Ευχαριστούμε θερμά για την αναδημοσίευση.

 

 

 

 

Φάνης Πουλημάς (εξέχον μέλος του Υπογείου και συμπαραγωγός στην εκπομπή μας Music From The Basement στον enforadio.gr)
He was my Lizard King…… He can do anything!

45 χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από το θάνατο του Jim Morisson. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα οι σκέψεις μου είναι τόσο έντονες, που όποτε μπορώ και βρίσκω λίγο χρόνο, προσπαθώ να ανοίξω από το χρονοντούλαπό μου το σκονισμένο κουτί των αναμνήσεων των εφηβικών μου χρόνων. Όπως όλοι οι έφηβοι, έτσι κι εγώ περνώντας από διάφορα στάδια, μουσικά και στυλιστικά, αναζητούσα να βρω το μουσικό μου θεμελιώδη λίθο (ίνδαλμα), ώστε να χτίσω επάνω του τη μουσική μου κουλτούρα. O Morrison και οι Doors με συνοδεύουν μεχρι και σημερα.

Ήμουν δεν ήμουν 15 χρονών, όταν από διάφορες συγκυρίες ήρθα σε επαφή με το ομώνυμο ντεμπούτο των Doors. Δεν μπορώ να περιγράψω το συναίσθημά μου, αλλά σίγουρα αυτό που έχει μείνει χαραγμένο για πάντα στη μνήμη μου είναι η μαγεία. Σχεδόν ταυτόχρονα, μυήθηκα στους ήχους τους και έμελε να γίνουν το μουσικό μου ιπτάμενο χαλί μέχρι σημερα. Η συνέχεια ηταν η αναμενόμενη και αφού έλιωσα στην κυριολεξία όλους τους δίσκους τους - άλλους αγόρασα, άλλους δανείστηκα, άλλους τους επέστρεψα, άλλους δεν τους γύρισα πίσω ποτέ. Μετά έτυχε να βγει η ταινία (αν και δεν αντικατροπτρίζει την πραγματικότητα) με πρωταγωνιστή τον Val Kilmer και αυτό ήταν που έδεσε το γλυκό... 

Και κάπως έτσι εντέλει χτίστηκε η εφηβική μου μουσική (και όχι μόνο) ταυτότητα. Προσπάθησα να αφομοιώσω τον χαρακτήρα το ντύσιμό του και ό,τι ειχε σχεση μαζι του. Κάθε Σάββατο, η διαδρομή μου ήταν γνωστή: Αιγαλεω- Μοναστηρακι. Και τι δεν αγόρασα; ραπτά, κονκάρδες, πόστερ, χαϊμαλιά (το καλσσικο κόκκινο-άσπρο με τις μικρές χάντρες), βιβλία, τα πάντα! Το δωμάτιό μου ηταν ντυμένο με τη γιγάντια αφίσα του, μέχρι που έφυγα για σπουδές και δεν το ξαναείδα. Η βιβλιοθήκη, τα βιβλία μου, παντού γραμμένα στίχοι και ποιήματά του.

Στα χρόνια της ενηλικίωσής μου, κατάλαβα ότι ο Jim Morisson δεν ήταν μόνο αυτός οι Doors, αλλά ηταν ο πλέον κατάλληλος άνθρωπος ώστε να υποστηρίξει τον ήχο που έβγαζε η μπάντα. Πέρασαν τα χρόνια και ήρθε η περίεργη αμήχανη στιγμή που γνωρίζεις πα αρκετά καλά τα είδωλά σου και φτάνει η ώρα της αποκαθήλωσης. Πέρασα τότε μια εποχή που δεν άκουγα συχνά τους εφηβικούς μου (υπερ)ήρωες, αλλά και σε συζητήσεις σχετικά με αυτούς, δεν έδειχνα την ίδια θέρμη και το ίδιο πάθος. Αλλά όπως λέει και ένας πολύ καλός μου φίλος (α ρε Μιχάλη), το υποσείνηδητο είναι μεγάλο πράγμα. Συνειδητοποιώ πως σε ό,τι ακουσμα και αν έχω ανα περιόδους, από πίσω οι επιρροές και οι αναφορές των Doors είναι πέρα για πέρα εμφανείς.

08/12/2007. Έρχεται άλλη μια συγκυρία για να μου επιβεβαιώσει πως υπάρχει ίσως ένα μεταφυσικό attached: Έρχεται η γέννηση του τρίτου μου γιου Στέφανου την ιδια μερα που γεννηθηκε και ο Jim. Η χαρά μου δεν περιγράφεται….

Πριν από χρόνια σε μια μουσική βραδιά και μετά από κατάχρηση κατανάλωσης αλκοόλ, ο ίδιος φίλος μου (ο Mike) κάνει μιά απλή ερώτηση: ποιες είναι οι δέκα αγαπημένες σου μπάντες ever. Ενώ η ερώτηση ήταν σχετικά εύκολη, στην πράξη ήταν πολύ πολύ δυσκολη (ακόμα δυσκολεύομαι). Συνειδητοποίησα ότι σχεδόν όλες οι μπάντες που μου έρχονταν στο μυαλό, είχαν κοινά με τους Doors - και στην τριάδα φυσικά και αυτοί, οι Doors.

Πλέον μπορώ να πω ότι πέρα από τη μουσική των Doors, η οποία με έχει από χρόνια κυριεύσει και στοιχειώσει, είναι και δυο ποιήματα που με έχουν βοηθήσει και στη ζωή μου και προσπαθώ να τα εφαρμόσω στις δύσκολες στιγμες μου. Όλοι οι μυημένοι ξέρουμε για το φίδι που αντικατοπτριζει την κοινωνία, η ιστορία της ανθρωπότητάς μας, η οποία είναι ένα ερπετό με παγωμένο δέρμα. 'Ενα φίδι που αν καταλάβει και νιώσει τον φόβο μας, θα μας επιτεθεί αμέσως, αν όμως το κοιτάξουμε στα μάτια χωρίς φόβο, θα μας περάσει στην απέναντι όχθη. Επίσης, άλλο ένα του ρητό που με εχει στοιχειωσει ανεπανόρθωτα είναι το εξής: Expose yourself to your deepest fear; after that, fear has not power and the fear of freedom shrinks and vanishes. You are free. Στο υπέρτατο When The Music‘s Over (από το Strange Days του 1967), μας ποειδοποιεί ότι όταν θα σταματήσει η μουσική, θα σταματήσουμε κι εμεις...

Πάντα θα με συνοδεύει η μουσική των Doors, οι 6 δισκοι τoυς για μενα είναι masterpieces.  

"If the doors of perceprion were cleansed every thing would appear to man as it is, infinite". (William Blake). Infinite, ακριβώς όπως και το έργο που μας άφησε ο James Douglas Morrison σε 27 χρόνια ζωής. Ο Morrison και οι φίλοι του οι Doors.
 
 
 
 
Σχετικα Αρθρα
ypogeio.gr
Όταν η 11χρονη Κ.
επισκέφθηκε το πλατό
του The Voice
(03/12/2017)
ypogeio.gr
Nick Cave:
Το Χρονικό
Ενός Εξωγήινου Υπερήρωα
(20/11/2017)
ypogeio.gr
To Υπόγειο ανοίγει τις Πόρτες:
Ένα Υστερόγραφο
Από τον Σ. Μανούση
(09/07/2016)
ypogeio.gr
ΚΤΙΡΙΑΚΑ ΘΕΜΕΛΙΑ #08
GUNS 'N' ROSES
COMA
(12/10/2016)