To ypogeio.gr

The BSMNT Goes To The Movies:

500 Days Of Summer

(a Tribute by Tasos Z.)

Γράφοντας για το «(500) Days of Summer»: μια μεταμοντέρνα ιστορία για την Αγάπη.
Το είχα υποσχεθεί (και αυτό) στον εαυτό μου. Ότι μια μέρα, θα καθόμουν κάτω και θα κατέγραφα σκέψεις, συναισθήματα, ανησυχίες, φοβίες σχετικά με την αγαπημένη μου ταινία καθώς και να τα… χώσω στην αγαπητή Σάμερ αλλά ΚΑΙ στον Τομ, αυτό το δύσμοιρο παλικάρι που μάλλον… παρεξήγησε τις κινήσεις της Σάμερ και πέρασε από 40 κύματα για να βρει τελικά… το Φθινόπωρό του. Αλλά ναι, εντάξει, προφανώς και θα εστιάσω περισσότερο στη Σάμερ, συγχωράτε με. «Αυτή είναι η ιστορία αγοριού που γνωρίζει κορίτσι. Αλλά πρέπει να ξέρετε από την αρχή, ότι δεν πρόκειται για ιστορία αγάπης». Εδώ είμαστε (πάλι), λοιπόν.

Όσοι με ξέρουν, όσοι με γνωρίζουν, όσοι με ζουν καθημερινά, δεν υπάρχει περίπτωση να μην τους έχω κάνει έστω και μισή αναφορά από αυτή την ταινία. Θυμάμαι τις ξαδέρφες μου, να μου λένε χαρακτηριστικά «πάλι για αυτή την ταινία γράφεις;». Τις έπρηζα αρκετά, η αλήθεια είναι. Γενικά όλο τον κόσμο έπρηζα και συνεχίζω να πρήζω με το 500 (θα μου επιτρέψετε να αναγράφω μόνο τον αριθμό, χάρη συντομίας). Δεν είναι απλά μια ακόμα ταινία που είδα και προστέθηκε στη λίστα των αγαπημένων μου – το 500 ΕΙΝΑΙ η αγαπημένη μου ταινία. Δε μ’ αρέσει να κάνω διαχωρισμούς, αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με κάτι το εντελώς ξεχωριστό.

Ήθελα εξ αρχής, το συγκεκριμένο εγχείρημα να αναχθεί σε κάτι μεγάλο, κάτι σπουδαίο. Να δώσω επιτέλους ένα τέλος σε ερωτήσεις τύπου «τι στο καλό έχει αυτό το 500 και σ’ αρέσει τόσο πολύ τέλος πάντων;». Γι’ αυτό λοιπόν, βρίσκομαι εδώ, γι’ αυτό κάθισα αρκετά υπομονετικά στο γραφειάκι μου, τη μία με καφέδες (και τσιγάρα), την άλλη με κρασί (και τσιγάρα), και έπιασα δουλειά. Βρίσκομαι εδώ, όχι για να σου πω μια ιστορία αγάπης. Όχι, εδώ δε θα βρεις τέτοια… κοινότυπα πράγματα. Βρίσκομαι εδώ για να σου πω μια ιστορία για την Αγάπη: για την φύση Αυτής, την πορεία της προς την ολοκλήρωση, τα εμπόδια και τις αμέτρητες ψυχολογικές μεταπτώσεις που παρουσιάζονται στο ταξίδι της, τις… παρεξηγήσεις, τις φοβίες και ανησυχίες της, την εκπληκτική σπίθα της, τις μαγικές και πολύτιμες στιγμές της.

Βρίσκομαι εδώ για να σου περιγράψω μια ιστορία, ένα ταξίδι ενός νεαρού Ρομαντικού της σύγχρονης κοινωνίας, ο οποίος πέφτει με τα μούτρα στον έρωτα, και δείχνει να… εγκλωβίζεται σ’ αυτόν, να δημιουργεί έναν δικό του κόσμο, αγγελικά πλασμένο, όπου όλα πάνε σύμφωνα με το πλάνο. Αμ δε όμως… Η μοίρα του παίζει άσχημο παιχνίδι. Αισθάνεται πως είναι απλά ένα καλοστημένο πιόνι στο παιχνίδι της, και ότι δεν μπορεί να κάνει κάτι για να το αλλάξει. Προσπαθεί μάλλον να συμβιβαστεί με τις υποδείξεις της. Ναι, αλλά η μοίρα του φανερώνει και ορισμένα… σημάδια. Η μοίρα δεν είναι και τόσο… μοχθηρή. Η μοίρα, το πεπρωμένο… Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον, λέει ο θυμόσοφος λαός. Για πες μου λίγο, τι είναι η μοίρα; Πιστεύεις στην ύπαρξή της, ορίζει κάτι στη ζωή σου; Νιώθεις ότι είσαι παγιδευμένος σε μια γυάλα και απλά κινείσαι σύμφωνα με αυτήν; Και για πες μου πάλι, πιστεύεις στη μοίρα; Ο Τομ πέρασε από πολλά στάδια… πίστης, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα πάντα γύρω μας, δεν είναι τίποτα πέρα από μια απλή σύμπτωση. Για τον Τομ, δεν υπάρχουν θαύματα, δεν υπάρχει πεπρωμένο. Για τον Τομ, τίποτα δεν είναι γραφτό. Η ίδια η ζωή τον έκανε να το συνειδητοποιήσει. Κι όπως μ’ αρέσει να λέω, η ταπεινότητα βοηθάει τους Πολεμιστές της Αγάπης – και δη εδώ, το πολύπαθο είδος της ρομαντικής κομεντί.

Συλλαμβάνοντας την ιδέα για το 500
Αν υπάρχει κάτι που θα χρειαζόταν να ξέρει κάποιος πριν καθίσει να δει αυτή την ταινία, θα το συνόψιζα μάλλον στο εξής: Boy meets girl. Boy falls in love. Girl doesn’t. Αυτό λοιπόν, το χιλιοειπωμένο αλλά συνάμα απλό, λιτό και περιεκτικό tagline, σε βάζει στο κλίμα του τι πρόκειται να παρακολουθήσεις, καθώς και το γεγονός ότι δεν πρόκειται για ακόμη μία συνηθισμένη ιστορία αγάπης αλλά για μία ιστορία για την Αγάπη. Συνεπώς, η ξεκάθαρη απόρριψη των πατροπαράδοτων κλισέ που υιοθετούν οι συμβατικές ταινίες του είδους, σε υποχρεώνουν να άρεις την όποια αρχική βεβαιότητα για το αυτονόητο, σε άλλες περιπτώσεις, happy end.

Η απαρχή, η ιδέα για την ταινία, προήλθε από δύο νεαρούς σεναριογράφους – ο ένας ήταν εργένης που ανάρρωνε από μία βαριά περίπτωση ραγισμένης καρδιάς και ο άλλος βρισκόταν σε μακροχρόνια σχέση – οι οποίοι αναπολούσαν ρομάντζα που θα μπορούσαν να συμβούν, που ίσως να έπρεπε να συμβούν, αλλά με κάποιο τρόπο… δεν συνέβησαν. Ο Σκοτ Νεστάντερ και ο Μάικλ Βέμπερ, ήθελαν εξ αρχής να πλάσουν μια σχέση που ήταν ταυτόχρονα καλλιτεχνική και ρεαλιστική. Μεταφορική και κυριολεκτική. Αναρωτήθηκαν λοιπόν, πώς μπορεί ένας ρομαντικός νεαρός να επιβιώσει σε μια τέτοια πραγματικότητα, πώς θα μπορούσε η σύγχρονη εκδοχή του ρομαντικού ιδεαλισμού να αποτυπωθεί στην οθόνη με έναν τρόπο που να μην έχει ξαναγίνει ποτέ.

«Υπάρχουν μερικά θέματα στα οποία αναφέρονται εμμέσως οι ρομαντικές κωμωδίες, αλλά με τα οποία δεν ασχολούνται ποτέ ευθέως» δηλώνει ο Νεστάντερ. «Ερωτήσεις όπως: "Υπάρχει πραγματικά αυτό που λένε "Η μία και μοναδική"; Αν υπάρχει, τι γίνεται αν την χάσεις; Τι κάνεις στην περίπτωση αυτή; Μπορείς να συνεχίσεις να πιστεύεις στην αγάπη; Αλλάζουν οι πεποιθήσεις σου για την αγάπη; Αυτές είναι οι ερωτήσεις για τις οποίες θέλαμε να γράψουμε με τον Βέμπερ, έστω κι αν δεν είχαμε όλες τις απαντήσεις.»

Οι δύο σεναριογράφοι, είχαν συμφωνήσει από την αρχή να αποφύγουν τα χαριτωμένα, μελό και αισθηματικά στερεότυπα των ρομαντικών κωμωδιών και να βρουν έναν πιο αληθινό, πιο ειλικρινή τρόπο για να πουν την ιστορία του Τομ. «Πετάξαμε όλους τους κανόνες και αρχίσαμε να συζητάμε για εναλλακτικές δομές. Ακολουθήσαμε κάθε ιδέα, όσο τρελή κι αν ήταν, από τον τρόπο που οι άνθρωποι «ταξιδεύουν» με ένα τραγούδι μέχρι τον τρόπο με τον οποίο πολλοί «πνίγουν» τον πόνο τους με μια ταινία. Οτιδήποτε βρισκόταν στο μυαλό και στην μνήμη του Τομ ήταν μέρος της παλέτας μας», αναφέρει ο Νεστάντερ ενώ ο Βέμπερ προσθέτει: «Η συγγραφή του σεναρίου ήταν μια εξαιρετικά δημιουργική διαδικασία, διότι απελευθερωθήκαμε και εξερευνούσαμε συνεχώς το πώς τα συναισθήματα και οι σχέσεις των ανθρώπων είναι άμεσα συνυφασμένα με την κουλτούρα γύρω μας – τα τραγούδια, τις ταινίες, τα βιβλία, τις τηλεοπτικές εκπομπές και την τέχνη, με τα οποία καθορίζουμε την ταυτότητά μας».

Η… τρέλα και η τρομερή όρεξη για την εξιστόρηση μιας τέτοιας ιστορίας, έρχεται και δένει απόλυτα με την νεορεαλιστική ματιά και την ευρηματικότητα του Μαρκ Γουέμπ, ο οποίος σκηνοθετεί την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους, μετά από προϋπηρεσία σε μουσικά βίντεο διάσημων καλλιτεχνών. Το γεγονός ότι προέρχεται από έναν κόσμο όπου δεν είναι υποχρεωμένος να ακολουθεί μια αυστηρή αφηγηματική δομή (το οποίο του επιτρέπει να αψηφά τις κοινοτυπίες), αποτέλεσε έναυσμα για μια πρόκληση που θα έθετε στον εαυτό του, δηλώνοντας πως «λάτρεψα την ιδέα τού να ασχοληθώ με μια κωμωδία που είχε την ελευθερία να μην είναι γραμμική και να είναι λίγο φανταστική. Η πρόκληση για μένα ήταν να βρω έναν τρόπο, μέσα στο πλαίσιο αυτό, να διατηρήσω τους χαρακτήρες αληθινούς ώστε οι θεατές να μπορέσουν να ταυτιστούν σε ένα βαθύ συναισθηματικό επίπεδο. Μπορείς να πεις πως ήθελα να βρω τη γραμμή ανάμεσα ακριβώς από την πραγματικότητα και την μαγεία». Ο Γουέμπ αναποδογυρίζει το θέσφατο χωρίς να το κάνει θέμα, και του βγαίνει περίφημα μια ταινία που παλεύει με τους αφύσικους κανόνες του τέλειου ταιριάσματος. Η επιλογή των ηθοποιών του, είναι απλά ευλογημένη.

Από τη μία, ο Joseph Gordon-Levitt, ως ο… δίδυμος χαμένος αδερφός του αδικοχαμένου Heath Ledger, φαίνεται να λατρεύει την ιδέα του να διηγείται μια ιστορία από μια απροσδόκητα εύθραυστη αντρική οπτική, και αποδίδει θεσπέσια και καθολικά την ψυχοσύνθεση του Τομ. Από την άλλη η Zooey Deschanel, πείθει απόλυτα στο ρόλο του μοιραίου θηλυκού και του ιδεώδους στο μυαλού ενός ρομαντικού νεαρού. Η χημεία μεταξύ τους είναι τρομακτική.

Τα (κρυφά) Κλειδιά της Επιτυχίας
Πριν περάσουμε σε μια… περίληψη της υπόθεσης, οφείλουμε να αναφερθούμε σε δύο τεχνικές που χρησιμοποιούνται στην ταινία, οι οποίες έχουν τον δικό τους ξεχωριστό ρόλο (και λόγο) στην εξέλιξη της πλοκής.

Κατά πρώτον, καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας, η αφήγηση ακολουθεί τις μνήμες του Τομ, παλινδρομώντας συνεχώς μέσα στις 500 ημέρες της γνωριμίας των δύο ηρώων. Αυτό συμβαίνει μέσω της τεχνικής του αφηγηματικού Back And Forth. Τι σημαίνει αυτό. Ας δώσουμε ένα παράδειγμα μέσα από την ταινία. Πρώτα λοιπόν, θα δούμε τι γίνεται στην ημέρα 290, μετά στην ημέρα 001, ενώ αργότερα, η ταινία θα μας… πετάξει στην ημέρα 303 για να επιστρέψουμε κάποια στιγμή στην ημέρα 095. Και φυσικά, όλο αυτό συνεχίζεται σε όλη την ταινία, χωρίς σταματημό. Με αυτόν λοιπόν τον τρόπο, ο σκηνοθέτης, Μαρκ Γουέμπ, πετυχαίνει να μας θυμίζει πάντα τις νομοτέλειες στις οποίες υπόκεινται όλες σχεδόν οι ερωτικές σχέσεις, όσο όμορφες και να φαίνονται, κάνοντας όμως στο τέλος της ταινίας και ένα αναιρετικό – σε όλα τα προηγούμενα – σχόλιο, αφήνοντας έτσι ένα παράθυρο ανοιχτό στους ρομαντικούς για να πιστεύουν.
Κατά δεύτερον, να τονίσουμε για να αποφύγουμε τυχόν παρεξηγήσεις ότι, η ταινία είναι γυρισμένη ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ από το PoV (Point of View) του Τομ. Η ταινία δηλαδή, είναι γυρισμένη αποκλειστικά και μόνο από την οπτική του Τομ. Μας αφηγείται σκηνές και καταστάσεις από την ζωή του, αναλύει την ψυχοσύνθεσή του, εστιάζει κυρίως στο άτομό του γενικότερα, και (πολύ) λιγότερο σε αυτό της Σάμερ. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που θυμάμαι είναι ότι, αρκετές φορές στην ταινία, βλέπουμε την κάμερα να εστιάζει στο προβληματισμένο πρόσωπο του Τομ καθώς έχει προηγηθεί κάτι δυσάρεστο με τη Σάμερ (η οποία έχει ήδη φύγει από το πλάνο). Εστιάζει στα μάτια του, στις αντιδράσεις του, στη συμπεριφορά του κάθε φορά που συμβαίνει κάτι και αλλάζει η ψυχολογία του.

