Top-20 Διεθνή Albums

Of 2017

(+ 3 Disappointments)

 

Το 2018 μετράει ήδη 4 μέρες ζωής και μόλις καταφθάνει ακόμα μία λίστα του Υπογείου για τις μουσικές του 2017, η τελευταία της "επίσημης" σειράς, πιθανόν να ακολουθήσουν κι άλλες. 'Επειτα λοιπόν από τα 50 αγαπημένα μας εγχώρια τραγούδια και τα ισάριθμα διεθνή, ήρθαν τα 20 καλύτερα (μας) ελληνικά άλμπουμ, ενώ σήμερα σας παρουσιάζουμε τα 20 καλύτερα διεθνή. Θα συμμεριστώ την άποψη πολλών φίλων και πολλών μουσικών αρθρογράφων πως η χρονιά που μόλις μας άφησε δεν ήταν και η πιο πλούσια σε παραγωγή ολοκληρωμένων καλών δίσκων. Και θα σταθώ στη λέξη "ολοκληρωμένων", καθώς παρατηρήθηκε το φαινόμενο -γνωστό και ορατό τα τελευταία χρόνια, αλλά πολύ πιο έντονο φέτος- να έχει μία κυκλοφορία 2-3 πολύ καλά τραγούδια, αλλά ως εκεί - τα υπόλοιπα tracks μέτρια, αδιάφορα και κάποιες φορές εντελώς φτωχά. Αρκετοί άνισοι δίσκοι λοιπόν, παρόλα αυτά οι παρακάτω 20 (συν 3-4 ακόμα που δεν... πρόκαναν να μπουν στην 20άδα στο τσακ) είναι κατα τη γνώμη μου εξαιρετικοί και απολαυστικοί, ο καθένας με τον τρόπο του, με τη δική του τεχνοτροπία και είδος. Τη λίστα με τους 20 πιο αγαπημένους μας δίσκους για το 2017, ακολουθεί και μία μικρότερη με τις 3 απογοητεύσεις της χρονιάς, η οποία φέτος περιέχει ονόματα που στο (πολύ) πρόσφατο παρελθόν στην κυριολεξία έχω λατρέψει και... προσκυνήσει. Αυτά. Καλή Χρονιά με πολλές μουσικές!!!

 
 

1. Reflection - Brian Eno (1/1)
Ο αγαπημένος μου δίσκος για το 2017 βγήκε την πρώτη ημέρα του έτους, έχει μονάχα ένα ορχηστρικό κομμάτι που διαρκεί 65 λεπτά και ήξερα από την πρώτη φορά που απνευστί το άκουσα πως εκτός απροόπτου θα βρεθεί στη θέση 1 της λίστας μου ένα χρόνο μετά. Όπερ και εγένετο...

[ακολουθεί αυτούσιο το review του Υπογείου για τον δίσκο, όπως αυτό δημοσιεύτηκε στις 18/1 από τον συντάκτη μας Mike N.]

Για πολλούς, διάφορους και σοβαρούς λόγους, δεν διάγω και τις καλύτερες μέρες της ζωής μου, αυτό είναι εμφανές από το πόσο σπάνια γράφω σε τούτη τη σελίδα τον τελευταίο καιρό... :(

Αναζητώντας ως συνήθως καταφύγιο στη μουσική, έπεσα στο νέο δίσκο του Brian Eno, Reflection, ο οποίος κυκλοφόρησε την Πρωτοχρονιά. Στηριζόμενος στις τελευταίες του δουλειές, ήξερα πως θα συναντήσω κάτι πειραματικό και τύπου δύσκολο. Όντως έτσι συνέβη, ο δίσκος έχει ένα και ομώνυμο ορχηστρικό κομμάτι διάρκειας 65 λεπτών. 65 λεπτά που από το πρώτο δευτερόλεπτό τους σε βάζουν σε ένα ολοζώντανο sci fi σκηνικό (όταν ο χρόνος μου επιτρέπει, μετά την ακρόαση του Reflection, βάζω και το OST του Solaris και...αυτοαποτελειώνομαι). 65 λεπτά χωρίς ξεσπάσματα ή τρομερές αλλαγές, μία μεθυστική αργόσυρτη σειρά ήχων και βοών, που με ένα ύπουλο και υποχθόνιο build up βασισμένο στα πλήκτρα σε κάνουν σιγά-σιγά να χάσεις την αίσθηση της ύπαρξής σου, να νιώσεις τις μηδενικές βαρύτητες που κρύβεις μέσα στον ανεξερεύνητο εγκέφαλό σου, ή να λυγίσεις από το απόλυτο βάρος και την πίεση που κρύβει ένα ταξίδι στην άβυσσο ενός ωκεάνιου βυθού. Μία εξωσωματική σχεδόν μεταφυσική εμπειρία σε περιμένει, αν ακούσεις το δίσκο όπως του αρμόζει... Και μην πάει ο νους στο πονηρό, δεν αναφέρομαι σε... ουσίες και οινοπνεύματα, απλά πάτα play και άκου προσεκτικά, συγκεντρώσου ολόκληρος και αύτανδρος στη μουσική. Ένας δίσκος, σίγουρα ειδικών συνθηκών, που όμως μπορεί να σε αγκαλιάσει και στοιχειωμένα να σε τυλίξει, ανεξαρτήτως προσωπικών γούστων και προτιμήσεων, trends, χώρου και χρόνου, ηλικίας κλπ. 

Το Reflection αποδείχτηκε το ιδανικό καταφύγιο για να βγάλω λίγο καλύτερα τον δύσκολο Γενάρη μου. Το ακούω σχεδόν κάθε μέρα και δρα μέσα μου σαν εξωγήινος ιός, μέρα με τη μέρα εισχωρεί μέσα μου όλο και περισσότερο, δημιουργώντας στο μυαλό μου έναν ολοκαίνουριο αντικατοπτρισμό του 40χρονου εαυτού μου, εικόνες που δεν έχω ξαναδεί και σκέψεις που ακόμα δεν ξέρω τι σημαίνουν. Καταλαβαίνω όμως πως a new truth is out there...  
 

 

 

2. Sincerely Future Pollution - Timber Timbre (7/4)
Η Καναδέζικη (Τορόντο) μπάντα είναι μία από τις αγαπημένες μου τα τελευταία 10 χρόνια, και με τον 6ο studio δίσκο τους απέδειξαν για ακόμα μία φορά πως ξέρουν να φτιάχνουν κομματάρες και να μεταμορφώνονται κατά το δοκούν, χωρίς όμως να χάνουν την ξεχωριστή ταυτότητά τους και να θυσιάζουν το παραμικρό από την διαπεραστική οντότητά τους. Αυτή τη φορά αφήνουν την Καναδική ύπαιθρο (βλ.τα εξώφυλλα των δίσκων τους ως το 2014) και κατεβαίνουν στην πόλη (βλ. το εξώφυλλο του Sincere Future Pollution) για να φτιάξουν ένα αριστούργημα αστικού ζόφου και δυστοπίας, καλυμένης από το βαρύ πέπλο του σύγχρονου κοινωνικο-πολιτικού status quo. Εγκαταλείπουν λοιπόν τις ακουστικές ενορχηστρώσεις και εξελίσσουν περαιτέρω τον ήχο που ασπάστηκαν με το Hot Dreams του 2014. 80's synths και drum machines συνοδεύουν τις επιβλητικές και σκοτεινές απαγγελίες του Taylor Kirk σε μία 40λεπτη επίδειξη αιχμηρής και υπερεμπνευσμένης τραγουδοποιίας. Το ομώνυμο κομμάτι του δίσκου είναι ένα από τα καλύτερα και... τρομακτικότερα που έχουν γράψει ποτέ, αλλά δύσκολα θα βρεις κάποιο από τα υπόλοιπα 8 που να μην έχει "κάτι", που να μην ιντριγκάρει με κάποιον τρόπο τ'αυτιά και την ψυχή σου. Δίσκαρος!
 

     
 

 

3. Luciferian Towers - Godspeed You! Black Emperor (22/9)
Κάθε δίσκος των GY!BE είναι ένα έργο υψηλής μουσικής τέχνης, είναι χιλιάδες λέξεις ειπωμένες με κραυγές συναγερμού και άλλοτε με ψιθύρους αλληλέγγυας συνομωσίας. Kι όμως, τα κομμάτια τους είναι πάντοτε ορχηστρικά...  

[ακολουθεί αυτούσιο το review του Υπογείου για τον δίσκο, όπως αυτό δημοσιεύτηκε στις 22/9 από τον συντάκτη μας G.Chatzidimitriou]

Θυμός. Αγωνία. Τρόμος. Κατεστραμμένος πλανήτης από όλες τις πλευρές. Κατεστραμμένο πολιτικό σύστημα. Πόλεμος εναντίον του συστήματος και της εξουσίας. Ούτε μια χρονιά σε αυτόν τον πλανήτη, από... γεννησιμιού του, δεν έμεινε χωρίς να γίνεται πόλεμος σε κάποια γωνιά του. Τι θα κάνουμε γι’αυτό; Ας κάνουμε συμβούλιο. Ας πάρουμε αποφάσεις. Αποφάσεις που τελικά θα οδηγήσουν σε νέα αδιέξοδα και σε νέους...πολέμους, πιο υπέροχους και πιο εξελιγμένους. 

Δύο χρόνια μετά το "Asunder, Sweet and Other Distress" και μετά από όλα τα κοινωνικοπολιτικα γεγονότα που έχουν μεσολαβήσει από τότε έως σημερα, η κατάσταση ούρλιαζε από μόνη της για έλεος, με μοναδική λύση στον ορίζοντα να είναι το "Luciferian Towers". Τέσσερα tracks, χωρισμένα σε επτά κομμάτια και περίπου 45 λεπτά διάρκεια, σε κάνουν να πιστεύεις ότι είναι το πιο συμπαγές και μουσικά πιο τακτοποιημένο άλμπουμ από όλα τα υπόλοιπα της καριερας τους, κάνοντάς το το πιο εύστοχο άλμπουμ των GY!BE μέχρι σήμερα.

Έχοντας στο νου μας την παγκόσμια καταστροφή, το "Luciferian Towers" έχει κάθε δικαίωμα να διαφωνεί με αυτή και να είναι άσχημο, απελπισμένο και ζοφερό. Δεν μπορώ να το χαρακτηρίσω λυπηρό άλμπουμ. Αντί να υπάρχει η γνωστή πικρή απόδραση που περιμένουμε όπως ολοι ξέρουμε και έχουμε συνηθίσει (απευθύνομαι στους fans), δημιουργείται η αίσθηση ότι αυτός είναι ο ήχος των Godspeed που αγωνίζεται ενάντια στον φόβο παρακινώντας τον κόσμο να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Αυτό το εξαιρετικά μυώδες άλμπουμ, προσπαθεί να αναπτύξει την ανάγκη του ακροατή να αντιμετωπίσει το χάος του σήμερα, με όπλα τα πνευστά, τα βιολιά, τις πειραματικές κιθάρες και τα ηλεκτρονικά samples, δημιουργώντας πολλές στρώσεις από πληροφορίες στο μυαλό του. 

Το συγκεκριμένο άλμπουμ ακούγεται σαν σκοτεινή κλασσική μουσική -κάποιες στιγμές μου θύμισε τα σκοτεινά arrangements του Frederic Chopin- , ίσως λίγο πιο εύκολο στην ακρόαση από παλαιότερες δουλειές, θυμίζοντάς μας ότι όντως υπάρχει ελπίδα να γίνουν καλύτερα τα πράγματα, χωρίς να γεμίζει με απελπισία τις καρδιές μας, δημιουργώντας την πεποίθηση ότι ο συλλογικός αγώνας εναντίον του συστήματος είναι μια μάχη που αξίζει να γίνει, αντί να παραδοθούμε με την πρώτη, αμαχητί και αύτανδροι. Νομίζω ότι αυτό είναι το κύριο ύφος και πνεύμα του "Luciferian Towers", ένα άψογα συνθετημενο μουσικά, μελωδικό και δυναμικό άλμπουμ, ίσως το καλύτερό τους μέχρι σήμερα. 
 

 

 

4. The Witch - Pumarosa (19/5)
Εδώ ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και εντυπωσιακά debuts που ακούσαμε το 2017. Μία 54λεπτη μουσική περιπέτεια που σου κόβει την ανάσα από το εναρκτήριο και συγκλονιστικό "Dragonfly" ως και το καταληκτικό και αγριεμένο "Snake". Μεσολαβούν άλλα 8 tracks, στα οποία οι Βρετανοί (Λονδίνο) Pumarosa μας δίνουν το εξαιρετικό και πολυσυλλεκτικό στίγμα τους και αφήνουν -φαρδύ πλατύ- το γεμάτο υποσχέσεις και ταλέντο αποτύπωμά τους. Τα "Priestess" και "Honey" είναι δύο από τα καλύτερα κομμάτια που άκουσα την χρονιά που μας άφησε, ενώ το ομώνυμο "The Witch" και το "Lion's Den" είναι δύο βραδυφλεγείς και "ύπουλοι" δυναμίτες... Η εθιστική και παθιασμένη φωνή της Isabel Munoz-Newsome είναι η αιχμή του δόρατος σε μία καλοκουρδισμένη και άκρως ενδιαφέρουσα νέα μπάντα, η οποία μέσα στο 2017 έκανε το δικό της (δίκαιο και εκ του δίσκου της αναμενόμενο) πάταγο. Σίγουρα θα έχουμε να περιμένουμε πολλά από τους Pumarosa στο μέλλον. Προς το παρόν, ακούμε ακόμα με ανοιχτό το στόμα το εξαιρετικό "The Witch".  

[διάβασε τη συνέντευξη των Pumarosa στο Υπόγειο εδώ]
 


 

 

5. Flying Microtonal Banana - King Gizzard And The Lizard Wizard (24/2)
O πρώτος (χρονικά) από τους 5 (!!!) δίσκους που κυκλοφόρησαν οι δαιμόνιοι Αυστραλοί μέσα στο 2017, ήταν εντέλει και ο καλύτερος. Όχι ότι οι άλλοι 4 πήγαν πίσω, αλλά η "Ιπτάμενη Μικροτονική Μπανάνα" τους, μας πήρε και μας σήκωσε και μας...

[ακολουθεί αυτούσιο το review του Υπογείου για τον δίσκο, όπως αυτό δημοσιεύτηκε στις 18/1 από τον συντάκτη μας Mike N.]

Άντε, ας τα βάλουμε πάλι κάτω... Οι τύποι υπάρχουν από το 2010 και έκτοτε έχουν κυκλοφορήσει 9 δίσκους, συμπεριλαμβανομένου και του άρτι αφιχθέντος Flying Microtonal Banana, περί ου ο λόγος σήμερα. Επίσης, το εν λόγω άλμπουμ είναι το πρώτο από τα πέντε που μας έχουν υποσχεθεί οι Αυστραλοί (Μελβούρνη) για το 2017.

Και μέσα σε αυτόν τον οργασμό δημιουργικότητας και υπερκυκλοφοριών, θα μπορούσε εύλογα να πει κάποιος πως οι King Gizzard And The Lizard Wizard κάπου το παραξήλωσαν και θα περίμενε πως -μοιραία- θα επαναλάμβαναν εαυτούς ή/και θα έβγαζαν και κάποιους δίσκους χαμηλής ποιότητας και έμπνευσης. Θα μπορούσε κάποιος να τα ισχυριστεί όλα αυτά, μονάχα όμως αν δεν είχε ακούσει τους δίσκους τους! Και δεν θα σας πάω μακριά, κοιτάξτε (ακούστε για την ακρίβεια) τους τρεις τελευταίους τους: 2015, Paper Mâché Baloon, ένα γλυκό μελωδικό πανέμορφο δημιούργημα με τη συνοδεία πνευστών. Την ίδια χρονιά, το Quarters, 4 κομμάτια με ακριβώς την ίδια διάρκεια (!), 10 λεπτά και δέκα δευτερόλεπτα το καθένα. Μελωδικός διακριτικός αλά UMO (=Unknown Mortal Orchestra) ψυχεδελικός θόρυβος χτισμένος ως επί το πλείστον πάνω σε feelgood μελωδίες.  2016, Nonagon Infinity, ένα απνευστί καταιγιστικό 40λεπτο (υπερ)noisy ταξίδι μέσα σε πανύψηλα bpm και εθιστικές μουσικές αγριότητες, βασισμένες σε μία επαναλαμβανόμενη ατέλειωτη λούπα...