Βάζοντάς τα όλα αυτά σε ένα… μίξερ σκέψεων, κατανοείς πως ολόκληρη η ιστορία βασίζεται στην υποκειμενική εμπειρία του Τομ, και παρουσιάζει τον τρόπο που βίωσε τον έρωτα. Ο έρωτας δεν είναι λογικός ή γραμμικός, και η ταινία το απεικονίζει αυτό. Καταφέρνει να αποτελέσει μια αυθεντική ιστορία για τον έρωτα, χωρίς να παίρνει τον εαυτό της υπερβολικά στα σοβαρά. Άλλωστε, ας μη ξεχνάμε και το γεγονός ότι η ιστορία γράφτηκε από άντρες και την σκηνοθέτησε πάλι άντρας! Κανείς δεν προσποιείται πως είναι μια αντικειμενική σκοπιά.



Μια πρώτη προσέγγιση στην υπόθεση
Όλα όσα πρόκειται να δεις σε αυτή την ταινία, προέρχονται απευθείας από το ερωτικά απογοητευμένο μυαλό του Τομ Χάνσεν, ενός άντρα που γράφει ζουμερά ρομαντικά αποφθέγματα για τους άλλους αλλά δεν μπορεί να επικοινωνήσει το απύθμενο βάθος των συναισθημάτων του στη Σάμερ, τη μόνη γυναίκα που τον ενδιαφέρει. Ο Τομ είναι ερωτευμένος, είναι σίγουρος πως έχει βρει το κορίτσι στο οποίο απευθύνονται όλες οι ευχετήριες κάρτες που φτιάχνει με συνέπεια επαγγελματία σε όλη του την ενήλικη ζωή.

Ο Τομ ζει 500 ημέρες με τη Σάμερ. Αγαπάει το χαμόγελό της, τα μαλλιά της, τα γόνατά της, τον τρόπο με τον οποίο γλείφει τα χείλη της πριν μιλήσει, το σημάδι σε σχήμα καρδούλας στο λαιμό της, τον τρόπο που κοιμάται. Ο Τομ είναι ερωτευμένος με τη Σάμερ – ή έτσι τέλος πάντων νομίζει. Ώσπου η Σάμερ αλλάζει: γίνεται απόμακρη και μπλοκάρει κάθε επαφή μαζί του. Έτσι, στα ξαφνικά. Κι από κει που αγαπάει τα πάντα πάνω της, τώρα τα μισεί. Τα μισεί όλα.
Η Σάμερ, του δίνει παραπάνω από τα «συμφωνηθέντα»: τον προσκαλεί στα άδυτά της, στο διαμέρισμα που είναι το άβατο οχυρό της, και τον αφήνει να την καταλάβει, παρασυρόμενη κι εκείνη από την ασυνθηκολόγητη αγάπη που της δείχνει. Αλλά μέχρι εκεί γιατί μετά, διακόπτει με τρομερή άνεση τη ροή της ευτυχίας και παγώνει τη Σχεδόν Σχέση τους με ένα βλέμμα ψυχρότητας, ένα βλέμμα απόστασης, που αναγκάζει τον Τομ να καταρρεύσει πειστικότατα μπροστά στη συνειδητοποίηση μιας πολύ άστοχης επιλογής – κάτι που ίσως σημαίνει το τέλος της απόλυτης κοσμοθεωρίας του, καθώς η πραγματικότητα δε συναντά παρά σπάνια τις προσδοκίες του.

Ουσιαστικά παρακολουθείς έναν τύπο καθώς αυτός ανατρέχει στις αναμνήσεις της σχέσης, προχωρώντας μπρος και πίσω στο χρόνο, και καθώς αρχίζει να βλέπει πράγματα τα οποία ίσως να μην είχε δει κατά τη διάρκεια της σχέσης. Τον παρακολουθείς να αντιλαμβάνεται όλο και περισσότερα και να μαθαίνει πράγματα για τον εαυτό του και για την αγάπη. Ο Τομ καταλαβαίνει πως είναι κάποιος που είναι ερωτευμένος με την ιδέα του έρωτα και γι’ αυτό η ιστορία είναι πολύ αισιόδοξη. Βλέπει κάτι στη φύση του έρωτα. Δεν πρόκειται για μια συνηθισμένη ρομαντική κωμωδία, αλλά είναι μια πολύ ρομαντική ιστορία.

Εκτός από το περιοδικό voice-over που σχολιάζει από αντικειμενική σκοπιά τα γεγονότα, το κουβάρι της πλοκής ξετυλίγεται πάντοτε από την πλευρά του νεαρού, ανάγοντας τη Σάμερ σε ένα αινιγματικό, σχεδόν άπιαστο αντικείμενο πόθου. Με δεδομένη την οπτική γωνία, το «(500) Days Of Summer» σε ταξιδεύει μοναδικά μέσα από τα γνώριμα μονοπάτια ενός (άνισου) έρωτα, από την αμφιβολία και το φόβο μέχρι την παραδοχή των συναισθημάτων και την απόλυτη κορύφωση.

Το σενάριο των Νεστάντερ και Βέμπερ, αναμφίβολα, κερδίζει όλες τις εντυπώσεις. Δε φοβάται να επιλέξει πλευρά, καταδεικνύοντας έξοχα το δέος του ενός μπροστά στην αδιαμφισβήτητη ανωτερότητα του άλλου και έτσι, ελεύθερο πλέον από κάθε είδους προκαταλήψεις και συμβάσεις, αφηγείται μία υπέροχη, γλυκόπικρη ιστορία που σχεδόν σε υποχρεώνει να τη λατρέψεις. Μία ιστορία βουτηγμένη στους - απόλυτα συμβατούς με το ύφος της - εκλεκτούς ήχους της βρετανικής pop και rock σκηνής, οι οποίοι συνθέτουν ένα από τα πιο αξιομνημόνευτα soundtrack των τελευταίων ετών.

Το σκληρά ρεαλιστικό, μεταμοντέρνο και με σουρεαλιστικές πινελιές ύφος της, «παίζει» τόσο με την ψυχολογία του πρωταγωνιστή όσο και με τη δική σου, χοροπηδώντας χρονικά μέσα στις 500 μέρες από το ένα στάδιο της σχέσης στο άλλο. Μια ιστορία που αφορά εκατομμύρια ψυχές, κάτι που σημαίνει πως υπάρχει η πολυπόθητη ταύτιση. Ταύτιση στις γενικότητες αλλά και σε πιο συγκεκριμένες ιδεολογικές αναφορές σχετικά με τις εργασιακές σχέσεις και το κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον των πρωταγωνιστών. Όλα παίζουν ρόλο σε μια ερωτική σχέση. Τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη και τίποτα δεν παραλείπεται. Γνωστές καταστάσεις και άγνωστες πτυχές, συνδυάζονται αρμονικά φτιάχνοντας ένα σύνολο με άρρηκτη δομή και απίστευτη χημεία.

Και για να κλείνουμε σιγά-σιγά την… εισαγωγή, το 500, με το έξυπνο χιούμορ του, τους συμπαγείς και ολοκληρωμένους χαρακτήρες του, τον φρενήρη ρυθμό, την κλιμακωτή ανάπτυξη και τις αμέτρητες ψυχολογικές μεταπτώσεις, σε συνδυασμό φυσικά με το απίστευτο μεράκι και τη διάθεση των ηθοποιών-δημιουργών του, καταφέρνει να χρησιμοποιεί το ακαδημαϊκό mainstream ως βατήρα σινεφιλικών και καλλιτεχνικών αναζητήσεων, και (κατά την ταπεινή μου γνώμη) ανάγεται αυτόματα σε κινηματογραφικό σημείο αναφοράς για την εποχή του. Ένα φιλμ, που στέκει υπερβατικά έναντι των στεγανών που ορίζουν το ρομαντικό δράμα και η κωμωδία. Γιατί, πολύ απλά, είναι και τα δύο μαζί αλλά και κάτι ακόμα: ένας γλυκόπικρος, μα τόσο αληθινός και αξέχαστος κινηματογραφικός έρωτας.

Η ιστορία της ταινίας, θα δικαιώσει με τον καλύτερο τρόπο το αγαπημένο τους τραγούδι, αυτό που ουσιαστικά τους έφερε πιο… κοντά, τότε, στο ασανσέρ, θα αποδείξει στη Σάμερ πως υπάρχει αληθινή αγάπη (παρά την πεποίθησή της πως αυτά συμβαίνουν μόνο στο σινεμά) και αυτή η ιστορία που τόσο επίμονα θέλει να μην ονομάζεται «love story», θα βοηθήσει τον Τομ να μη φοβάται το Φθινόπωρο, απλά και μόνο επειδή κάποτε ερωτεύτηκε τρελά ένα κορίτσι που το έλεγαν «Καλοκαίρι».

Κλείνει η εισαγωγή, το υπόσχομαι. Η ιδέα και το γενικότερο αίσθημα που θέλω να αφήσω να υπάρχει καθώς προχωράμε στο… κυρίως πιάτο, το συνοψίζω μάλλον στην ακόλουθη φράση: κάτω από το χιούμορ και τα διάφορα… ευτράπελα του 500, κρύβεται μια ουσιώδης και ειλικρινή αλήθεια: ναι, σύμφωνοι, ο έρωτας μπορεί να είναι σκληρός, αμείλικτος και αδυσώπητος, μπορεί να σε κάνει να πονάς, να χτυπιέσαι, να τρελαίνεσαι, αλλά θυμήσου επίσης, ότι είναι και το καλύτερο και το πιο αγνό πράγμα που έχει να σου προσφέρει η ίδια η ζωή. Έρωτας, Αγάπη, Συντροφιά. All you need is love, που λένε και οι Αγαπημένοι μου.

* (Να σημειωθεί, πως το παρόν κείμενο, ακολουθεί πιστά μία-προς-μία τις ημέρες του ημερολογίου σύμφωνα πάντα με την ταινία. Η συχνότητα με την οποία… πεταγόμαστε από τη μια μέρα στην άλλη μέσω του αφηγηματικού back and forth, καθίσταται σημαντική στην εξέλιξη της ταινίας, και μας δίνει τη δυνατότητα να καταλάβουμε πράγματα και καταστάσεις που, ενδεχομένως, να μην είχαμε παρατηρήσει και μάλιστα, από μια νέα, διαφορετική οπτική).



Φώτα, Κάμερα, Πάμε!
[Αυτή είναι η ιστορία ενός αγοριού που γνωρίζει ένα κορίτσι.
Το αγόρι, ο  Τομ Χάνσεν, από το Μαργκέιτ, Νιού Τζέρσεϊ, μεγάλωσε πιστεύοντας ότι δεν θα γινόταν ποτέ αληθινά ευτυχισμένος μέχρι τη μέρα που θα γνώριζε τη μία και μοναδική. Αυτή η πεποίθηση προέκυψε από την πρώιμη έκθεσή του σε μελαγχολικά ακούσματα Βρετανικής ποπ μουσικής από μικρή ηλικία και την πλήρη παρερμηνεία της ταινίας «Ο Πρωτάρης».
Το κορίτσι, η Σάμερ Φιν, από το Μίσιγκαν, δεν συμμεριζόταν την ίδια άποψη. Από τότε που διαλύθηκε ο γάμος των γονιών της, αγαπούσε μόνο δύο πράγματα: το ένα ήταν τα μακριά μαύρα μαλλιά της. Το άλλο ήταν το πόσο εύκολα μπορούσε να τα κόβει και να μην αισθάνεται τίποτα.
Ο Τομ γνωρίζει τη Σάμερ στις 8 Ιανουαρίου. Το κατάλαβε σχεδόν αμέσως. Αυτό είναι το κορίτσι που αναζητά. Αυτή είναι η ιστορία αγοριού που γνωρίζει κορίτσι. Αλλά πρέπει να ξέρετε από την αρχή, ότι δεν πρόκειται για ιστορία αγάπης.]

 

Ημέρα 290: «Δεν θέλω να την ξεπεράσω, θέλω να την ξανακερδίσω»
Η ταινία ξεκινάει από την 290ή μέρα του ημερολογίου του Τομ. Η μικρή αδερφή του, η Ρέιτσελ, καταφτάνει στο σπίτι του, αφότου την είχαν καλέσει οι δύο καλύτεροι φίλοι του, ο Πολ και ο Μακένζι. Η Ρέιτσελ βρίσκει τον Τομ σε μαύρα χάλια, να σπάει το ένα πιάτο μετά το άλλο στην κουζίνα. Του δίνει λίγη βότκα και του λέει να της εξηγήσει τι έχει γίνει. «Τα πράγματα πήγαιναν τόσο καλά…», ξεκινάει αυτός, καθώς η ταινία δείχνει σκηνές από τις καλές στιγμές του Τομ και της Σάμερ, ενώ αμέσως μετά, βλέπουμε τη Σάμερ να λέει στον Τομ «νομίζω ότι πρέπει να σταματήσουμε να βλεπόμαστε», κι αυτό διότι θεωρούσε πως τον τελευταίο καιρό, το μόνο που έκαναν ήταν να τσακώνονται. Αλλά δεν έμεινε εκεί, το… προχώρησε κι άλλο. «Τομ μη φεύγεις! Παραμένεις ο καλύτερός μου φίλος», του φωνάζει, και κάπως έτσι ο Τομ βρέθηκε στη κουζίνα του να σπάει πιάτα.