Και φτάνοντας στο άρτι αφιχθέν Flying Microtonal Banana ερχόμαστε αντιμέτωποι με ακριβώς το ίδιο...φαινόμενο: o Stu Mackenzie και η  6μελής παρέα του κυκλοφορούν μία ακόμα δισκάρα, η οποία δεν μοιάζει με (σχεδόν) τίποτα απ' όλα όσα έχουν κάνει στο παρελθόν. Αυτή τη φορά το project βασίζεται στη μικροτονικότητα (microtonal), μουσική δηλαδή που χαρακτηρίζεται από τη χρήση μουσικών διαστημάτων μικρότερων του -ευρέως διαδεδομένου στη Δυτική μουσική- ημιτονίου. Τη συγκεκριμένη τεχνοτροπία τη συναντάμε στην Αναγεννησιακή και Βυζαντινή μουσική, αλλά και στην Ινδική. Σε αυτή την τελευταία, την Ινδική, φαίνεται πως ακούμπησε ο Mackenzie για να συνθέσει το άλμπουμ, μιας και όλα τα κομμάτια αποπνέουν μία έντονη ανατολίτικη εξωτική αύρα. Για να μπορέσει κάποιος να παίξει μουσική μικροτονικά απαιτείται και ο απαραίτητος μουσικός εξοπλισμός, γι'αυτό και ο frontman των KGLW αγόρασε μία μικροτονική κιθάρα (δες την παρακάτω φώτο) και έδωσε και 200 δολάρια στο κάθε μέλος της μπάντας για να μπορέσει να τον ακολουθήσει και να συμπορευτεί μαζί του σε τούτο το...μικροτονικό εγχείρημα.

Όπως προαναφέρθηκε, τo τελικό αποτέλεσμα ήταν μεγαλειώδες και απείρως ξεχωριστό. 9 πανέμορφα ανατολίζοντα διαμαντάκια, βασισμένα σε εθιστικές μεθυστικές μελωδίες παιγμένες από μία μπάντα, η οποία μοιάζει να έχει αποκτήσει εξωγήινη χημεία και δέσιμο. Από το εναρκτήριο 8λεπτο leading single του δίσκου Rattlesnake ως και το ομώνυμο επικό ending track, έχουμε ζήσει μία καθηλωτική μουσική εμπειρία που δεν προσφέρεται και δεν βρίσκεται εύκολα εκεί έξω... Δεν μπορώ να ξέρω τι μας επιφυλάσσουν τα υπόλοιπα 4 δισκάκια των KGLW για το 2017, πάντως το Flying Microtonal Banana μου είναι υπεραρκετό. Magnifique.
 

 

 

6. Relaxer - Alt J (2/6)
Αυτό το εξαιρετικό πειραματικό indie rock σχήμα από το Leeds της Βρετανίας με άφησε άφωνο το 2012 με την εξαιρετική πρώτη του κυκλοφορία 'An Awesome Wave'. Με ψιλοξενέρωσε δύο χρόνια αργότερα με το κάπως άνοστο και ανέμπνευστο 'This Is All Yours', ώσπου φτάσαμε στον Ιούνιο του 2017, οπότε και μας έδωσαν τον τρίτο τους δίσκο "Relaxer". Υπέροχο. Το track No2 ονόματι "In Cold Blood" έπαιξε στα ηχεία μου περί τις 6.523 φορές :) μέσα στο 2017, γι'αυτό και το επέλεξα και για την κορφή της λίστας με τα καλύτερα κομμάτια της χρονιάς. Ευτυχώς όμως, δεν έγινα ακόμα μια φορά μάρτυρας στο φαινόμενο που συμβαίνει πολύ συχνά τελευταία, να έχουμε δηλαδή σε ένα άλμπουμ μια κομματάρα και τα υπόλοιπα να είναι από μέτρια/αδιάφορα, μέχρι του να μην ακούγονται. Το πολυμορφικό και περιπετειώδες Relaxer απαρτίζεται από 8 ευρηματικά πανέμορφα τραγούδια, με το προαναφερθέν "In Cold Blood", το καταιγιστικό "Hit Me Like A Snare" και το συγκλονιστικό "Adeline" να προεξέχουν. Σούπερ έκπληξη, η ρισκαδόρικη και τολμηρή -εντέλει επιτυχημένη- διασκευή στο περιβόητο "The House Of The Rising Sun" των Animals. 
 


 

 

7. Return To The 37th Chamber - El Michels Affair (14/4)
Ο πολυσχιδής Αμερικανός μουσικός και παραγωγός Leon Michels επιστρέφει στο 37th Chamber (έπειτα από τον δίσκο του 2009, 'Enter The 37th Chamber') και μας δίνει ένα psych soul/funk αριστούργημα. Κατά βάση ορχηστρικό, με εξαιρέσεις τα ασύλληπτα "Snakes" (φωνητικά από τον Lee Fields) και Tearz (φωνητικά από την 19χρονη Shannon Wise των Shacks και τον Lee Fields), το "Return To The 37th Chamber" είναι ένα περιπετειώδες και extra rewarding δισκογράφημα, μία κατάθεση νεωτερισμού και απύθμενης μουσικής έμπνευσης και μαστοριάς... 
 


 

 

8. One Night Stand Forever - WHITE (21/4)
Εκ Σκωτίας ορμωμένο, τούτο το post-punk, post-disco, indie pop 5-piece, απαρτιζόμενο από τους Leo Condie (φωνή), Hamish Fingland (κιθάρα), Chris Potter (κιθάρα), Lewis Andrew (μπάσο) και Kirstin Lynn (τύμπανα), μας δίνει ένα από τα πιο φρέσκα και σπιντάτα ντεμπούτα της χρονιάς, ένα Franz Ferdinand-ίσιο μάγκικο δισκάκι για να το χορέψεις και να το τραγουδήσεις ενώ παίζει στα ηχεία σου στη διαπασών. Καταιγιστικό και χειμαρρώδες άλμπουμ - must listen. Ακούγεται απνευστί και μονορούφι, απαραίτητη στάση στο track No5, όπου καλό θα ήταν να δώσεις 10-15 repeats στο mellow και θεατρικά σπαρακτικό "This Is Not A Love Song" (καμία σχέση με την εξίσου μεγάλη κομματάρα των P.I.L., απλή συνωνυμία).  
 

 

 

9. american dream - LCD Soundsystem (1/9)
Η μεγάλη επιστροφή του James Murphy και της εμβληματικής μουσικής παρέας του ήταν εκκωφαντική και πέρα για πέρα τίμια...

[ακολουθεί αυτούσιο το review του Υπογείου για τον δίσκο, όπως αυτό δημοσιεύτηκε στις 15/9 από τον συντάκτη μας Mike N.]

Θα ξεκινήσω με τη φράση ενός αγαπημένου φίλου, του Harry Kane (των Acid Barretts), όπως την έγραψε σε ένα ποστάρισμά του στο facebook: "το hype είναι πέρα για πέρα αληθινό".

Και ναι, είναι γεγονός, πως ο νέος 4ος δίσκος των LCD Soundsystem, "American Dream", απολαμβάνει από τη μέρα κυκλοφορίας του (1 Σεπτεμβρίου), ένα μνημειώδες απέραντο hype, τόσο από το διεθνή και εγχώριο μουσικό τύπο, αλλά και από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το γεγονός πως ο δίσκος είναι ο καρπός της προ διετίας επανένωσης της dance-punk/synth pop παρέας του James Murphy, έπειτα από ένα 4ετές hiatus (2011-2015), σίγουρα παίζει το ρόλο του στον κακό χαμούλη που προκάλεσε το άλμπουμ, υπάρχει όμως και ένας ακόμη πολύ σημαντικός παράγοντας και αυτός πρέπει να σημειωθεί καθαρά και ξέστερα: Το "American Dream" είναι ένας πολύ καλός δίσκος. Ένας πολύ καλός δίσκος που έχει λόγο ύπαρξης και πολλά να προσθέσει στην ένδοξη δισκογραφική πορεία των LCD Soundsystem, η οποία ξεκίνησε το 2005 με το εμβληματικό self-titled debut, συνεχίστηκε με το εξίσου εξαιρετικό "Sound Of Silver" του 2007 και (φάνηκε πως) κατέληξε το 2010, με το "This Is Happening".

Βέβαια, το ότι το άρτι αφιχθέν "American Dream" είναι ένας πολύ καλός δίσκος, απέχει παρασάγγας από αυτό που κάποιοι λένε (και γράφουν), το ότι είναι δηλαδή το καλύτερό τους δημιούργημα ως τώρα. Είπαμε hype-hype, αλλά αυτό μου φαίνεται υπέρ-υπερβολή (ναι, με δύο υπέρ) και ως ένα βαθμό αστείο. Υπάρχουν όμως 3-4 κομμάτια στο δίσκο, που θα μπορούσαν να συγκριθούν με τα μεγαλειώδη anthems του παρελθόντος της Νεοϋρκέζικης μπάντας: To opening track "Oh Baby", το θεϊκό "How Do You Sleep?" (με intro καταδικασμένο να μείνει στην ιστορία), το ομώνυμο ατμοσφαιρικό και συγκινητικό "American Dream" και το εθιστικό "Change yr Mind" είναι σίγουρα μέσα σε αυτά. Από εκεί και πέρα, έχουμε κάποιες...κοιλίτσες στο δίσκο (στο "tonite" ας πούμε), οι οποίες δημιουργούν μία κατάσταση κάπως άβολη και άνιση, δεν στέκονται όμως ικανές να επηρεάσουν το εν γένει αξιολογότατο και υπερεμπνευσμένο τελικό αποτέλεσμα.

Ο πολυσχιδής κύριος Murphy και η electro συμμορία του επέστρεψαν και καλά έκαναν, μία επιστροφή που δεν συνέβη εντέλει για το "θεαθήναι" ή/και για τα φράγκα, αλλά επειδή η ψυχούλα τους το έλεγε ακόμα και είχαν εκεί μέσα (στην... ψυχούλα τους) αληθινά σημαντικά πράγματα για να μοιραστούν μαζί μας. 
  

 

 

10. A World Of Masks - Heliocentrics (26/5)
Psych-jazz και heavy funk ακραία ηχητικά φαινόμενα, φτιαγμένα από αυτήν την εξαίσια Βρετανική μουσική κολεκτίβα, η οποία για πρώτη φορά βάζει στίχους και φωνή στα κομμάτια της. Για τη συγκεκριμένη δύσκολη ομολογουμένως αποστολή επιστρατεύει την Σλοβάκα τραγουδίστρια Barbara Patkova και το τελικό αποτέλεσμα είναι αποπνικτικά συγκλονιστικό...  Σκοτεινό και μυστηριώδες σε τραβάει απ'το μανίκι για απανωτές (σχεδόν αναγκαστικά) μεταμεσονύκτιες ακροάσεις. Ναι, αν και Ηλιοκεντρικοί, ο δίσκος τους ακούγεται με μεγάλη δυσκολία υπό το φως της μέρας. :) Κορυφαίες στιγμές του δίσκου, το εναρκτήριο "Made Of The Sun" και το ζοφερό "Capital Of Alone"... 
 

 

 

11. The OOZ - King Krule (13/10)
Ξεκούρδιστο, αφαιρετικό, νυσταγμένο, εμμονικό, ονειρικό και μαζί εφιαλτικό. Πέρα για πέρα πειραματικό, τολμηρό, αφ'υψηλού παρατηρεί τη...συμβατική τραγουδοποιία και κλείνει το μάτι σε μία νέα μουσική διάσταση, ορίζει ενδεχομένως ένα νέο πεδίο δημιουργίας. Μεγαλοφυές. Αυτό είναι για μένα στο περίπου το OOZ, το 2ο δισκογραφικό του King Krule (με το συγκεκριμένο προσωνύμιο, έχει κυκλοφορήσει έναν ακόμα δίσκο σαν Archy Marshall, το οποίο είναι και το 'κανονικό' του όνομα), του μόλις 23χρονου Βρετανού singer/songwriter. Τα 'Dum Surfer', 'Half Man Shark' και 'Vidual' είναι τρία λασπωμένα μα απείρως λαμπερά διαμάντια, ίσως και τα μόνα κομμάτια του δίσκου που ακολουθούν μια τύπου φυσιολογική song writing πεπατημένη. Από εκεί και πέρα, οφείλεις να κάνεις δώρο στον εαυτό σου μία άνευ όρων παράδοση στα δαιδαλώδη μουσικά μονοπάτια που χαράζει ο δαιμόνιος King Krule - η ανταμοιβή σου είναι βέβαιη και γενναιόδωρη...
 

 

 

12. Painted Ruins - Grizzly Bear (18/8)
Οι Αμερικανοί (Brooklyn) το 'χουν τρελά, και το αποδεικνύουν για ακόμα μία φορά με το 5ο και υπέροχο δισκογράφημά τους, Painted Ruins.

[ακολουθεί αυτούσιο το review του Υπογείου για τον δίσκο, όπως αυτό δημοσιεύτηκε στις 24/8 από τον συντάκτη μας Dimitris N.]

Η σχέση μου με τους Grizzly Bear ξεκίνησε, το θύμαμαι σαν τώρα, ένα μουντό απόγευμα τον Δεκέμβρη του 2009. Ήμουν σε ένα σπίτι φίλων, όταν ο οικοδεσπότης έβαλε στο cd player το άρτι αφιχθέν τότε "Veckatimest". Ήταν ο τρίτος δίσκος της μπάντας και η πρώτη μου επαφή με τους εκ Brooklyn/New York ορμώμενους experimental rockers. Δεν πρέπει να έπαιξαν πάνω από τρία κομμάτια, όταν αποφάσισα να σηκωθώ από το καναπέ που με είχε ρουφήξει και να επεξεργαστώ το cd. Η φωνή του frontman Ed Droste και η όλη ηρεμία που έβγαζε ο ήχος της μπάντας ήταν το κάτι άλλο. Το επόμενο πρωί αγοράσα τον δίσκο και χωρίς υπερβολές το cd έμεινε να πάιζει χωρίς αντίπαλο στο  repeat για ένα δίμηνο. ¨Εχω συνδέσει το album αυτό με πάρα πολλές αναμνήσεις, έχει μπει στο πετσί μου σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορώ να το ακούσω πλέον. Αρνούμαι. Μετά ήρθε το "Shields" το 2012. Ακόμα μια σφαλιάρα σε μια δύσκολη εποχή για μένα. Βέβαια, δεν το θεωρώ τον καλύτερο δίσκο τους, όπως οι περισσότεροι - σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να φτάσει τα... μεγαλεία "Veckatimest". Γενικά, δεν πίστευα ότι οι Grizzly Bear θα μπορούσαν να κυκλοφορήσουν ποτέ κάτι καλύτερο, μέχρι που ήρθε το "Painted Ruins" και έκανε το απίστευτο. Νομίζω ότι η θέση Νο.1 στις λίστες μου για το 2017 καπαρώθηκε στις 18 Αυγούστου, οπότε και κυκλοφόρησε επίσημα το άλμπουμ.