Η Ρέιτσελ μαζί με τους δύο φίλους του, προσπαθούν να τον εμψυχώσουν, να του δώσουν δύναμη και κίνητρα. «Θα γνωρίσεις κάποια άλλη», του λέει ο ένας, «υπάρχουν κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια», του λέει ο άλλος, μα ο Τομ είναι πεισματάρης. Δεν θέλει να την ξεπεράσει. Θέλει να την ξανακερδίσει.

Ημέρα 001: The First Time Ever I Saw Your Face
Και τώρα πάμε πίσω στην πρώτη μέρα που ο Τομ αντίκρισε το γλυκό πρόσωπο της Σάμερ. Βρισκόμαστε στο γραφείο της εταιρείας του Τομ, New Hampshire Greeting Card Company, εν μέσω μίας σύσκεψης – ναι, ο Τομ γράφει ευχετήριες κάρτες για τα προς το ζην. Την ώρα που ο Τομ ετοιμάζεται να πάρει τον λόγο, την βλέπει. Η Σάμερ μπαίνει μέσα, για να ενημερώσει τον Βανς, τον διευθυντή της εταιρείας, για ένα τηλεφώνημα, ο οποίος συστήνει τη Σάμερ ως τη νέα του βοηθό στους υπόλοιπους που βρίσκονται στην αίθουσα. Η κάμερα εστιάζει στον Τομ. Είχε μείνει χάσκων εν εκστάσει. Δεν πήρε τα μάτια του από πάνω της. Κάτι φαινόταν να αλλάζει στη ζωή του.

[Υπάρχουν μόνο δύο είδη ανθρώπων στον κόσμο: γυναίκες και άντρες. Η Σάμερ Φιν ήταν γυναίκα. Μετρίου ύψους, μετρίου βάρους. Μέγεθος παπουτσιών, ελαφρώς άνω του μετρίου. Από κάθε άποψη, η Σάμερ Φιν ήταν σαν ένα συνηθισμένο κορίτσι. Μόνο που δεν ήταν.

Πολύ έξυπνα, το 1998, η Σάμερ παράθεσε τα λόγια ενός τραγουδιού του Σκωτσέζικου συγκροτήματος «Belle and Sebastian» στην επετηρίδα του λυκείου. «Χρωμάτισε τη ζωή μου με το χάος των μπελάδων». Η αύξηση πωλήσεων του άλμπουμ «The Boy With The Arab Strap» στο Μίσιγκαν συνεχίζει να προβληματίζει τους αναλυτές. Η πρόσληψη της Σάμερ στο «The Daily Freeze» στη διάρκεια πτωτικών τάσεων, συνέπεσε με μια ανεξήγητη αύξηση 212% των εσόδων. Κάθε διαμέρισμα που νοίκιαζε η Σάμερ, προσφερόταν σε τιμή 9,2% κάτω της αξίας του. Οι εισπράξεις του μέσου μεταφοράς της στη δουλειά αυξήθηκαν κατά 18,4 ημερησίως. Το φαινόμενο Σάμερ ήταν σπάνιας φύσης. Σπάνιο και όμως κάτι που κάθε νεαρό αρσενικό έχει συναντήσει τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του. Το ότι ο Τομ Χάνσεν το βρήκε σε μια πόλη των 400.000 γραφείων, 91.000 εμπορικών κτιρίων και 3,8 εκατομμυρίων ανθρώπων, μπορούσε να εξηγηθεί με ένα μόνο πράγμα: Το Πεπρωμένο.]

Ημέρες 003-004: «Λατρεύω τους Σμίθς!» 
Τομ και Μακένζι συζητούν στο γραφείο, σχολιάζοντας τη Σάμερ, η οποία κάθεται λίγο πιο πέρα. Ο Μακένζι του λέει ότι είναι σκύλα. Πήγε κάποιος να της μιλήσει στο φωτοτυπικό και δεν έδωσε σημασία. Ο Τομ προβληματίζεται για τον χαρακτήρα της. «Γιατί οι όμορφες κοπέλες νομίζουν ότι μπορούν να φέρονται στους άλλους σαν σκουπίδια και να τη βγάζουν καθαρή;» λέει, αλλά φαίνεται σαν κάτι να τον ελκύει.

Την επόμενη μέρα (και σε μια από τις πιο αγαπημένες μου στιγμές της ταινίας), ο Τομ βρίσκεται στο ασανσέρ μαζί με τη Σάμερ. Είναι η πρώτη φορά που βρίσκονται οι δυο τους σε οποιοδήποτε μέρος, όπως είναι επίσης και η πρώτη φορά που μιλάνε (ακόμα κι αν δεν λένε ουσιαστικά τίποτα).

Ο Τομ προσπαθεί να φανεί χαλαρός και κοιτάζει αλλού, ενώ ακούει το λατρεμένο «There Is A Light That Never Goes Out» από τους επίσης λατρεμένους The Smiths. Η Σάμερ το ακούει, και εντυπωσιάζεται. «I love The Smiths», του λέει, και τον αναγκάζει να βγάλει τα ακουστικά που φορούσε. «Έχεις καλό γούστο στη μουσική», συνεχίζει ενώ τραγουδάει «to die by your side, is such a heavenly way to die». Ο Τομ παθαίνει πλάκα. Δεν πιστεύει τι του έχει συμβεί. Την κοιτάζει συνέχεια, την παρατηρεί. Το χαμόγελό της είναι τόσο αγνό και γλυκό. Η Σάμερ χαμογελάει συνεχώς, κάτι που κάνει και τον Τομ, ασυναίσθητα, να κάνει το ίδιο (έκδηλη η αμηχανία εδώ πέρα). Εκείνη βγαίνει από το ασανσέρ, κι ο Τομ δείχνει αποσβολωμένος. Όχι κι άσχημα για πρώτη εντύπωση, έτσι κύριε Χάνσεν;

Ημέρα 008: Η Πρώτη Γνωριμία
Η Μίλι, μια αξιαγάπητη συνάδελφος, αρραβωνιάζεται, και διοργανώνει ένα πάρτι στο γραφείο. Ο Τομ, μέσα στα τόσα άτομα εκεί, πετυχαίνει τη Σάμερ, και της προσφέρει ένα ποτήρι σαμπάνια. Ο μέχρι πρότινος… «The Smiths’ fan», έγινε γνωστός στη Σάμερ, και ξεκίνησαν να γνωρίζονται σιγά-σιγά.

Η Σάμερ μετακόμισε πρόσφατα στη Νέα Υόρκη λόγω… βαρεμάρας. Θέλει να δοκιμάσει κάτι νέο και συναρπαστικό. Ο Τομ της λέει ότι δουλεύει στην εταιρεία περίπου 3-4 χρόνια και ότι έχει σπουδάσει αρχιτεκτονική. Στέκονται δίπλα-δίπλα, μιλάνε, γνωρίζονται. Πέραν της (φυσιολογικής) αμηχανίας, υπάρχει και μια διάθεση και των δύο ώστε να σπάσει ο πάγος. Η Σάμερ κάθεται στο γραφείο της, ο Τομ στο δικό του. Υπάρχουν Εκείνα Τα Βλέμματα για μια στιγμή, αλλά τίποτα παραπάνω. 

Ημέρα 154: «Είναι Επίσημο, είμαι ερωτευμένος με τη Σάμερ»
Φτάνοντας στην 154η μέρα, ο Τομ εξομολογείται τον έρωτά του για τη Σάμερ στον Πολ: «Νομίζω ότι είναι επίσημο. Είμαι ερωτευμένος με τη Σάμερ. Αγαπώ το χαμόγελό της, τα μαλλιά της, τα γόνατά της, το ακανόνιστο σημάδι που έχει στο λαιμό της. Αγαπώ τον τρόπο που γλείφει, μερικές φορές, τα χείλη της πριν μιλήσει. Τον ήχο του γέλιου της. Αγαπώ την όψη της όταν κοιμάται. Μου αρέσει το πώς ακούω αυτό το τραγούδι κάθε φορά που τη σκέφτομαι. Αγαπώ το πώς με κάνει να νιώθω: ότι όλα είναι δυνατά. Ότι αξίζει να ζεις.

Ημέρα 011: Η Σοφή Κουβέντα Της Ρέιτσελ
Σε μια σκηνή περίπου 20’’, ο Τομ και η Ρέιτσελ βρίσκονται στο σπίτι και παίζουν Wii. Έχω την αίσθηση πως, ο ρόλος, τα λόγια και ο χαρακτήρας της Ρέιτσελ, θα αποτελέσει καθοριστικό ρόλο στις επιλογές του Τομ. Σ’ αυτή τη σκηνή, σε ακόμα μία (από τις πολλές) ατάκες της ταινίας, η Ρέιτσελ του λέει «επειδή σε μια νόστιμη κοπέλα αρέσουν οι ίδιες βλακείες που αρέσουν σε σένα, αυτό δεν την κάνει μοναδική, Τομ». Κι αυτό επειδή, όσο έπαιζαν, ο Τομ… αράδιαζε ένα προς ένα τα κοινά τους ενδιαφέροντα, λέγοντας πως της αρέσει ο Μαγκρίτ και ο Χόπερ, και έκανε τη Σάμερ να μοιάζει με Την Μία Και Μοναδική.

Ημέρα 022: «Δεν ενδιαφέρεται για μένα, δεν μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό…»
«Τελείωσε», λέει στους φίλους του, κι αυτοί απαντούν «είχε αρχίσει ποτέ;», για να απαντήσει ο Τομ «όχι, αλλά θα μπορούσε σε έναν κόσμο όπου μου συμβαίνουν καλά πράγματα». Απ’ ότι κατάλαβε κι ο ίδιος όμως, δεν ζει σε έναν τέτοιο κόσμο.

Αυτές οι… προβληματικές και μπερδεμένες σκέψεις και κουβέντες του Τομ, πηγάζουν (σαφώς) από τον ενθουσιασμό που επικρατεί μέσα του αλλά και από το γεγονός ότι, τα παίρνει όλα κατάκαρδα. Αναλύει κάθε λέξη της Σάμερ, προσπαθεί να μπει στο μυαλό της, να δει τι σκέφτεται. Προσπαθεί να την πλησιάσει με διάφορους τρόπους. Όπως μια μέρα που έβαλε να παίζει δυνατά, σε όλο το γραφείο, το «Please, Please, Please Let Me Get What I Want» των Smiths, και περίμενε την αντίδρασή της. Η Σάμερ περνάει από δίπλα του χωρίς να προσέξει καν το τραγούδι. «Οι άνθρωποι δεν το συνειδητοποιούν, αλλά η μοναξιά είναι υποτιμημένη», λέει, προφανώς απογοητευμένος από την κατάσταση.

Ημέρες 027-028: Τα γλυκά χαμόγελα και οι συζητήσεις για την Αγάπη τους έκαναν… φίλους (Μα φίλους;)
Και κάπου εδώ έχουμε τη πρώτη ουσιαστική (και έντονη) συζήτηση μεταξύ Τομ και Σάμερ. Παρασκευή, karaoke night, σε ένα μπαρ της πόλης. Η Σάμερ ανεβαίνει στη σκηνή, ο Τομ την κοιτάει αποσβολωμένος. Παρατηρεί τις κινήσεις του κορμιού της, τα υπέροχα γαλανά μάτια της, και της χαμογελάει.

Σάμερ και Μακένζι συζητούν για τα της δουλειάς, όταν έρχεται ο Τομ και το θέμα της συζήτησης πάει… εκεί που πρέπει να πάει (με τη βοήθεια του Μακένζι, φυσικά). Ο πιστός φίλος του Τομ, ρωτάει τη Σάμερ αν έχει σχέση. Εκείνη το αρνείται, εκείνος αδυνατεί να το πιστέψει. Εξηγείται η Σάμερ μας. «Χαίρομαι που είμαι ελεύθερη και ανεξάρτητη», λέει με περίσσιο θάρρος και συνεχίζει ακάθεκτη: «Μου αρέσει να είμαι μόνη μου. Οι σχέσεις φθείρονται, οι άνθρωποι πληγώνονται. Ποιος το θέλει αυτό; Είμαστε νέοι, ζούμε σε μια από τις πιο όμορφες πόλεις στον κόσμο, πρέπει να διασκεδάζουμε όσο μπορούμε και να αφήσουμε τα σοβαρά πράγματα για αργότερα».

Η… ανάκριση της Σάμερ συνεχίζεται με γοργούς ρυθμούς. Σειρά του Τομ να παραθέσει ερώτημα. Και τι ερώτημα… «Τι γίνεται αν ερωτευτείς;», τη ρωτάει, δικαιώνοντας εμένα και εκατομμύρια θεατών. Από την απάντησή της, θα κρίνονταν πολλά. «Τι; Μη μου πεις ότι πιστεύεις στην αγάπη; (σ.σ. Σκόπιμα με μικρό α η λέξη αγάπη, καθώς αποδεικνύεται ότι η Σάμερ δεν είναι και τόσο… υπέρμαχος αυτού του κινήματος), απαντάει εκείνη, απογοητεύοντας (τελικά) εμένα και εκατομμύρια θεατών. Ακολουθεί γρήγορη ανταπάντηση από τον Τομ. «Για Αγάπη μιλάμε, όχι για τον Άγιο Βασίλη…». Την πέταξε τη σπόντα του ο άτιμος. Κοιτώντας βαθιά ο ένας στα μάτια του άλλου (ανεξαρτήτως αν νιώθουν κάτι εκείνη τη στιγμή), συνεχίζουν την ωραία τους συζήτηση.

- «Αγάπη; Τι σημαίνει αυτή η λέξη; Έχω κάνει σχέσεις και δεν νομίζω να την έχω δει ποτέ (σ.σ. αυτό, Σάμερ μου, σημαίνει ότι δεν υπάρχει Αγάπη στον έξω κόσμο; Δε μας τα λες καλά). Και οι περισσότεροι γάμοι καταλήγουν σε διαζύγιο, όπως των γονιών μου».
- «Και των δικών μου, αλλά…»
- «Δεν υπάρχει αγάπη, παρά μόνο στη φαντασία».
- «Νομίζω ότι είσαι λάθος».
- «Εντάξει. Τι είναι αυτό που μου ξεφεύγει, λοιπόν;»
- «Νομίζω ότι θα το καταλάβεις όταν το νιώσεις».
- «Μπορούμε απλά να συμφωνήσουμε ότι διαφωνούμε».

Καλέ Σάμερ μου… Είναι δυνατόν να προσπαθεί ο άλλος να ενεργοποιήσει τη συναισθηματική σου πλευρά κι εσύ να τον γειώνεις με κάθε σου απάντηση; Και δεν γίνεται να μην έχεις συναισθηματική πλευρά. Όλοι έχουμε. Αν τώρα το παρελθόν σου σε έχει κάνει να μη πιστεύεις ούτε σε σπιθαμή Αγάπης, δε σημαίνει ότι δεν υπάρχει Αγάπη στον κόσμο γύρω σου. Παρατηρούσες το βλέμμα του Τομ όσο εσύ του έλεγες όλα αυτά; Παρατήρησες πως γέμισαν με χρώμα τα μάτια του όταν σου περιέγραψε πως είναι να νιώσεις την Αγάπη; Παρατήρησες, στιγμές αργότερα, με την απάντηση που έδωσες, πως αυτά τα μάτια γέμισαν πίκρα και απογοήτευση; Αμ, δε νομίζω, Σάμερ μου.

Ο Μακένζι βγάζει τα κάστανα από τη φωτιά προτού καούν, και αλλάζει θέμα. Ρωτάει ποιος θα τραγουδήσει. Η Σάμερ προτείνει, ή μάλλον καλύτερα… απαιτεί τον Τομ, ο οποίος ανεβαίνει στη σκηνή με ένα μπουκάλι μπύρα και τραγουδάει το «Here Comes Your Man» των Clash. Τον καταχειροκροτούν όλοι. Η προσωρινή του αμηχανία σε δημόσιο χώρο, εξελίσσεται σε μια καθόλα ευχάριστη εμπειρία για όλο το μπαρ. Κι όσο εκείνος τραγουδάει και το νιώθει, η Σάμερ τον κοιτάζει και χαμογελάει γλυκά. Να, αυτά κάνεις…

Η βραδιά συνεχίζεται και εκτός μπαρ. Όχι, δεν έχει κι άλλη έξοδο, απλά το σκηνικό που ακολουθεί, σηματοδοτεί μια… έλξη αυτών των δύο. Ο Μακένζι γίνεται… τύφλα (για ακόμα μια φορά), και τον βοηθούν να μπει στο ταξί για να πάει σπίτι του. Προτού όμως μπει, πετάει τη… βόμβα του.

Ένα απλό «Του αρέσεις. Πες της το, Τομ» που λέει ο Μακένζι, στέκεται αρκετό στη Σάμερ να ρωτάει τον Τομ αν αυτό αληθεύει. Ο Τομ, σαστισμένος, τι να πει; Αποδέχεται τις… κατηγορίες, ωστόσο, οι ερωταπαντήσεις έφεραν στο προσκήνιο τη λέξη «φιλικά», και πάνω που άρχιζε να πιστεύει ο Τομ ότι αυτή θα ήταν η καλύτερη βραδιά της ζωής του, ατύχησε. Η Σάμερ τον βρίσκει ενδιαφέρων και θέλει να γίνουν φίλοι. Φίλοι. Επαναλαμβάνω. Φίλοι. Με βαριά καρδιά το αποδέχεται ο Τομ. Δευτερόλεπτα μετά την αποδοχή, τα βλέμματα που ανταλλάζουν (οφείλω να ομολογήσω πως) δεν δείχνουν φιλική διάθεση ούτε στο… απειροελάχιστο, αλλά, ναι, τέλος πάντων, λένε μια απλή καληνύχτα και πάει ο καθένας σπίτι του. Σαν φίλοι, έτσι; Μη το ξεχνάς αυτό.

Ημέρα 031: Το Πρώτο Φιλί Έρχεται… Απροσδόκητα!
Μετά τα όσα εκτυλίχθηκαν τις προηγούμενες ημέρες, φτάνουμε στην 31η μέρα και, αισίως, στο πρώτο τους φιλί. Αυτό όμως τώρα, ίσως να το περιμέναμε υπό κάπως… διαφορετικές συνθήκες. Η Σάμερ βρίσκει τον Τομ στο δωμάτιο με τα φωτοτυπικά. Ο ένας κοιτάζει τον άλλον, ώσπου η Σάμερ κάνει την κίνηση-ματ και πάει προς τον Τομ. Οι δυο τους βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής. Όλοι γνωρίζαμε την πρόθεση της Σάμερ εκείνη τη στιγμή. Φαινόταν στα μάτια της ότι ήθελε να κάνει κάτι συγκεκριμένο. Ο Τομ παίρνει την απόφαση να μιλήσει πρώτος και την ρωτάει αν πέρασε καλά τις προάλλες. Στιγμές αργότερα, η Σάμερ απαντάει με τον καλύτερο τρόπο: το φιλί. Λογικά ο Τομ, έτσι… αναμμένος (και αναμαλλιασμένος) που ήταν μετά το φιλί, να κατάλαβε πόσο… ωραία πέρασε η Σάμερ τις προάλλες. Τον καημένο, όμως. Τον άφησε με την γλύκα. Λίγα δευτερόλεπτα φιλιού και μετά… γεια σας η Κυρία Σάμερ. Πήρε τις φωτοτυπίες της κι έγινε καπνός! Ήρθε, χτύπησε (ή μάλλον… φίλησε), κι έφυγε. Απλά κι όμορφα.

Στην αμέσως επόμενη σκηνή, η Σάμερ βρίσκεται στο σπίτι του Τομ την ώρα που ο Πολ μπαίνει μέσα κι αρχίζει να μιλάει για να μάθει τι έγινε. Μιλάει όμως τόσο δυνατά ώστε (δίχως να το γνωρίζει ο ίδιος, φυσικά), η Σάμερ, που βρισκόταν σε ένα από τα δωμάτια του σπιτιού, ακούει την συζήτησή τους. Δεν το παραδέχεται ποτέ βέβαια, αλλά τις… σποντούλες της, τις έριξε!

Ημέρα 282 / Ημέρα 034: Δύο διαφορετικές βόλτες στα ΙΚΕΑ
Η ταινία στη συνέχεια, μας «πετάει» από τη 31η μέρα στην 282η, στην οποία και μένει ελάχιστα, για να μας πάει μετά κανονικά στην 34η μέρα. Αυτό συμβαίνει για συγκεκριμένο λόγο, κι αυτός κρύβεται στις τεράστιες αλλαγές των αντιδράσεων και των συναισθημάτων στις δύο αυτές ημέρες. Βρισκόμαστε στα ΙΚΕΑ, εκεί όπου ο Τομ και η Σάμερ, περνούν χρόνο μαζί κοιτάζοντας διάφορα έπιπλα. Η χρησιμοποίηση εδώ της τεχνικής του Back And Forth, θέλει να τονίσει τις εκ διαμέτρου αντίθετες κλίμακες συναισθηματικών αντιδράσεων και μεταπτώσεων ανάμεσα στα δύο πρόσωπα – κάτι που θα φαίνεται ολοένα και περισσότερο στην πορεία της ταινίας. Και για να εξηγούμαστε:

 

 

 

Ημέρα 035: You Make My Dreams Come True
Την επομένη της Υπέροχης Βραδιάς, ο Τομ ξυπνά και είναι άλλος άνθρωπος. Ξυπνά, φοράει το πιο λαμπερό του χαμόγελο, και βγαίνει στους δρόμους της πόλης να τους γεμίσει με χρώματα. Είναι σαν η ζωή να του χαμογελάει. Βλέπει τα πάντα με άλλη ματιά. Είναι χαρούμενος, είναι ευτυχισμένος. Όλο αυτό το σκηνικό μετατρέπεται σε ένα εκπληκτικό… μιούζικαλ, με το «You Make My Dreams Come True» των Hall & Oates, να ντύνει μοναδικά μια από τις πιο γεμάτες και όμορφες σκηνές της ταινίας. 

Και καθώς ο Τομ κατευθύνεται προς το γραφείο, στη σκηνή της 35ης μέρας, η διάθεση και τα συναισθήματα αλλάζουν, μαζί και η μέρα.

Ημέρα 303: Απόγνωση – Απογοήτευση: ένα… email δρόμος
Ημέρα 035 μπαίνει στο ασανσέρ ο Τομ… ημέρα 303 βγαίνει για να πάει στο γραφείο του. Και τότε, στην 303η μέρα, είναι ξανά ο… κλασικός κατσούφης Τομ, που φυσάει και ξεφυσάει καθώς προχωράει. «Την ξανακέρδισες ή όχι», τον ρωτάει ο Μακένζι, για να απαντήσει «Το παλεύω ακόμα» ο Τομ, μ’ ένα βλέμμα γεμάτο απόγνωση, ενώ λίγο αργότερα, λαμβάνει ένα e-mail από τη Σάμερ που λέει «Χαίρομαι πολύ που είχα νέα σου. Δε μπορώ αυτή την εβδομάδα, αλλά την επόμενη, ίσως. Ελπίζω αυτό να σημαίνει ότι είσαι έτοιμος να είμαστε φίλοι». Η απόγνωση μετατρέπεται, μέσα σε δευτερόλεπτα, σε απογοήτευση – σχετικά με το email της Σάμερ, εικάζουμε πως, σε κάποιο σημείο, ο Τομ της είχε στείλει για να δει πως είναι και τι κάνει.

Ημέρα 045 & Ημέρα 087: «Come on, I Love Ringo Starr» 
Πίσω στις αγνές μέρες. Εκεί που όλα ήταν αγνά και… αμοιβαία. Στην 45η μέρα, Τομ και Σάμερ… διασκεδάζουν στο γραφείο μέσω τηλεφώνου, ενώ στην 87η, τους βλέπουμε να επισκέπτονται ένα βίντεο κλαμπ, όπου η Σάμερ… εξομολογείται τον έρωτά της για το «Octopus’s Garden» (το οποίο θεωρεί ως το καλύτερο τραγούδι των Beatles!) και τον Ringo Starr.
Ημέρα 095: Βόλτα στο Πιο Αγαπημένο Μέρος Της Πόλης

Εξακολουθούμε να βρισκόμαστε στην Όμορφη πλευρά της ταινίας, όπου ο Τομ ξεναγεί τη Σάμερ στην πόλη της Νέας Υόρκης και της δείχνει ορισμένα κτήρια (ενώ από πίσω παίζει το «Sweet Disposition» των Temper Trap). Την πηγαίνει και στο λεγόμενο δικό του Αγαπημένο Μέρος Της Πόλης. Κάθονται σ’ ένα παγκάκι και της περιγράφει τα κτήρια που φαίνονται από εκεί. Τον κοιτάζει εκείνη γλυκά, την κοιτάζει εκείνος ακόμα πιο γλυκά. Του ζητάει να σχεδιάσει στο χέρι της πώς θα μπορούσαν να βελτιωθούν τα κτήρια που είναι μπροστά τους. Ωραίες στιγμές ζουν οι πρωταγωνιστές μας, αγνές κι ανέμελες, προτού… χαθεί ο ενθουσιασμός.

Ημέρα 109: Η Σταδιακή Πτώση του Τείχους
Ο Τομ μπαίνει για πρώτη φορά στο σπιτικό της Σάμερ. Μπαίνει μέσα, κοιτάζει τριγύρω, παρατηρεί εικόνες, έπιπλα, διακόσμηση. Το ότι είναι λίγο ακατάστατο, είναι το λιγότερο που τον νοιάζει αυτή τη στιγμή.

[Για τον Τομ Χάνσεν, αυτή ήταν η βραδιά που άλλαξαν όλα. Αυτό το τείχος πίσω απ’ το οποίο κρυβόταν πολύ συχνά η Σάμερ, το τείχος της απόστασης του χώρου, του περιστασιακού. Αυτό το τείχος έπεφτε σιγά-σιγά. Γιατί, να, ο Τομ, μέσα στον κόσμο της. Ένα μέρος όπου ελάχιστοι είχαν δει με τα μάτια τους. Και να που η Σάμερ ήθελε αυτόν και κανέναν άλλον.]

Έχουν ξαπλώσει στο κρεβάτι και μιλάνε για τα πράγματα που έχουν δει στα όνειρά τους. Η Σάμερ, του αποκαλύπτει ότι μερικές φορές, ονειρεύεται ότι πετάει, σαν να τρέχει πάρα πολύ γρήγορα. Το έδαφος γίνεται βραχώδες και απόκρημνο και τρέχει τόσο γρήγορα που τα πόδια της δεν αγγίζουν το έδαφος. Νιώθει ελεύθερη και ασφαλής. Τότε συνειδητοποιεί, ότι είναι τελείως μόνη.
[Καθώς άκουγε, ο Τομ άρχισε να συνειδητοποιεί ότι αυτές δεν ήταν ιστορίες ρουτίνας. Ήταν ιστορίες που έπρεπε να τις κερδίσει κάποιος. Ένιωθε το τείχος να πέφτει. Αναρωτιόταν αν κάποιος άλλος είχε καταφέρει να φτάσει ως εκεί. Και γι’ αυτό οι επόμενες έξι λέξεις, άλλαξαν τα πάντα.]

«Δεν τα έχω ξαναπεί σε κανέναν», λέει η Σάμερ, κι ο Τομ, καθώς εστίαζε στα μάτια αλλά εισέβαλλε στην ψυχή της, απαντά «Φαντάζομαι ότι δεν είμαι τυχαίος».