Μετά από όλα αυτά τα άχρηστα πράγματα που έγραψα σαν πρόλογο, ήρθε η ώρα να μιλήσω και για τον δίσκο. To "Painted Ruins" λοιπόν, έρχεται πέντε ολόκληρα χρόνια μετά το "Shields" και είναι ο πέμπτος δίσκος της μπάντας. Αποτελείται από 11 κομμάτια και το χειρότερο απ' αυτά είναι τουλάχιστον πόλύ καλό. Ξεχωρίζω, μετά απο μια εβδομάδα ακροάσεων, το "Neighbors" που μας ήταν ήδη γνωστό ως το τρίτο single που προλόγισε το άλμπουμ, αλλά το κομμάτι που ακούς και στα πρώτα 30" καταλαβαίνεις ότι είναι ανεπανάληπτο είναι το "Glass Hillside". Η μπάντα είναι σίγουρα πιο δεμένη από ποτέ και αυτό βγαίνει στον ήχο τους. Ένας ήχος που σε κάποια σημεία σε πηγαίνει δεκαετίες πίσω, αλλά από την άλλη υπάρχουν και στιγμές που με κάνουν να πιστεύω ότι τελικά υπάρχει παρθενογένεση στην τέχνη... Επίσης, σε αρκετά από τα 11 κομμάτια ακούγεται ένα υπόκωφο και νεωτεριστικό για την μπάντα drum beat, το οποίο ταιριάζει άψογα στην όλη ηχητική ατμόσφαιρα. Όπως συμβαίνει πάντα με τους δίσκους των Grizzly Bear, δεν γίνεται να τους ακούσεις μια φορά για να βγάλεις τα συμπεράσματά σου. Είναι τόσα που πρέπει να ακούσεις και να ψηλαφίσεις για να αντιληφθείς το μουσικό τους μεγαλείο και να επεξεργαστείς όλα τα ηχοστρώματα της παραγωγής, που κατα την γνώμη μου χρειάζονται τουλάχιστον 5-6 (προσεκτικές) ακροάσεις.

Οι ηχογραφήσεις του "Painted Ruins" διήρκησαν 2 χρόνια και αυτό είναι ακόμα ένα στοιχείο που δείχνει το δρόμο για το πώς να βγει ένας καλός δίσκος, σε αντίθεση με άλλες μπάντες που μερικές φορές βιάζονται αδικαιολόγητα, με αποτέλεσμα να βγάζουν μια πάτατα κάθε χρόνο. Μεγάλος δίσκος για τους αγαπημένους μου Grizzly Bear, well done! 
 

 

 

13. Tropical Suite - Poni Hoax (3/2)
Αγέραστοι, ασίγαστοι και αιώνια σέξι, οι σούπερ Γάλλοι μας δίνουν ένα ακόμα διαμαντάκι. Το εναρκτήριο "All The Girls" είναι ένα αληθινό έπος που σε βάζει αμέσως στο μεδούλι του δίσκου, ο οποίος στα 13 τραγούδια του και στα 44 λεπτά του κατορθώνει να σε καθίσει μπροστά στα ηχεία σου και να σου φανερώσει πώς μία μπάντα με μία δεκαετία (και βάλε) ζωής στην πλάτη της μπορεί να ακούγεται φρέσκια και νεωτεριστική, γεμάτη νέες ιδέες και εμπνεύσεις - "σαν να μην πέρασε μια μέρα", που λέει και ο Γιώργος Δημητριάδης με τους Μικρούς Ήρωες... Εμπνευσμένο και γραμμένο κατά τη διάρκεια μεγάλων ταξιδιών της μπάντας στο Cape Town, στο Sao Paulo και στην Bangkok, αποπνέει μία πιο world ατμόσφαιρα, πάντοτε όμως σκεπασμένη με τον χαρακτηριστικό (υπέροχο) ήχο των Poni Hoax και την εξαιρετική επιβλητική φωνή του Nicolas Ker.

[διάβασε τη συνέντευξη των Poni Hoax στο Υπόγειο εδώ]
 

 
 

 

14. When The Morning Greets You - Mr Elevator & The Brain Hotel (10/2)
Τούτο το πληκτροφόρο και... ακίθαρο psych-pop κουαρτέτο (κι ενίοτε κουιντέτο) από το Los Angeles, μας πρωτοπήρε τα μυαλά με τον πρώτο δίσκο του 'Nico & Her Psychedelic Subconscious" το 2014 και το ξαναέκανε τη χρονιά που μας άφησε πριν λίγες μέρες με την sophomore κυκλοφορία του, 'When The Morning Greets You". Έχουν την ικανότητα να σε συνεπαίρνουν στην άλλοτε ονειρική και άλλοτε νευρώδη pop τους, έχουν την ικανότητα να φτιάχνουν πανέμορφα εθιστικά κομμάτια, κάποια από αυτά μάλιστα είναι κανονικά διαμάντια. Γλυκύτατη και πέρα για πέρα τίμια μπάντα, μία από τις πλέον αγαπημένες μου στην δεκαετία που διανύουμε...   
 


 

15. Relatives In Descent - Protomartyr (8/9)
Δίσκος Νο4 για τους Αμερικανούς (Detroit) post-punk ροκάδες και μιλάμε μάλλον για τον καλύτερό τους. 12 καλοφτιαγμένα κομμάτια, απλώνουν την επιβλητική ηχητική μάζα τους ολούθε στο χώρο χτίζοντας μια παλιομοδίτικη μα τόσο εθιστική ατμόσφαιρα, σε τυλίγουν ακραιφνώς κι ακαριαία συνθέτοντας ένα εύφλεκτο και σκληρό κοκτέιλ, το οποίο θες να πιεις "άσπρο πάτο" μέχρι ζάλης και μέθης.   
 


 

 

16. Les Sourdes Oreilles - Cosmic Analog Ensemble (14/7)
Ξεκίνησα να αγαπάω τούτο τον δίσκο, ακούγοντας το μεγαλειώδες κι αγωνιώδες ομώνυμο track, σύντομα όμως συνειδητοποίησα πως πρόκειται για μια αρτιότατη κυκλοφορία στο σύνολό της, ένα περιπετειώδες ταξίδι υπέροχης cinematic/jazz funk τεχνοτροπίας, ένα από τα πιο όμορφα και πληρέστερα δείγματα τούτου του μουσικού... κινήματος που έχουν ακούσει τ'αυτιά μου τα τελευταία χρόνια. Υπεύθυνος αποκλειστικά ο Charif Megarbane, o άνθρωπος πίσω από το project Cosmic Analog Ensemble. Ο ιδιοφυής Λιβανέζος πλέκει με μαεστρία στην ουσία ένα φανταστικό soundtrack, το οποίο παραπέμπει στη δεκαετία του 70 και χτίζει κομμάτι-κομμάτι ένα απολαυστικό ηχογράφημα. 

[διάβασε τη συνέντευξη του Charif Megarbane στο Υπόγειο εδώ]
 


 

 

17. Cry Cry Cry - Wolf Parade (6/10)
H επιστροφή των Wolf Parade έπειτα από το εξαετές hiatus ήταν τόσο καλή για να την βάλω στην 20άδα μου, όχι όμως και τόσο καλή για να 'χτυπήσει' 10άδα. Κάτι που θα έκαναν σχετικά άνετα οι προηγούμενοι τρεις δίσκοι τους. Ακόμα κι έτσι, το Cry Cry Cry είναι πολύ πολύ καλό.

[ακολουθεί αυτούσιο το review του Υπογείου για τον δίσκο, όπως αυτό δημοσιεύτηκε στις 17/10 από τον συντάκτη μας Mike N.]