Ημέρα 118: «Είμαι ευτυχισμένη, εσύ δεν είσαι;»
«Τι είστε ακριβώς», αναρωτιέται ο Πολ την 109η ημέρα. Ο Τομ ξεκαθαρίζει στους φίλους του πως αυτό που έχουν δεν είναι σταθερή σχέση και πως δεν χρειάζονται ταμπέλες, ενώ την 118η μέρα, αναλαμβάνει ρόλο η Ρέιτσελ. Είναι φανερό πως ο Τομ φοβάται ότι η εσωτερική του ανάγκη θα σκιάσει όλες τις αυταπάτες γι’ αυτό το πάθος. Γι’ αυτό και η μικρή του αδερφή, τον συμβουλεύει να ρωτήσει τη Σάμερ για το τι ακριβώς συμβαίνει μεταξύ τους.
Κι αυτό κάνει λίγο αργότερα, όταν βρίσκονται με τη Σάμερ καθώς έχουν κανονίσει να πάνε σινεμά. Ούτε εκείνη ξέρει τι ακριβώς συμβαίνει μεταξύ τους, και δεν την νοιάζει καθώς είναι ευτυχισμένη. Κι ο Τομ είναι (και φαίνεται) ευτυχισμένος, το δίχως άλλο. Απλά, να, αν παρατηρήσεις τα πρόσωπά τους, αυτό που κρύβει έναν κάπως… ενδόμυχο προβληματισμό για το τι μέλλει γενέσθαι με την κατάσταση, είναι αυτό του Τομ. Η Σάμερ, μοιάζει σαν να θέλει να ζήσει τη στιγμή.

Ημέρα 259: Η Μπουνιά, ο Τσακωμός και το Ξέσπασμα
Μεταφερόμαστε στη 259η μέρα, όπου τα πράγματα δεν πάνε και τόσο καλά μεταξύ τους. Τους βλέπουμε να κάθονται και να συζητούν σ’ ένα μπαρ. Ο Τομ ομιλητικός, η Σάμερ αδιάφορη, με μια τάση να αντιδρά αρνητικά σε κάθε λέξη του. Ξαφνικά, ένας κύριος με κοστουμάκι και τυπική γραβατούλα εισβάλει στη συζήτηση, και προσπαθεί να… ρίξει τη Σάμερ προσφέροντάς της ένα ποτό. Η Σάμερ προσπαθεί να τον διώξει ευγενικά, ο Τομ κάθεται υπομονετικά και τους ακούει ώσπου δεν αντέχει άλλο, και του ρίχνει μια μπουνιά και τον… ξαπλώνει. Σηκώνεται κι ο άλλος, και του ρίχνει κι αυτός μια μπουνιά. Ωραία πράγματα.

Αυτό, λοιπόν, το περιστατικό πυροδοτεί σκηνή έντασης στο σπίτι της Σάμερ. Δεν της αρέσει καθόλου αυτό που συνέβη στο μπαρ και βρίσκονται να τσακώνονται. Λέει στον Τομ πως είναι κουρασμένη κι εκείνος οδεύει προς την έξοδο του σπιτιού. Αλλά φευ! Σιγά μη το άφηνε έτσι το θέμα. Γυρίζει πίσω και της απευθύνει τον λόγο. Δεν θα έφευγε αν δεν μάθαινε τι ακριβώς συμβαίνει μεταξύ τους. «Τίποτα δεν συμβαίνει, είμαστε απλά…», λέει κομπιάζοντας εκείνη, και πριν καλά-καλά ολοκληρώσει την πρόταση («είμαστε απλά φίλοι»), ο Τομ την διακόπτει λέγοντας «Δεν φέρεσαι έτσι σε έναν φίλο σου. Φιλιά στο φωτοτυπικό, πιασμένοι χεράκι-χεράκι στο ΙΚΕΑ, σεξ στη ντουζιέρα. Έλα τώρα, α*****α φίλοι είμαστε». Η απάντησή της; «Μου αρέσεις, Τομ. Απλά δεν θέλω σχέση». Εκείνος νευριάζει και φεύγει από το σπίτι.

Φτάνει στο σπίτι του. Μια μελαγχολική μελωδία ακούγεται από πίσω. Προσπαθεί να κοιμηθεί. Και οι δύο προσπαθούν. Δεν μπορούν. Σκέφτονται. Σκέφτονται διάφορα. Μέχρι που χτυπάει το κουδούνι του Τομ. Είναι η Σάμερ. Έρχεται να ζητήσει συγγνώμη. «Δεν χρειάζεται να βάλουμε ταμπέλες, το καταλαβαίνω, απλά χρειάζομαι κάποια συνέπεια. Ότι κανείς απ’ τους δυο μας δε θα ξυπνήσει το πρωί και θα νιώθει διαφορετικά», της λέει. Τον ακούει προσεκτικά, τον αγκαλιάζει και μετά τον φιλάει. Η νύχτα είχε θετική κατάληξη και για τους δύο.

Το επόμενο πρωινό, τους βρίσκει αγκαλιασμένους στο κρεβάτι και ο Τομ ζητά από τη Σάμερ να του πει για τις προηγούμενες σχέσεις της. Το σημαντικό στη συγκεκριμένη σκηνή, είναι η ατάκα της στο τέλος. «Τι γινόταν όταν τελείωνε;», ρωτάει ο Τομ, κι εκείνη απαντάει «αυτό που γίνεται πάντα. Η ζωή», θέλοντας πιθανώς να δείξει πως, οι σχέσεις ξεκινούν και τελειώνουν, κι έτσι κυλάει η ζωή. Ο Τομ μένει να την κοιτάζει. Σίγουρα κάτι σκέφτεται από μέσα του, ενώ στην επόμενη σκηνή (έχοντας περάσει στην Ημέρα 266), βρίσκονται σ’ ένα πάρκο και διασκεδάζουν… με τον τρόπο τους. Περνούν όμορφα κι αυτό βγαίνει προς τα έξω. Για πόσο ακόμα, όμως, σκέφτεσαι…

Ημέρα 191 & Ημέρα 314: Δύο Όψεις Του Ίδιου Νομίσματος
Την 191η μέρα, πηγαίνουν σινεμά, όπου η κάμερα τους δείχνει να είναι χαρούμενοι, να γελάνε και να ζουν τη στιγμή. Ξαφνικά, η μέρα αλλάζει, αλλά η σκηνή παραμένει η ίδια. Η ταινία, μας πετάει στην 314η μέρα, όπου ο Τομ βρίσκεται πάλι στο σινεμά, αλλά αυτή τη φορά μόνος του. Είναι θλιμμένος, κι αυτό φαίνεται στο πρόσωπό του. Τα μάτια του, μαρτυρούν την πίκρα που νιώθει μέσα του. «Είναι συντετριμμένος. Περισσότερο από αυτό, είναι μόνος», λέει η αφήγηση της ταινίας που (υποτίθεται πως) βλέπει, η οποία δείχνει τον ίδιο να κρατάει ένα μπαλόνι και να περπατάει χωρίς να ξέρει που πηγαίνει. Ξαφνικά εμφανίζεται ένας κλόουν, παίρνει το μπαλόνι, το αφήνει να φύγει ψηλά προς τον ουρανό, και μετά τον χαστουκίζει. Το χαστούκι ίσως να παρομοιάζεται με το χαστούκι που δέχτηκε από τη ζωή του. Ίσως να είναι Χαστούκι Ξυπνήματος και Συνειδητοποίησης Της Πραγματικότητας.

Ημέρα 321 & Ημέρα 167: Ψυχολογικές Μεταπτώσεις
321η μέρα. Βρισκόμαστε στην εταιρεία που δουλεύει ο Τομ, και πιο συγκεκριμένα στο γραφείο του Βανς, του αφεντικού του. Τον ρωτάει αν έχει συμβεί τίποτα στη ζωή του γιατί η απόδοσή του στη δουλειά έχει πέσει. Η πτώση της ψυχολογικής του κατάστασης, έχει επηρεάσει και τις ευχετήριες κάρτες που γράφει, γι’ αυτό ο Βανς του προτείνει να διοχετεύσει τις δυνάμεις του σε κάρτες σχετικά με την απώλεια πίστης, τον πόνο, τη δυστυχία. Τα λόγια αλλά και η κίνηση του Βανς, συνάδουν με την κατάσταση στην οποία βρίσκεται στην παρούσα φάση ο Τομ, και καθώς βγαίνει από το γραφείο του, κοιτάζει μια ευχετήρια κάρτα που γράφει στο εξώφυλλο «I Love Us». Αυτή λοιπόν, η σκηνή-κάρτα, μας μεταφέρει στην 167η μέρα (τότε που το πρόσωπό του έλαμπε από ευτυχία), εκεί όπου ο Τομ βοηθούσε με φράσεις όπως «Παντρέψου με» και «Μας αγαπάω» διάφορες οικογένειες να οργανώσουν εκδηλώσεις και να φτιάξουν ευχετήριες κάρτες. Αυτό που διαφαίνεται από τη σκηνή, είναι το εύθυμο κλίμα που επικρατεί και η πέρα για πέρα θετική διάθεση που επικρατεί στην καρδιά του Τομ – ιδίως όταν η Σάμερ τον κοιτάζει και του χαμογελάει γλυκά. Οι λεγόμενες Αγνές Μέρες.

Ημέρα 322: Μισώ Τη Σάμερ
Μισώ τη Σάμερ. Μισώ τα στραβά δόντια της, το κούρεμά της, τα εξογκωμένα γόνατά της και μισώ την κηλίδα, σε σχήμα κατσαρίδας, στο λαιμό της. Μισό τον τρόπο που πλαταγίζει τα χείλη της πριν μιλήσει και μισώ τον ήχο του γέλιου της.

Η 322η μέρα μοιάζει με την 154η. Μόνο που χρησιμοποιεί διαφορετικό ρήμα. Όλα αυτά που αγαπούσε και λάτρευε για εκείνη, τώρα τα μισεί. Πως αλλάζουν τα πράγματα… Δεν είναι σε καλή ψυχολογική κατάσταση. Την σκέφτεται συνεχώς, και το μισεί αυτό.

Ημέρα 345: Ανώφελες Προσπάθειες Ανύψωσης Ηθικού

Ο Τομ βρίσκεται σε μια περίεργη περίοδο της ζωής του. Προσπαθεί να ξεχαστεί κάνοντας άλλα πράγματα. Την 345ή μέρα, ο Τομ βγαίνει ραντεβού με την Άλισον, μια κοπέλα στην οποία μίλησαν ο Πολ και η γυναίκα του, ώστε να εμφανιστεί στη ζωή του και να προσπαθήσει κάπως να της βάλει χρώμα. Φευ! Καθώς εκείνη μιλάει, ο Τομ την διακόπτει και της λέει ότι ναι, κοίτα, είσαι πολύ καλή κοπέλα, φαίνεσαι πολύ γλυκιά, αλλά όλο αυτό (που ενδεχομένως θες) δεν θα οδηγήσει πουθενά.

Καθίσανε σ’ ένα μαγαζί και ο Τομ άρχισε να της μιλάει για τη Σάμερ. Της εξομολογείται ότι είναι μπερδεμένος. «Από τη μια θέλω να την ξεχάσω και απ’ την άλλη, ξέρω ότι είναι το μόνο άτομο σε όλο το σύμπαν που θα με κάνει ευτυχισμένο», της λέει και συνεχίζει «αν φέρεις στο μυαλό σου όλες τις στιγμές που έζησες με κάποιον ξανά και ξανά, και ψάξεις για τα πρώτα αρνητικά σημάδια, δύο είναι οι πιθανότητες: ή είναι μια σατανική, αναίσθητη, άθλια ανθρώπινη ύπαρξη ή είναι ρομπότ», σε ένα μίνι συναισθηματικό ξέσπασμα.

(Να ανοίξω μια παρένθεση κάπου εδώ και ν’ αναφέρω πως, από δω και πέρα (και πάντα σύμφωνα με τη σειρά που ακολουθείται στην ταινία), η τεχνική του Back And Forth, διακόπτεται. Τι εννοώ. Ότι από την Ημέρα 402 (που ακολουθεί παρακάτω) κι έπειτα, μπαίνουμε σε ένα συγκεκριμένο συναισθηματικό κλίμα για τον Τομ, ο οποίος μαθαίνει διάφορα πράγματα που επηρεάζουν αρκετά την καθημερινότητά του. Από εκείνη την ημέρα λοιπόν και μετά, η ταινία δεν θα επιστρέφει σε προηγούμενες μέρες του ημερολογίου, δεν θα έχουμε πια δηλαδή μπρος πίσω συνέχεια στις μέρες – απλά η πορεία της ταινίας θα πηγαίνει μόνο μπροστά, σε συγκεκριμένες-σημαδιακές μέρες που θα καθορίσουν την έκβαση της κατάστασης. Ας κλείσει κάπου εδώ η παρένθεση).

Ημέρα 402: Η (Τυχαία) Συνάντηση Στο Τρένο, Ο Χορός και Τα Γλυκά Χαμόγελα
Η Μίλι παντρεύεται κι ο Τομ επιβιβάζεται στο τρένο για να παρευρεθεί στον γάμο. Ψάχνει τον Μακένζι αλλά δεν τον βρίσκει. Του τηλεφωνεί και μαθαίνει πως δεν θα έρθει. Ωραία, άρα ο Τομ πάει σε έναν γάμο στον οποίο θα γνωρίζει το μάξιμουμ δύο-τρία άτομα. Καθώς προχωράει στον διάδρομο του τρένου και ψάχνει θέση να καθίσει, συμβαίνει αυτό που φανταζόμαστε όλοι. Καθώς περπατάει, την βλέπει, και κατευθείαν τρέχει να κάτσει γρήγορα σε μια θέση. Κάθεται αλλά θέλει να σιγουρευτεί ότι είναι εκείνη – ή πάλι, να θέλει να τον προσέξει εκείνη. Γι’ αυτό, κάνει μια κίνηση προς τα δεξιά του, τη βλέπει, η Σάμερ στρέφει το βλέμμα της προς τη θέση που καθόταν ο Τομ, τον βλέπει και κατευθείαν έρχεται προς το μέρος του. Ο Τομ δείχνει αγχωμένος. Κάνει γρήγορες και σπασμωδικές κινήσεις. Φτάνει η Σάμερ και προσπαθεί να είναι χαλαρός, να δείχνει ότι δεν τον νοιάζει πια – εμάς πάντως, δεν μας έπεισε. Σημειωτέο δε, το πώς χαμογελάει η Σάμερ όταν βλέπει το βιβλίο «Η Αρχιτεκτονική Της Ευτυχίας» που κρατάει στα χέρια του ο Τομ – θα χρησιμεύσει λίγο αργότερα στην ταινία.

Του προτείνει να πιουν καφέ, κι αυτός δεν αρνείται. Ευκαιρία είναι να μιλήσουν για τις ζωές τους λίγο. Κι έτσι γίνεται. Το «Sweet Disposition» (που ακούγεται για δεύτερη φορά στην ταινία) ντύνει μοναδικά τη σκηνή με τους δύο να κάθονται και να μιλάνε. Μιλούν ασταμάτητα. Μιλούν πιθανώς για τις ζωές τους, για το πώς κύλησε η καθημερινότητά τους τον τελευταίο καιρό. Προσπαθείς να τους ψυχολογήσεις – περισσότερο εκείνη. Τα βλέμματα, η εκφραστικότητα του σώματος, τα χαμόγελα. Φαίνονται να απολαμβάνουν ο ένας την παρέα του άλλου. Υπάρχει όμως, κάτι άλλο, πέρα από αυτό; Για την ώρα, μένεις με την απορία.

Έρχεται η ώρα του γάμου. Ο Τομ έχει φτάσει ενώ μόλις βλέπει την (εκθαμβωτική) Σάμερ, μένει άναυδος και την κοιτάζει με αυτό το… γνωστό του βλέμμα. Η Μίλι φιλάει τον άντρα της, τα χειροκροτήματα συνοδεύουν τη γλυκιά αυτή στιγμή, ο ήλιος δύει σιγά-σιγά και όλα είναι έτοιμα για τη συνέχεια. Εκεί, ο Τομ και η Σάμερ περιγράφουν τις αστείες καταστάσεις που θυμούνται από τις στιγμές που κοιμούνταν στο ίδιο κρεβάτι, ενώ αργότερα, πίνουν τα σφηνάκια τους και ο Τομ της ζητάει να χορέψουν. Εκείνη το αποδέχεται και του λέει πως σκοπεύει να οργανώσει ένα πάρτι που θα κάνει στην ταράτσα του σπιτιού της, στο οποίο μάλιστα τον προσκαλεί, και από τον τρόπο με τον οποίο το κάνει αυτό, φαίνεται σαν να θέλει και εκείνη να βρίσκεται στο πάρτι ο Τομ. Α, κι επίσης, ξέχασα να αναφέρω πως η ανθοδέσμη που πετάει η Μίλι, καταλήγει στα χέρια της Σάμερ. Το ιδιαίτερο στη σκηνή αυτή, είναι το βλέμμα του Τομ, ο οποίος (ψιλο)χαμογελάει διστακτικά. Τι να σκέφτεται πάλι, άραγε…

Έρχεται η ώρα του γυρισμού. Ο Τομ κάθεται δίπλα στη Σάμερ η οποία, καθώς κοιμάται, γέρνει το κεφάλι της προς τον ώμο του Τομ, κάνοντάς τον να αισθανθεί μέσα του μια εκπληκτική χαλαρότητα – έλα Τομ, πες μας, δεν είναι πανέμορφη όταν κοιμάται; Είναι τόσο όμορφη και γλυκιά αυτή η στιγμή που το μεγαλείο των συναισθημάτων του, διαφαίνεται στο υπέρλαμπρο πρόσωπό του. Μαζί με το πρόσωπό του όμως, έλαμπε και η ψυχή του. Έστω και για μια στιγμή. Τίποτα όμως, δεν προμήνυε αυτό που θα ακολουθούσε.

Στη σκηνή μεταξύ του πάρτι της Μίλι και αυτού της Σάμερ, παρεμβάλλονται οι Πολ, Μακένζι και Βανς, οι οποίοι μιλούν σχετικά με την Αγάπη. Τι σημαίνει γι’ αυτούς και πώς μπήκε στη ζωή τους. Στο τέλος, έρχεται η σειρά του Τομ να πει κι αυτός κάτι. Ο Τομ κοιτάζει προς την κάμερα, πασχίζει να σκεφτεί κάτι, αλλά τζίφος. Δεν λέει τίποτα.

Ημέρα 408: Προσδοκίες Εναντίον Πραγματικότητας
[Ο Τομ πήγε στο διαμέρισμά της, μεθυσμένος από την προοπτική της βραδιάς. Πίστευε ότι αυτή τη φορά, οι προσδοκίες του θα ευθυγραμμίζονταν με την πραγματικότητα.]

Ο Τομ φτάνει στο σπίτι της. Χτυπάει το κουδούνι, ανεβαίνει τις σκάλες. Παραδόξως, έχει ένα καλό προαίσθημα γενικά. Που να ήξερε… Καθώς στέκεται στην πόρτα, η κάμερα «σπάει» στα δύο, έχοντας από αριστερά τι προσδοκούσε να συμβεί και στα δεξιά τι πραγματικά συνέβη εκείνη τη βραδιά. Ας τα βάλουμε λίγο κάτω, να δούμε τι έχουμε και πόσο διαφορετικές είναι τελικά οι προσδοκίες του από την πραγματικότητα.
 

 

Ημέρες 440-442: Ξυπνητήρια, Ουίσκι και Συναισθηματικά Ξεσπάσματα
Ο Τομ δεν διάγει και τις καλύτερες μέρες του. Το ξυπνητήρι χτυπάει σε καθημερινή βάση στις 07:00. Το ξεκίνημα της 441ης μέρας, τον βρίσκει να παίρνει ουίσκι από το σουπερμάρκετ (φορώντας… πιτζάμες) και να πηγαίνει σπίτι του, ενώ την 442η, όταν χτυπάει το ξυπνητήρι, ο Τομ ήταν ήδη ξύπνιος. Κάποιος μάλλον δεν κοιμήθηκε όλο το βράδυ.

Πηγαίνει στη δουλειά φορώντας μαύρα γυαλιά, για να κρύψει τους μαύρους κύκλους. Είναι ημέρα Πέμπτη, οπότε μαζεύονται όλοι μαζί σε μια αίθουσα για να παρακολουθήσουν ορισμένα έργα συναδέλφων. Ο Τομ λοιπόν, θες λόγω… μέθης, θες λόγω δυστυχίας, ενισχύει τον πόνο της ψυχής του και βγάζει όλα του τα εσώψυχα σε ένα αρκετά έντονο συναισθηματικό ξέσπασμα.

Καθώς μιλάει, ορισμένοι προσπαθούν να παρέμβουν για να τον σταματήσουν αλλά ο Τομ θέλει να πει τη γνώμη του, θέλει να περάσει το μήνυμά του. Τίποτα δε θα τον σταματούσε. Μία σκηνή γεμάτη απογοήτευση, μια απογοήτευση που έχει εισπράξει η καρδιά του Τομ από τη Σάμερ, από όπου πηγάζει και όλο αυτό το έντονα φορτισμένο ξέσπασμα. Οι… σπόντες στη συγκεκριμένη σκηνή, είναι πολλές και μαζεμένες. Οι σπόντες, ο πόνος, ο κόμπος στο στομάχι. Στο τέλος του ξεσπάσματος δηλώνει παραίτηση. Από τη δουλειά ή από τη ζωή, αναρωτιέσαι εσύ.

«Είμαστε ψεύτες. Για σκεφτείτε, γιατί αγοράζει ο κόσμος τέτοια πράγματα; Όχι γιατί θέλουν να πουν πως αισθάνονται. Αγοράζουν κάρτες γιατί δεν μπορούν να πουν πώς αισθάνονται ή φοβούνται. Εμείς παρέχουμε την υπηρεσία και τους τα δίνουμε έτοιμα. Ξέρετε κάτι; Εγώ λέω να πάει στο διάολο. Ας τους μιλήσουμε ξεκάθαρα. Τουλάχιστον να τους αφήσουμε να μιλήσουν από μόνοι τους. (…) Αγάπη. Τι σημαίνει Αγάπη; Εσύ ξέρεις; Εσύ; Κανείς; Αν μου έδινε κάποια αυτή την κάρτα, κ. Βανς, θα την πετούσα. Οι κάρτες, οι ταινίες, τα τραγούδια, φταίνε για τα ψέματα, για το μαράζι, για όλα. Εμείς είμαστε υπεύθυνοι. Κι εγώ είμαι υπεύθυνος. Νομίζω ότι κάνουμε κάτι κακό εδώ. Οι άνθρωποι πρέπει να μπορούν να λένε πώς νιώθουν. Πώς αισθάνονται πραγματικά, όχι λέξεις που βάζουν στο στόμα τους κάποιοι ξένοι. Λέξεις όπως… Αγάπη. Που δεν σημαίνουν τίποτα. Συγγνώμη, χίλια συγγνώμη. Παραιτούμαι. Αρκετές μπούρδες υπάρχουν στον κόσμο και χωρίς τη βοήθειά μου».

Ημέρα 450: Η Μελαγχολία στα (υπέροχα) μάτια σου
Ο Τομ βρίσκεται στην προπόνηση της αδερφής του, η οποία μας χαρίζει ακόμα μία σπουδαία γραμμή/ατάκα, «Ξέρω πως νομίζεις ότι αυτή ήταν η μία και μοναδική, εγώ, όμως, όχι. Νομίζω ότι θυμάσαι μόνο τα καλά. Την επόμενη φορά που θα ανατρέξεις στο παρελθόν, νομίζω ότι πρέπει να κοιτάξεις ξανά», του λέει και όλες οι στιγμές του με τη Σάμερ (τόσο οι όμορφες όσο και οι άσχημες) περνούν μπροστά από τα μάτια του.

Στην επόμενη σκηνή, και καθώς παίζει από πίσω ένα από τα πιο καταθλιπτικά και μελαγχολικά τραγούδια που έχω ακούσει, το «Bookends» των Belle & Sebastian, ο Τομ και η Σάμερ πηγαίνουν (για ακόμη μια φορά) σινεμά και βλέπουν την ταινία το «Ο Πρωτάρης». Η Σάμερ ξεσπάει σε κλάματα. Ο Τομ δεν αντέχει να την βλέπει έτσι. Στη συνέχεια βρίσκονται στο γνωστό βίντεο κλαμπ, όπου ο Τομ προσπαθεί να… φτιάξει λίγο το κλίμα μεταξύ τους, αλλά η Σάμερ παραμένει αδιάφορη σε σημεία αηδίας. Χαρακτηριστική η σκηνή που ο Τομ της δείχνει τον αγαπημένο της Ringo Starr κι εκείνη το μόνο που κάνει, είναι να του χαρίσει ένα πολύ μικρό και αμήχανο χαμόγελο. Αυτό ήταν όλο. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά στιγμές αργότερα, όταν ο Τομ πάει να της κρατήσει το χέρι, εκείνη απομακρύνεται και προχωράει μπροστά μόνη της. Το βλέμμα γεμάτο απόγνωση του Τομ, τα λέει όλα.

Κι όπως βγαίνουν από το βίντεο κλαμπ, συζητούν για το τι θα κάνουν. Η Σάμερ προτείνει να μην κάνουν τίποτα γιατί είναι κουρασμένη. Εδώ οφείλω να παρατηρήσω το εξής: όση ώρα της μιλάει ο Τομ, εκείνη συνεχώς κοιτάζει κάτω. Νιώθεις την παγωμάρα που επικρατεί στη σκηνή, και ενδεχομένως να νιώθεις και την παγωμάρα που επικρατεί και στην ψυχή της. Το βλέμμα της, τα θλιμμένα, ψυχρά και κενά μάτια της, το φιλί στο μάγουλο(!)… Όλα υποδεικνύουν κάτι, όλα σημαίνουν κάτι. Ίσως… το τέλος.

Ημέρα 456-476: Βγες Έξω, Εργάσου, Διάβασε, Ανακάλυψε τον Εαυτό σου (Τρόποι Για Να Ξεχαστείς)
Έξι μέρες έχουν περάσει από την τελευταία φορά που ο Τομ βρέθηκε/επικοινώνησε με τη Σάμερ. Η ταινία... μαζεύει τις ημέρες 456-476 σε μια ενιαία περίοδο, κατά την οποία ο Τομ  αποφασίζει ότι, ξέρεις τι, δεν πάει άλλο, κάτι πρέπει να κάνω, να δουλέψω, να ασχοληθώ με την Τέχνη μου, να φανώ χρήσιμος σε κάτι, να κάνω τα πάντα για να ξεχαστώ, τα πάντα για να μην τη σκέφτομαι.

Ρίχνεται, λοιπόν, με τα μούτρα στη δουλειά. Αρχίζει να οργανώνει τη ζωή του. Διαβάζει βιβλία σχετικά με την Αρχιτεκτονική, σχεδιάζει κτήρια στο σπίτι του, εργάζεται πυρετωδώς. Φαίνεται να διψάει για δουλειά. Κι ενώ εκείνος προσπαθεί να… επανεκκινήσει τη ζωή του, η οθόνη «σπάει» στα δύο και μας δείχνει αριστερά τον Τομ να επιβιβάζεται σ’ ένα λεωφορείο και στα δεξιά… oh, well, τη Σάμερ να προβάρει χαμογελαστή το νυφικό της, και λίγο αργότερα… να φιλάει τον γαμπρό.

Ημέρα 488: Το Υπέρτατο Μεγαλείο Ψυχής του ‘Πραγματικά Ελπίζω Να Είσαι Ευτυχισμένη’
Όλα οδηγούν, μοιραία, σ’ αυτή τη μέρα, σ’ αυτή τη σκηνή. Μια σκηνή που είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου, ότι θα ανέλυα μέχρι τελικής πτώσης, ότι θα την έπιανα και θα την… ξεπουπούλιαζα. Κι αυτό διότι, εδώ έχουμε, ίσως, την πιο έντονη συναισθηματικά σκηνή όλης της ταινίας. Μια σκηνή η οποία έρχεται να δώσει φως στην υπόθεση της κατάστασης, έρχεται να λύσει ορισμένες απορίες ή ακόμα και να… περιπλέξει (περαιτέρω) τη γνώμη μας για το άτομο της Σάμερ. Μεγάλη μέρα, λοιπόν, η 488η για τον Τομ. Μαθαίνει αρκετά πράγματα, αισθάνεται τον πόνο και την αδικία στο πετσί του. Η 488η μέρα είναι ίσως η μεγαλύτερη, η σπουδαιότερη ως τώρα, γιατί αυτή η μέρα, έχει να του διδάξει πολλά πράγματα. Η μεγαλύτερη μέρα για τον Τομ λοιπόν… μέχρι την επόμενη. Ξεκινάμε την εξονυχιστική ανάλυση.