Στις αρχές της δεκαετίας, το 2010 και λίγο μετά την κυκλοφορία του δίσκου "Expo '86", στο Υπόγειο λάμβαναν χώρα καθημερινά μεγαλοπρεπείς... Παρελάσεις Λύκων, ακούγαμε εμμονικά τους Καναδούς Wolf Parade, λιώναμε τόσο το ολόφρεσκο "Expo", όσο και τα εξίσου, αν όχι περισσότερο, μεγαλειώδη "Αt Mount Zoomer" (2008) και "Apologies To Queen Mary" (2005). Οι μελωδίες και οι στίχοι των μεγαλοφυών Spencer Krug και Dan Boeckner μας είχαν τυλίξει σαν ζεστές βαριές κουβέρτες, ώσπου στην καρδιά εκείνου του Χειμώνα, το Νοέμβριο του 2010, οι αγαπημένοι μας Λύκοι ανακοίνωσαν πως διαλύονται... Και αποφάσισαν κάτι τέτοιο, πάνω στο καλύτερο, τόσο για μας, που είχαμε βρει την "μπάντα της ζωής μας", όσο και για τους ίδιους, οι οποίοι με την κυκλοφορία του "Expo" είχαν κάνει το όνομά τους περισσότερο γνωστό και αναγνωρίσιμο από ποτέ. Αυτό μάλιστα (το όνομά τους) είχε διασχίσει σχεδόν πετώντας τον Ωκεανό, οι Wolf Parade δεν απολάμβαναν πια μόνο το μεγάλο respect των συμπατριωτών τους Καναδών, και των 'από κάτω' τους Αμερικανών, αλλά και των Ευρωπαίων, οι οποίοι -ελέω και Arcade Fire και με τις ευλογίες του Pitchfork- είχαν ανοίξει τις αγκαλιές τους στον Καναδά και στο "έντεχνο" indie που ερχόταν από εκεί με φόρα... Ύστερα τα δύο αγόρια αφοσιώθηκαν σε κάποια από τα side projects που 'έτρεχαν' από τα 00's κιόλας, ο Krug στους Moonface (στην ουσία solo project, εξέλιξη των Sunset Rubdown) και ο Boeckner στους Handsome Furs αλλά και στους Divine Fits, τους οποίους έφτιαξε μαζί με τον Britt Daniel των Spoon.

Ώσπου φτάσαμε στο 2016 και οι Wolf Parade ανακοίνωσαν επανένωση, η οποια συνοδεύτηκε και από ένα EP ("4") και με ένα μικρό -για τα δεδομένα τους- tour. Και ερχόμενοι στο 2017, έχουμε το 4ο full LP της μπάντας, το "Cry Cry Cry". Όλα μοιάζουν να είναι όπως τότε, το Χειμώνα του 2010, και αυτό είναι και καλό και κακό: Ο δίσκος έχει μια γλυκειά παλιομοδίτικη μελαγχολία, ο Krug και ο Boeckner δεν έχουν χάσει στάλα της υπερηχητικής χημείας τους, εκείνης που τους οδήγησε σε τρεις απανωτές δισκάρες, ο ήχους τους μοιάζει ανέγγιχτος απ'όσα μεσολάβησαν αυτά τα εφτά χρόνια, τόσο στους ίδιους, όσο και στη μουσική γενικότερα. Υπάρχει γενικά ένα "σαν να μην πέρασε μια μέρα" feeling, το οποίο κρατάει ζεστές τις...κουβέρτες που ανάφερα πριν και δημιουργεί ένα τρυφερό αίσθημα θαλπωρής και νοσταλγίας. Από την άλλη, η αλήθεια είναι πως έχουν περάσει αρκετές χιλιάδες μέρες από το 2010 και στο χρόνο που έχει μεσολαβήσει έχουν συμβεί πολλά και διάφορα στα μουσικά δρώμενα του πλανήτη, τα οποία οι Wolf Parade επιδεικτικά αγνόησαν, με αποτέλεσμα το "Cry Cry Cry" να ακούγεται κάπως out of date και τύπου μπαγιάτικο. 

Βρίσκεις όμως στο tracklist κάποια αληθινά Wolf Parade διαμάντια: το opening "Lazarus Online" είναι συγκλονιστικό. Το "Incantation" είναι εξαίσιο. Το "Baby Blue" είναι ο τίτλος του δίσκου, είναι δηλαδή αυτό που λέγαμε μεταξύ μας εδώ στο Υπόγειο για πολλά κομμάτια των Καναδών πίσω στα early tens: Κλάμα... Το "Weaponized" είναι ένα εθιστικό και μεγαλειώδες δείγμα προηγμένης τραγουδοποιίας. Κάπου εκεί τα διαμάντια όμως τελειώνουν και μετά έχουμε αρκετά καλούτσικα τραγούδια και κάνα δυο, η αλήθεια είναι, βαρετά και τύπου fillers. Είμαστε ok όμως γενικά, το "Cry Cry Cry" επιβιώνει στη μουσική συνείδησή μας ως μια τίμια επιστροφή, που αν μη τι άλλο είχε κάτι όμορφο και σημαντικό να δώσει. Οι Λύκοι τραγουδούν ακόμα και δεν είναι διόλου ξεδοντιασμένοι... :)  
 


 

 

18. Tulips - Maston (27/10)
Εξαιρετική περίπτωση μουσικού ο Frank Maston, ή απλώς Maston, ο οποίος ξεκινώντας από τη γενέτειρά του Αμερική μας έδωσε το 2013 το εξαιρετικό debut 'Shadows', ενώ τη χρονιά που μόλις μας άφησε κι έχοντας μετακομίσει μόνιμα στην Ολλανδία, κυκλοφόρησε το εξίσου εντυπωσιακό 'Tulips'. 12 ορχηστρικές ομορφιές library τεχνοτροπίας, στις οποίες πρωταγωνιστούν τα πλήκτρα. Απαλή κι 'ευγενική' 60's-70's ψυχεδέλεια, χάδια στ'αυτιά από έναν αληθινά ταλαντούχο δημιουργό... 

[διάβασε τη συνέντευξη του Frank Maston στο Υπόγειο εδώ]
 


 

19. Death Song - The Black Angels (21/4)
Ναι, έχουν φτάσει στο σημείο ο χειρότερος ως τώρα δίσκος τους να μπαίνει στην 20άδα. Διότι, όντως, κατά τη γνώμη μου το 'Death Song' είναι μάλλον το πιο αδύναμο δημιούργημα των Τεξανών psych-rockers σε σχέση με τους 4 'θανατηφόρους' προκατόχους του. Ακόμα κι έτσι όμως, το άκουσα και το ευχαριστήθηκα δεόντως, κρύβει μέσα του πολύ δύναμη και ενίοτε πολύ έμπνευση, ενώ τολμά και 'τοποθετεί' κάποια νέα πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία στη μουσική των πάντα αγαπημένων "Μαύρων Αγγέλων".    

[διάβασε τη συνέντευξη των The Black Angels στο Υπόγειο εδώ]
 


 

 

20. The Underside Of Power - Algiers (23/6)
Σημαντικότατη μπάντα για τα 10's οι Αμερικανοί Algiers, το καταλάβαμε και το νιώσαμε ακαριαία ακούγοντας το προ διετίας self-titled ντεμπούτο τους. O διάδοχος, "The Underside Of Power", δεν είναι τόσο ολοκληρωτικά καλός, παρόλα αυτά εμπεριέχει όλα τα στοιχεία που μας έκαναν να αγαπήσουμε την psych gospel, post/punk μπάντα από την Atlanta εξαρχής: μουσική οδοστρωτήρας, αιχμηροί σφόδρα πολιτικοποιημένοι, μακριά όμως από γραφικότητες, στίχοι, ασύλληπτες και σπαρακτικές ερμηνείες από τον χαρισματικό frontman Franklin James Fischer. 
 