Άλλη μια μέρα ξεκινά για τον Τομ. Μετά από τις εξαντλητικές εργασίες με τις οποίες ασχολούταν, ώστε να ξεχαστεί εντελώς από την πληγή που αποκόμισε από τη Σάμερ, αποφασίζει να βγει επιτέλους από το σπίτι. Να βγει να ξεσκάσει λίγο. Πάει στο Αγαπημένο Σημείο Της Πόλης. Αλλά δεν είναι μόνος του εκεί. Μόλις πάει και κάθεται στο παγκάκι, ακούει μια οικεία γυναικεία φωνή να προσφωνεί το όνομά του. Ήταν η Σάμερ. Η Σάμερ την οποία πάσχιζε τόσο πολύ να αποφύγει, είναι εκεί, σ’ ένα από τα παγκάκια πιο πάνω. «Φαντάστηκα ότι θα σε έβλεπα εδώ. Πάντα μου άρεσε αυτό το μέρος από τότε που με έφερες», του λέει. Εκείνος το προσπερνάει, πετώντας την σποντούλα του για τον γάμο της «υποθέτω ότι πρέπει να σε συγχαρώ», με τη Σάμερ να απαντάει κατευθείαν «μόνο αν το εννοείς». Η κυρία Σάμερ δεν παίζει μόνο με τον πόνο του Τομ αλλά και τον δικό μας. Τέλος πάντων. Συνεχίζουμε. Και καθώς πηγαίνει να καθίσει δίπλα του, τον ρωτάει αν είναι καλά, κι εκείνος σκέφτεται ναι, ξέρεις τώρα, όχι δεν είμαι καλά, δεν είμαι καθόλου καλά τώρα που βλέπω τα πανέμορφα μάτια σου μετά από τόσες μέρες και με πιάνει πάλι αυτό το τρέμουλο στην καρδιά. Αυτά σκέφτεται αλλά της λέει ότι κάποια στιγμή θα γίνει καλά, με την έννοια ότι δεν μπορεί να κάνει και αλλιώς.

Έρχεται δίπλα του και αρχίζουν να μιλάνε για τις ζωές τους. Ο Τομ έχει παραιτηθεί από τη δουλειά του, η Σάμερ παντρεύτηκε. Πολλαπλές εναλλαγές συναισθημάτων, πολλαπλές μαχαιριές στην καρδιά. Το αμήχανο χαμόγελο του Τομ, μόλις συνειδητοποιεί κι εκείνος ότι η Σάμερ είναι πλέον παντρεμένη, εξαφανίζεται. Κι εδώ αρχίζουν τα ωραία. «Έπρεπε να μου το είχες πει, τότε, στον γάμο. Υπήρχε στη ζωή σου. Γιατί χόρεψες μαζί μου;», της λέει, για να πάρει την… πληρωμένη απάντηση «γιατί το ήθελα»! «Κάνεις απλά ό,τι θέλεις, έτσι;», συνεχίζει ο Τομ με τη Σάμερ να στρέφει το βλέμμα της αλλού.

Ο Τομ όμως, δεν σταματάει εκεί. Το πάει και παραπέρα το θέμα. «Δεν ήθελες να είσαι το κορίτσι κανενός και τώρα είσαι η σύζυγος κάποιου. Δε νομίζω ότι θα το καταλάβω ποτέ αυτό». Τότε είναι που η Σάμερ ξεστομίζει κάτι τόσο ψυχρό, τόσο μεγάλο που έχει ανυπολόγιστες συνέπειες στην ψυχή του Τομ. «Απλά συνέβη. Απλά ξύπνησα μια μέρα και ήξερα. Ήξερα αυτό που δεν ένιωσα ποτέ μαζί σου». Φύγαν όλα. Εδώ, σ’ αυτήν ακριβώς τη στιγμή, είναι που ο Τομ αγγίζει και επίσημα ψυχολογικό πάτο. Ακούει τι του λέει και την κοιτάζει με ένα βλέμμα παγωμάρας, με ένα βλέμμα απογοήτευσης, στενοχώριας και ανείπωτης πίκρας. «Ξέρεις τι πονάει περισσότερο; Να συνειδητοποιείς ότι όλα όσα πιστεύεις είναι τελείως βλακείες. Πεπρωμένο, αδελφές ψυχές, αληθινή αγάπη και όλα αυτά τα παιδικά παραμύθια», της λέει. Ο Τομ είναι στην πιο δεινή θέση που έχει βρεθεί καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας. Νιώθει ένα ρομαντικό σκουπίδι. Προσπαθεί να δικαιολογήσει τον εαυτό του, προσπαθεί να καταλάβει τι του έχει συμβεί, να καταλάβει γιατί του τα έκανε όλα αυτά η Σάμερ.

Στην εξέλιξη αυτής της τόσο… όμορφης συζήτησης, η Σάμερ του λέει, μέσες άκρες, ότι ναι, δεν ξέρω γιατί χαμογελάω ακριβώς αλλά μια μέρα καθόμουν σ’ ένα εστιατόριο και διάβαζα Ντόριαν Γκρέι και τότε, ξαφνικά, εμφανίζεται στη ζωή μου ένας υπέροχος άντρας που με ρωτάει γι’ αυτό (το βιβλίο), και τώρα αυτός ο υπέροχος άντρας, είναι ο άντρας μου, ήταν γραφτό να γίνει έτσι. Ο Τομ την παρακολουθεί παγωμένος, χωρίς να ξέρει πώς να αντιδράσει και τι να πει. Και έρχεται μετά και το τελειωτικό χτύπημα. «Απλά δεν ήμουν εγώ η κατάλληλη για σένα» του λέει. Φύγαν όλα, ξανά, ενώ ο Τομ την κοιτάζει με ένα βλέμμα του τύπου άστο, δεν καταλαβαίνεις τίποτα, ποτέ δεν κατάλαβες πώς ένιωσα για σένα.

Η κάμερα «ανοίγει», και τους δείχνει από την πίσω πλευρά. Ο Τομ δίπλα στη Σάμερ, η Σάμερ δίπλα στον Τομ. Στο Αγαπημένο Μέρος του Τομ, σ’ εκείνο το παγκάκι όπου της είχε σχεδιάσει κτήρια στο χέρι της, σ’ εκείνο το παγκάκι όπου ζούσαν όμορφες και ανέμελες στιγμές. Ώσπου… η Πραγματικότητα ήρθε να κατασπαράξει εντελώς τα όνειρα και τις φιλοδοξίες του Τομ. Η Σάμερ του αγγίζει το χέρι, ο Τομ την κοιτάζει. Την κοιτάζει συνέχεια. Δεν μπορεί να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Έχει κάτι το υποβλητικό, ακόμα και τώρα. Τώρα που κάθε της βλέμμα, κάθε της άγγιγμα, κάθε της λέξη, σπρώχνει πιο βαθιά το μαχαίρι στην πληγή. Τα μάτια του Τομ, καθώς διεισδύουν σε αυτά της Σάμερ – παρατήρησε εδώ την αδιανόητα τρομερή κενότητα στα μάτια της – έχουν βυθιστεί στην απέραντη θλίψη. Δεν εστιάζει στα μάτια, μα στην ψυχή. Απ’ την άλλη, η Σάμερ κοιτάζει το άπειρο. Ποιος ξέρει τι να σκέφτεται από μέσα της. Ίσως τον σύζυγο, ότι έχουν κανονίσει να πάνε… σινεμά.

Φτάνει η ώρα του αποχαιρετισμού. «Πρέπει να φύγω, αλλά χαίρομαι πολύ που τα πας καλά», του λέει, σηκώνεται και περπατάει, αλλά πριν προλάβει να χαθεί από τη σκηνή, έρχεται μια από τις πιο ωραίες, από τις πιο γεμάτες, από τις πιο βαρβάτες ατάκες/γραμμές της ταινίας, από τα πιο όμορφα και αγνά λόγια που θα μπορούσε κανείς να πει σ’ αυτή την κατάσταση. «Πραγματικά ελπίζω να είσαι ευτυχισμένη», της φωνάζει. Εκείνη του χαμογελάει γλυκά και φεύγει από τη σκηνή (κι από τη ζωή του), κι εγώ νιώθω έναν κόμπο να δημιουργείται στον λαιμό, στο στομάχι, στην καρδιά. Νιώθω να γίνονται μέσα μου εκρήξεις συναισθημάτων. Νιώθω πως αυτό είναι ένα τέλος.

Μέσα σ’ αυτή τη φράση, ανάμεσα στις λέξεις και πίσω από αυτές, κρύβεται ένα μοναδικό, ένα ανεπανάληπτο, ένα υπέρτατο μεγαλείο ψυχής που φανερώνει ο Τομ – πρώτα προς τον εαυτό του, και μετά προς τη Σάμερ. Εδώ, ουσιαστικά, μιλάμε για μια πράξη μεταμέλειας εαυτού, με την έννοια ότι βελτιώνει/αποκαθιστά την κατάσταση μεταξύ τους, κι αυτό με τη σειρά του, βοηθάει τον ίδιο να αποδεχτεί το γεγονός, και να ζήσει πιο ήρεμα. Τρομερή σκηνή! Αν και εμπεριέχεται πολύς πόνος μέσα, την έχω ξεχωρίσει και την θεωρώ ως την αγαπημένη μου σκηνή της ταινίας. Αγαπημένη σκηνή υπό αρκετές έννοιες – για την «ζεστασιά» της απαλής και στενόχωρης μελωδίας πιάνου που συνοδεύει τα θλιβερά μάτια του Τομ, για την κανονικότητα που διέπει το μαγικό αυτό τοπίο (από τη μία ακούγεται το χλιαρό κελάηδισμα των πουλιών, από την άλλη η βιαιότητα της καθημερινότητας με τις κόρνες των αυτοκινήτων), για τα καταπληκτικά κοντινά και στους δύο που σε κάνει να καταλαβαίνεις τη συναισθηματική κατάσταση του καθενός. Αυτή η σκηνή, είναι βγαλμένη από τη ζωή. Αυτή η σκηνή είναι γυρισμένη με τέτοιον τρόπο, ώστε να φανερώνει κάτι πιο μεγάλο, κάτι πιο σπουδαίο από έναν απλό αποχαιρετισμό. Αυτή η σκηνή αποτελεί Μεγαλείο Ψυχής και οδηγό για τη συνέχεια.

Η Σάμερ έχει φύγει πλέον, και η σκηνή τελειώνει με τον Τομ να κάθεται στο παγκάκι και να αντικρίζει το όμορφο τοπίο με τα κτήρια. Έχει συνειδητοποιήσει κι ο ίδιος, ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που έβλεπε τη Σάμερ. Έχει συνειδητοποιήσει κι ο ίδιος, ότι όλα πλέον θα είναι διαφορετικά στη ζωή του. Και που να ήξερε τι τον περιμένει στη συνέχεια!

Ημέρα 500: Μετά το Καλοκαίρι, ακολουθεί το Φθινόπωρο
[Οι περισσότερες ημέρες του χρόνου, είναι συνηθισμένες. Αρχίζουν και τελειώνουν, χωρίς ιδιαίτερες αναμνήσεις στο ενδιάμεσο. Οι περισσότερες ημέρες δεν έχουν κανένα αντίκτυπο στην πορεία μιας ζωής. Η 23η Μαΐου ήταν ημέρα Τετάρτη.]

Ο Τομ, έχοντας αφήσει πλέον πίσω του την ιστορία με τη Σάμερ, αποφασίζει να… ζήσει ξανά. Ετοιμάζεται για μια συνέντευξη προκειμένου να αποκτήσει και μια δουλειά. Φτάνοντας λοιπόν, στο (τεράστιο) κτήριο, βρίσκεται στην αναμονή και κάθεται σε μια αναπαυτική καρέκλα. Ναι αλλά δεν είναι μόνος του ο Κύριος Τομ. Δεν είναι μόνος του διότι, καθότι φαίνεται, την θέση που επιθυμεί εκείνος, την διεκδικεί και άλλη μια Κυρία (Δεσποινίδα, ας πω καλύτερα), της οποίας το όνομα θα αποκαλυφθεί στο τέλος.

Αρχίζουν να συζητάνε για τη δουλειά και ο Τομ απευθείας της κάνει ξεκάθαρο πως εκείνος θέλει να πάρει τη θέση. Η συζήτηση χαλαρώνει αρκετά όταν η Δεσποινίδα τον ρωτάει αν τον έχει ξαναδεί κάπου. Ο Τομ, με απόλυτη φυσικότητα, απαντάει πως όχι, δε νομίζω, θα είχα προσέξει ένα τόσο όμορφο πλάσμα σαν κι εσένα – εντάξει, δεν το είπε έτσι ακριβώς αλλά το βλέμμα του ίσως αυτό να υποδήλωνε. Και μετά του ρίχνει τη βόμβα. «Μήπως πηγαίνεις στο Angela’s Plaza;», τον ρωτάει, κι εκείνος, δείχνοντας σαφώς εκστασιασμένος που κάποιος εκτιμούσε την ομορφιά αυτού του μέρους, γέρνει μπροστά το κορμί του και δείχνει θερμός να συζητήσει. «Νομίζω ότι σε έχω δει εκεί», του λέει, και στη συνέχεια πετάει μια… σπόντα (όχι για εκείνη, αλλά για εκείνον) που βάζει τον Τομ, μαζί κι εμάς, να σκεφτούμε. «Μάλλον δεν θα κοιτούσες» του λέει, και ο Τομ την κοιτάζει συνεχώς για να θυμηθεί αν την γνωρίζει. Την κοιτάζει με βλέμμα αινιγματικό και σκέφτεται. Σκέφτεται διάφορα.

[Αν είχε μάθει κάτι ο Τομ, ήταν ότι δεν μπορείς να αποδώσεις τη μεγάλη κοσμική σημαντικότητα σε ένα απλό γήινο γεγονός. Σύμπτωση. Αυτό είναι όλα. Τίποτα παραπάνω από σύμπτωση. Ο Τομ είχε μάθει, τελικά, ότι δεν υπάρχουν θαύματα. Δεν υπάρχει πεπρωμένο. Τίποτα δεν είναι γραφτό. Τώρα το ήξερε, ήταν σίγουρος. Ήταν πολύ σίγουρος.]