 


 

The Disappointments:

"Βαριές" μου έπεσαν οι απογοητεύσεις της χρονιάς για φέτος, διότι ήρθαν από πολύ αγαπημένες μου μπάντες... Σκέψου πως αν έφτιαχνα μια λίστα με τα καλύτερα albums του 2004, στο 1 θα έβρισκες το Funeral των Arcade Fire και στο 2 το self-titled debut των Kasabian. Αμφότερες οι δύο μπάντες μας έδωσαν νέους δίσκους τους 2017 και ήταν πέρα για πέρα απογοητευτικοί. Με την ίδια λογική, στις best of λίστες μου για το 2012 ή το 2013, θα έβρισκες, αντιστοίχως, το "Take The Kids Off Broadway" ή το "We Are The 21st Century Ambassadors of Peace And Magic" των Foxygen χαλαρά στην τριάδα μου (ίσως και ακόμα πιο πάνω). Και οι Αμερικανοί όμως, με απογοήτευσαν παταγωδώς με την τελευταία τους κυκλοφορία... Αναλυτικά:
 


1. For Crying Out Loud - Kasabian (5/5)

[ακολουθεί αυτούσιο το review του Υπογείου για τον δίσκο, όπως αυτό δημοσιεύτηκε στις 24/5 από τον συντάκτη μας Mike N., όπως αυτό δημοσιεύτηκε μαζί με άλλα 4 reviews στα πλαίσια ενός αφιερώματος -φεστιβάλ θαψίματος ως επί το πλείστον, με κάποια παροδικά ψήγματα επιείκιας, για το άλμπουμ της μπάντας από το Leicester. Μπορείτε να διαβάσετε όλα τα reviews εδώ]

"Έυχομαι να επιστρέψουν δριμύτεροι με ένα καλό άλμπουμ, γιατί έχω την εντύπωση πως η προσεχής κυκλοφορία τους είναι πολύ κρίσιμη, με την έννοια πως αν βγάλουν δεύτερη συνεχόμενη “πατάτα”, δύσκολα μετά μπορεί να το “γυρίσουν”... Αναμένουμε." 

Με αυτή τη φράση έκλεινα την...πτυχιακή μου στους Kasabian με τίτλο "Είναι οι Kasabian Φλώροι;", την οποία έγραψα και ανέβασα στο Υπόγειο πέρσι το Καλοκαίρι. Από τα συμφραζόμενα της άνωθεν πρότασης μπορεί κάποιος εύκολα να συμπεράνει πως δεν είμαι και μεγάλος fan του προηγούμενου άλμπουμ τους, 48:13 (2014) - αυτή είναι η πρώτη...πατάτα που αναφέρω στην πρόταση. Αυτό όμως που δεν φαίνεται εύκολα από τα παραπάνω, είναι πως είμαι μεγάλος fan της μπάντας εν γένει και πως τα lads από το Leicester έχουν σημαδέψει σε τεράστιο βαθμό τη μουσική μου (και όχι μόνο) ζωή από το 2004 και δώθε. Αυτό το γεγονός μπορεί να το διαπιστώσει κάποιος διαβάζοντας ολόκληρο το άρθρο εδώ.  

Η "προσεχής κρίσιμη κυκλοφορία" τους λοιπόν είναι σχεδόν ένα χρόνο μετά γεγονός, με όνομα [For Crying Out Loud] και με υπόσταση που την χτίζουν τα 12 κομμάτια του δίσκου. Και, δυστυχώς, οι Kasabian έβγαλαν εντέλει μία δεύτερη συνεχόμενη πατάτα, το ίδιο -αν όχι περισσότερο- νερόβραστη σαν αυτή που μας σέρβιραν προ 3ετίας με το 48:13. 

Το 2016 ήταν μία γεμάτη συναισθηματικά χρονιά για τους δύο leaders της μπάντας: Καταρχήν, -και μην το γελάτε αυτό, o Meighan και ο Pizzorno είναι κανονικά αρρωστάκια- η αγαπημένη τους ποδοσφαιρική ομάδα, η Leicester City, κατέκτησε για πρώτη φορά την Premier League, κόντρα σε όλα τα προγνωστικά και σε όλα τα θηρία του Αγγλικού πρωταθλήματος. Οι Kasabian μάλιστα γιόρτασαν το γεγονός με μία επική ζωντανή εμφάνιση στο Victoria Park της πόλης πέρσι το Καλοκαίρι, όπου μποστά σε 100.000 κόσμο του έδωσαν και κατάλαβε. Από την άλλη κι ενώ ο Serge ζούσε με σχετική αρμονία και γαλήνη τον έγγαμο βίο (τον Ιούλιο του 2016 παντρεύτηκε την επί χρόνια σύντροφό του και ήδη μητέρα των δύο γιων του) και την εμπειρία της πατρότητας, ο Tom χώριζε τη σύζυγό του Kim James, με την οποία έχουν και μία κορούλα τη Mimi, και συγχρόνως πενθούσε το θάνατο ενός αδελφικού του φίλου. Οι μπυραρίες έγιναν το σπίτι του και το αλκοόλ η πιο καλή παρηγοριά... Μέσα σε αυτό το περιρρέον πλέγμα, ο main songwriter της μπάντας Pizzorno, έγραψε τα κομμάτια του νέου δίσκου μέσα σε 6 εβδομάδες στο studio που έχει φτιάξει σπίτι του.

Πλησιάζοντας στην ημερομηνία κυκλοφορίας του album (5/5/2017), είχαμε συνηθισμένες δηλώσεις του τύπου "είναι ο καλύτερος δίσκος που έχουμε κάνει ως τώρα", αλλά και κάποιες λιγότερο συνηθισμένες όπως "ο δίσκος θα σώσει την κιθαριστική ροκ από την άβυσσο" και "Έχουμε απομείνει μονάχα εμείς, οι Arctic Monkeys και οι Libertines"... To όλο το build-up αποδείχθηκε εντελώς άστοχο, μιας και -όπως προαναφέρθηκε- το For Crying Out Loud δεν είναι επ'ουδενί ο καλύτερος δίσκος των Kasabian, ίσα-ίσα βάζει υποψηφιότητα για τον χειρότερό τους. Και προφανώς δεν θα μπορέσει να είναι ο σωτήρας της κιθαριστικής ροκ και ευτυχώς δεν έχουν απομείνει μόνο οι Kasabian, οι Monkeys και οι Libertines για να το κάνουν αυτό, αν περίμεναμε μονάχα από αυτούς, θα είχαμε πρόβλημα. 

Ο δίσκος αυτός καθαυτός λοιπόν είναι ένα μπερδεμένο συνοθύλευμα 12 indie-disco-electronica tunes με καλό -και σε κάποια σημεία πολύ καλό- στίχο, πολύ κακή παραγωγή και μίξη (του Pizzorno) μέσα στην οποία χαώνονται υπερφορτωμένοι και λίγο απ'όλα ήχοι, μαζί με... αδικημένα και πνιγμένα στην άβυσσο της παρωχυμένης Πιτζόρνιας παραγωγής φωνητικά, στα οποία ο Pizzorno έχει και πάλι -όπως και στο 48:13- αυξημένη συμμετοχή, με αποτέλεσμα η φωνάρα του Tom Meighan να μας λείπει σταθερά για ακόμα μία φορά... Το εναρκτήριο καλούτσικο Ιll Ray (The King) είναι από τα καλύτερα κομμάτια του δίσκου χάρη σε ένα ευρηματικό ριφ, το leading single You're In Love With A Psycho που ακολουθεί είναι ένα συμπαθές εφηβικό -άντε early 20's- hit (χωρίς αυτό να είναι πάντοτε κακό - στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως είναι), το ίδια πάνω-κάτω ισχύουν και για το όμορφο και στρωτό Comeback Kid. Το Wasted είναι ένα από τα λίγα που σου θυμίζουν λίγο παλιούς καλούς Kasabian και ίσως το μοναδικό στο οποίο νιώθεις αυτήν την one of a kind...Meighan-ίλα να εισρέει μεγαλόπρεπη και επιβλητική μέσα σου, ενώ το ήδη πολυδιαφημισμένο ending track Put Your Life On It, ένα Bealtes-esque κάπως γλυκανάλατο pure love song προορισμένο για τη σύζυγο του Serge, Amy White, είναι στην καλύτερη μέτριο. Τα υπόλοιπα είναι από αδιάφορα ως και...ανήκουστα (=δεν μπορώ να τα ακούσω παρά πάνω από μία φορά). Σε αυτήν την τελευταία κατηγορία (στα "ανήκουστα") βάζω άνετα τα Twentyfourseven και Are You Looking For Action. 

Οκέι, το να περίμενε κάποιος οι Kasabian να κυκλοφορήσουν το νέο West Ryder, θα ήταν σαν να περίμενε η αγαπημένη τους Leicester να ξαναπανηγυρίσει την Premier League, πράγμα σχεδόν αδύνατον. Το να βγάλουν όμως έναν καλό και αξιοπρεπή δίσκο ήταν κάτι εφικτό και μέσα στις μουσικές και στις εν γένει songwriting δυνατότητές τους. Παρόλα αυτά, όπως και στο 48:13, η εμμονή (;) του Serge να τα κάνει όλα μόνος του μας οδήγησε σε ένα δεύτερο ψιλοφιάσκο. Αυτά.
 

 

 

2. Hang - Foxygen (20/1)

[ακολουθεί αυτούσιο το review του Υπογείου για τον δίσκο, όπως αυτό δημοσιεύτηκε στις 20/1 από τον συντάκτη μας Mike N.]

Κι ήρθε λοιπόν η δύσκολη ώρα να γράψω για τους (πάλαι ποτέ;) αγαπημένους μου Foxygen... Η 24-track 80λεπτη υπερπαραγωγή του 2014 ...And Star Power μου είχε αφήσει ανάμικτα και κάπως μπερδεμένα συναισθήματα, οπότε στο μυαλό μου το άρτι αφιχθέν Hang έμοιαζε σαν η τέλεια αντεπίθεση-επιστροφή των χαρισματικών Sam France και Jonathan Rado. 

Είχα ήδη δύο singles από το 2016 στα χέρια μου (στ'αυτιά μου για την ακρίβεια), για να με προετοιμάσουν για την άρδην αλλαγή στον ήχο της μπάντας. Το...Χριστουγεννιάτικο Sinatra-ικό America και το αρκετά καλό glamour-άτο Follow The Leader. Τις πρώτες μέρες της νέας χρονιάς ήρθε και το τρίτο, το γλυκό και τρυφερό On Lankershim. Και τα τρία συμπαθέστατα, αλλά μέχρις εκεί. Και ήρθε εντέλει και ολόκληρος δίσκος σήμερα (20/1) και άκουσα και τα υπόλοιπα 6. Και τα πράγματα γίναν πιο awkward. Διότι στο σύνολό του ο δίσκος είναι εντέλει υπερφίαλα glam και εξαντλητικώς cabaret, ο France μοιάζει να παλεύει με τις περσόνες του και ο Rado να πνίγεται στη μεγαλοφυία του. Περισσότερο κατάφερα να ξεχωρίσω αποσπάσματα από κομμάτια, παρά ολόκληρα τραγούδια. Όλα έχουν κάτι καλό και κάτι που να μαρτυρά αβίαστη έμπνευση και δυσεύρετο ταλέντο, (σχεδόν) όλα όμως καταφέρνουν σε κάποιο σημείο τους να... αυτοκτονήσουν και να περάσουν ατσούμπαλα και σκουντουφλώντας τη γέφυρα της υπερβολής και του παράταιρου. Παραμένω λοιπόν αγιάτρευτος νοσταλγός των αριστουργηματικών και των -κατά τα φαινόμενα- ανεπανάληπτων Take The Kids Off Broadway (2012) και του We Are the 21st Century Ambassadors of Peace & Magic (2013)...
 

 

 

3. Everything Now - Arcade Fire (28/7)

[ακολουθεί αυτούσιο το review του Υπογείου για τον δίσκο, όπως αυτό δημοσιεύτηκε στις 29/7 από τον συντάκτη μας Mike N.]

Τέσσερα χρόνια μετά το "Reflektor", οι μεγάλοι Καναδοί Arcade Fire επιστρέφουν με τον 5ο δίσκο τους, "Everything Now"... Και είναι λυπηρή η διαπίστωση πως όσο απομακρυνόμαστε χρονικά από τη δεκαετία του 2000, οπότε και η μπάντα μας είχε δώσει τρεις δισκάρες (2 στα 00's και μία το 2010), τόσο απομακρυνόμαστε και από τον υπερεμπνευσμένο μουσικό πυρήνα τους, τη μαγεία τους και τις ασύλληπτες συνθέσεις τους, οι οποίες κατ'ουσίαν τους καθιέρωσαν σαν ένα από τα μεγαλύτερα συγκροτήματα της υφηλίου.   

Αν λοιπόν το "Reflektor" του 2013, μου άρεσε λίγο και μου ήταν εν γένει αδιάφορο, το άρτι αφιχθέν "Everything Now" δεν μ'αρέσει καθόλου και μάλιστα σε κάποια σημεία του (τραγούδια του), ηχεί στ'αυτιά μου ενοχλητικό και αποκρουστικό. Διότι "η αλήθεια βρίσκεται στη disco, γκε-γκε;" - αυτό θα μπορούσε να πει στην παρούσα περίπτωση ο Γιώργος Πετρόχειλος (βλ. ταινία 'Χούλιγκανς'). Και αφού ξεκαθαρίσω πως δεν έχω κανένα πρόβλημα με το συγκεκριμένο είδος μουσικής, να καταθέσω συγχρόνως πως δεν είναι όλα για όλους και δεν ταιριάζουν όλα σε όλους, πάει να πει πως το γεγονός ότι η disco και τα 80's έxoυν γίνει πάλι της μοδός εν έτει 2017, δεν σημαίνει πως κάθε μπάντα εκεί έξω πρέπει να φτιάξει τέτοια μουσική και να ακολουθήσει το ρεύμα - από τους The Last Shadow Puppets, τους Kasabian και τους Killers ως και τους Arcade Fire, περί ων ο λόγος σήμερα. Τα αποτελέσματα στις περισσότερες περιπτώσεις οδηγούν σε φιάσκο και μεγάλα ξενερώματα... Όχι, λοιπόν, δεν πρέπει ντε και καλά να ακολουθήσει το ρεύμα η κάθε x-ψ μπάντα, εκτός κι αν την αναγκάζουν/πιέζουν οι πολυεθνικές, οι παραγωγοί και οι μάνατζερς ή/και η ίδια η μπάντα γουστάρει να είναι πάντα in και... trendy και να τα κονομάει. Δεν ξέρω τι συνέβη με τους Arcade Fire, πάντως -με ευκολία και χωρίς την παραμικρή αμφιβολία- θα πω πως μόλις μας έδωσαν το χειρότερο δίσκο τους ως τώρα.

Έπρεπε να φτάσω κοντά στο φινάλε του 47λεπτου άλμπουμ, για να νιώσω λίγη τίμια και αγνή ArcadeFire-ίλα, ακούγοντας πρώτα το πολύ καλό Good God Damn, στη συνέχεια το μουσικό-στιχουργικά αριστουργηματικό Put Your Money On Me και τέλος το σκοτεινό και ευρηματικό We Don't Deserve Love. Ο υπόλοιπος δίσκος ήδη ξεχάστηκε στο βωμό του...εκσυγχρονισμού και μιας παρωχημένης ανούσιας εξωστρέφειας.  

Για την ιστορία, η παραγωγή του "Everything Now" έγινε από τους ίδιους τους Arcade Fire, σε συνεργασία με τον Τhomas Bangalter των Daft Punk, τον Steve McΚey (Pulp, Florence And The Machine, The Kills) και τον Marcus Dravs (Coldplay, Brian Eno, Kings Of Leon). H ηχογράφηση έλαβε χώρα στα Boombox Studios στην Νέα Ορλεάνη, στο Sonovox Studio του Μόντρεαλ και στο Gang Recording Studio στο Παρίσι.
 

Σχετικα Αρθρα
ypogeio.gr
50 Δίσκοι για το 2018
(06/01/2018)
ypogeio.gr
Top-50 Διεθνή Tracks Of 2017
(+10 Εγχώρια Τραγούδια)
by Tasos Zannis
(05/01/2018)
ypogeio.gr
Τα 10 Κομμάτια Του Μήνα
Μάρτιος 17
(04/04/2017)
ypogeio.gr
Top-20 Διεθνή Albums
Of 2015
(03/01/2016)