Ο Τομ οδεύει προς το γραφείο για την συνέντευξη αλλά ξαφνικά σταματάει. Σταματάει και γυρνάει πίσω. Θέλει να πει κάτι στη Δεσποινίδα. Θέλει μωρέ ο γλυκούλης να πάνε για κανένα καφέ, να γνωριστούν κιόλας. Στην αρχή λέει πως πρέπει να πάει κάπου πιο μετά, κι έτσι ο Τομ, σκυθρωπός όντας, οδεύει ξανά προς τη συνέντευξη. Οδεύει όμως; Γιατί η Δεσποινίδα, κάθισε μάλλον και το επεξεργάστηκε στο μυαλό της, και αποφάσισε πως αυτό που είχε να κάνει δεν είναι (μάλλον) πιο σημαντικό από έναν καφέ με τον Τομ. Έτσι, η Δεσποινίδα φωνάζει ένα «Βέβαια», κάτι που κάνει τον Τομ να τρέξει (ξανά) πίσω, και να κανονίζουν που θα βρεθούν μετά το τέλος της συνέντευξης.

Μέχρι εκείνο το σημείο, να τονίσουμε ότι, δεν είχαν γνωριστεί μεταξύ τους. Εμείς γνωρίζαμε ότι εκείνο το όμορφο παλικάρι με το περιποιημένο του πουκαμισάκι, λεγόταν Τομ. Η Δεσποινίδα, όμως; Πώς την έλεγαν; Στιγμές πριν εκπνεύσει η ταινία, συστήνονται. Και το όνομα εκείνης είναι… Autumn (Φθινόπωρο). Autumn – Summer, Καλοκαίρι – Φθινόπωρο. Δες πίσω από τις λέξεις. Δες τα μεγαλειώδη λογοπαίγνια που εμφανίζονται μπροστά στα μάτια σου. Δες τα! Μόλις το μαθαίνει λοιπόν ο Τομ, κοιτάζει προς την κάμερα και είναι σαν να λέει, δες ρε παιδί μου τι παιχνίδια παίζει αυτή η ζωή, σαν να μου το… χρωστούσε ένα πράγμα.

Ο Τομ κοιτάζει την κάμερα, το 500 γίνεται 1, ο ήλιος ανατέλλει ξανά, τα αποξηραμένα δέντρα αποκτούν και πάλι πνοή, ο ουρανός αποκτά χρώμα, τα πουλιά κάνουν την εμφάνισή τους και ο Τομ κάνει επανεκκίνηση στη ζωή του. Όλα αυτά καθώς παίζει από πίσω το «She’s Got You High» των Mumm-Ra.

Όταν μια ταινία γιγαντώνει τις σκέψεις σου (Απόπειρα Καταγραφής Συναισθημάτων)
Και πώς κλείνουν τώρα ένα τέτοιο κείμενο, μου λες; Εδώ μάλλον είναι το σημείο που είθισται να εκφράσω τη γεύση που μου άφησε η ταινία, σωστά; Ναι, κάπως έτσι γίνεται συνήθως. Τι μένει να πω έχοντας φτάσει πια στο τέλος του δρόμου; Η γεύση, γλυκόπικρη. Τα συναισθήματα, ανάμεικτα.

Έχοντας δει την ταινία (κυριολεκτικά) πάνω από 20 φορές, έχω παρατηρήσει μια σπουδαία πρόοδο στην ροή της σκέψης μου και της κατανόησης των πρωταγωνιστών. Όπως ήταν απολύτως φυσιολογικό, τις πρώτες φορές ξεσπάθωνα, έβγαζα όλο μου το… άχτι στη Σάμερ, την έβριζα πατόκορφα, την κατηγορούσα για το ένα και για το άλλο, μα κυρίως, την κατηγορούσα για τον τρόπο που χειρίστηκε η ίδια την κατάσταση με τον Τομ. Ακόμα θυμάμαι πως ένιωθα μετά το τέλος της πρώτης προβολής του 500. Όλα εκείνα τα ψυχρά, τα θλιμμένα, τα κενά της βλέμματα, οι πράξεις και οι κινήσεις της, που (ίσως) υποδείκνυαν κάτι παραπάνω από ότι εκείνη φανέρωνε, τα πάντα μου την έδιναν στα νεύρα. Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι κάτι δεν πάει καλά με μένα. Γιατί δεν είναι του χαρακτήρα μου να μισώ ανθρώπους (τόσο στη ζωή όσο και σε ταινίες). Τη Σάμερ όμως, είχα φτάσει σε σημείο, να τη μισώ απεριόριστα.

Μετά τι συνέβη όμως; Βλέποντας την ταινία ξανά και ξανά, ξέρεις, έχεις τη δυνατότητα να προσέξεις πράγματα και καταστάσεις που δεν πρόσεχες στις αρχές. Βλέπεις την ταινία, και γνωρίζεις πώς θα εξελιχθεί η ιστορία. Γνωρίζοντας λοιπόν αυτό, έχεις τη δυνατότητα να εστιάσεις σε άλλα πράγματα – πράγματα που δεν σε είχαν απασχολήσει μέχρι τότε, πράγματα που εισβάλλουν στο μυαλό σου, και του ενεργοποιούν ορισμένες λειτουργίες, τις λεγόμενες Επιλεκτικές Λειτουργίες. Γιατί πάντα έχουμε την τάση να επιλέγουμε τι να θυμόμαστε, τι να βλέπουμε, και τι να ακούμε. Ιδίως σε μια σχέση, έχεις συνεχώς την τάση να θυμάσαι τις όμορφες στιγμές, τις οποίες ίσως και να φτάνεις στο σημείο να τις… ωραιοποιείς.

Πίσω στην ιστορία τώρα εμείς. Από μια περίοδο κι έπειτα, και κάθε επόμενη φορά που θα έβλεπα αυτή την ταινία, θα προσέγγιζα το σενάριο και την όλη υπόθεση, ολίγον τι διαφορετικά. Όχι όμως προς το άτομο της Σάμερ – η άποψή μου για εκείνη, τουλάχιστον για την ώρα, είναι η χείριστη, και δεν βλέπω να αλλάζει για κανένα λόγο. Κάθε επόμενη φορά λοιπόν που θα έβλεπα το 500, θα προσέγγιζα διαφορετικά τον Τομ. Ας εξηγηθώ.

Ο Τομ, είτε το θέλει είτε όχι, είτε το επιδιώκει είτε όχι, πέφτει στην παγίδα του έρωτα. Περνάει από σαράντα κύματα, αναπτύσσει μια παραληρητική εμμονή για ένα κορίτσι στο οποίο εναποθέτει όλες του τις ελπίδες και φαντασιώσεις. Έχει την αίσθηση ότι θα δώσει νόημα στη ζωή του, επειδή ο ίδιος δεν ενδιαφέρεται πραγματικά για τίποτε άλλο. Είναι ερωτευμένος με την ιδέα του έρωτα, όχι με την ίδια τη Σάμερ. Ας το ξαναπώ αυτό γιατί ίσως να κρύβεται και όλη η ουσία της ταινίας από πίσω. Ο Τομ λοιπόν, είναι ερωτευμένος με την ιδέα του έρωτα, και όχι με την ίδια τη Σάμερ.

Αν πάρεις την ιστορία του από την αρχή, από τη μέρα δηλαδή που τη βλέπει για πρώτη φορά στη ζωή του στο γραφείο, μπορείς να διακρίνεις ότι κάτι μέσα του αλλάζει. Ίσως μετά από εκείνη τη μέρα, να λέει στον εαυτό του «τι αιθέριο πλάσμα ήταν αυτό, είδες τα μάτια της, πόσο λαμπύριζαν μέσα στη σκοτούρα και τη μουντίλα της καθημερινότητας; Σάμερ (=Καλοκαίρι), τι όμορφο, τι αισιόδοξο όνομα. Θέλω να τη γνωρίσω, να την κάνω δική μου, δε θέλω να μου ξεφύγει, νιώθω ότι βρήκα επιτέλους αυτό που έψαχνα τόσο καιρό, νιώθω αυτό το σκίρτημα στην καρδιά για πρώτη μου φορά, τι γίνεται, τι μου συμβαίνει, χάνω τον εαυτό μου, ή είμαι ερωτευμένος;»

Ας το παραδεχτούμε όλοι (ακόμα κι αν δεν το θέλουμε πραγματικά). Αυτές θα πρέπει να ήταν πάνω-κάτω οι σκέψεις που θα κατέκλυζαν το μυαλό του. Και δυστυχώς για αυτόν, όσο περνούσαν οι μέρες, αυτές οι σκέψεις γιγαντώνονταν μέσα του, και αναπτύσσονταν με ραγδαίους ρυθμούς. Σ’ αυτό, βέβαια, συντελούσε σταδιακά και η τόσο άνετη Σάμερ, η οποία ΣΑΦΩΣ και του είχε ξεκαθαρίσει πως ναι, δεν ξέρω τι είναι αυτό που κάνουμε εμείς οι δύο, αλλά μ’ αρέσει, περνάω καλά, ζω τη στιγμή, είμαι ευτυχισμένη όμως θέλω να σου πω ότι ΔΕΝ θέλω σχέση, ΑΛΛΑ, την ίδια στιγμή, και στο σπίτι της τον κάλεσε, και τις καθημερινές τους τρέλες έκαναν πράξη, και γενικά η ίδια η Σάμερ έδινε καθημερινά στον Τομ ένα βήμα να πατήσει, ένα σημάδι, ότι ζουν και συμπεριφέρονται ως… ένα κανονικό, πραγματικό ζευγάρι. Μπορεί να μην ήθελαν ταμπέλες, αλλά στην πράξη, και αυτό που φαινόταν από τις στιγμές τους (στο δικό μου το μυαλό τουλάχιστον), έμοιαζε εκπληκτικά με μια ζωή ενός ζευγαριού. Όχι απαραίτητα με μια κανονική, τυπική περίπτωση ζευγαριού αλλά τους έβλεπες και τους χαιρόταν η ψυχή σου. Τις πρώτες μέρες αυτά όμως, τις αγνές. Τότε που όλα πήγαιναν πρίμα για τον πρωταγωνιστή μας, τότε που όλα έδειχναν ιδανικά.

Μήπως τελικά, όλο αυτό δεν ήταν τίποτα άλλο πέραν ενός απλού ενθουσιασμού, ενός απλού παρορμητισμού; Όχι τόσο για τον Τομ – εκείνος είχε δηλώσει ερωτευμένος, και όντως ήταν ερωτευμένος (ακόμα κι αν αυτό συνέβη με την ιδέα του έρωτα και όχι με την ίδια τη Σάμερ) αλλά για την κυρία Σάμερ Φιν, η οποία δεν δήλωσε ΠΟΤΕ ανοιχτά κάποια αισθήματα, δεν άνοιξε ΠΟΤΕ τα χαρτιά της σε τέτοιο βαθμό ώστε να μπορούμε να την ψυχολογήσουμε λιγάκι καλύτερα, και δεν μπήκε ΠΟΤΕ στον κόπο να μας εξηγήσει πώς και γιατί ξύπνησε μια μέρα και δεν ένιωθε απολύτως τίποτα για τον Τομ. Εντάξει, εδώ πέρα ίσως να παίζουμε λίγο και με το γεγονός ότι η ταινία είναι ξεκάθαρα γυρισμένη από την οπτική του Τομ, οπότε δεν μπορούμε να γνωρίζουμε συναισθήματα, σκέψεις και αντιδράσεις της Σάμερ σε κανένα σημείο της ταινίας.

Λέω να το κλείνω σιγά-σιγά. Ίσως και να αναμασώ τα λόγια μου εδώ και μερικές γραμμές. Ίσως και όχι. Ίσως και να έχω καταφέρει να πείσω τον εαυτό μου πως η Σάμερ ήταν ένα πολύ επίπονο μάθημα για τη συνέχεια της ζωής του Τομ. Ίσως και όχι. Ίσως και να (θέλω να) πιστεύω ακόμα ότι η Σάμερ ένιωσε κάτι πραγματικό, κάτι αληθινό για τον Τομ (κι ας πούμε ότι μετά δεν… έκατσε για διάφορους λόγους). Ίσως πάλι και όχι.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι, κάθε φορά που θα βλέπω το 500, κάθε φορά που θα γίνεται αναφορά σ’ αυτή την ταινία, εγώ θα είμαι εκεί τόσο για να κατακρίνω τη στάση του Τομ (ο οποίος καταρρέει μπροστά στην ιδέα των άστοχων επιλογών και προσδοκιών του) ΑΛΛΑ κυρίως, για να στάζω φαρμάκι για την κάθε στάση, την κάθε λέξη, την κάθε δράση και αντίδραση, το κάθε βλέμμα, το κάθε νάζι, την κάθε στιγμή που η Σάμερ έκανε τον Τομ να νιώθει ότι θα μπορούσε να διεκδικήσει κάτι παραπάνω από αυτή την ιδιαίτερη σχέση που είχαν.

Συγγνώμη, προσπάθησα να αντιπαρέλθω διάφορες σκέψεις που κυκλοφορούσαν διάσπαρτες στο μυαλό μου και το βασάνιζαν, προσπάθησα πραγματικά να αλλάξω άποψη για το άτομό της, προσπάθησα ειλικρινά να καταλάβω τις προθέσεις της σχετικά με τον Τομ και πώς ακριβώς σηκώθηκε ένα πρωί και αποφάσισε ότι δε νιώθει τίποτα. Προσπάθησα τα πάντα. Βούτηξα στα μύχια της ψυχής μου, η άποψή μου άλλαξε για τον Τομ – συνειδητοποίησα δηλαδή, ότι κι αυτός με τη σειρά του ίσως να παρερμήνευσε μερικές κινήσεις της Σάμερ – αλλά (ευτυχώς ή δυστυχώς, αυτό θα το ψάχνω για κάμποσο καιρό ακόμα) η Σάμερ, στο μυαλό μου, παραμένει ένα άκαρδο, αναίσθητο πλάσμα που ναι μεν δεν ήθελε σχέση αλλά να ζήσει τη στιγμή, όμως (κατ’ εμέ) φρόντισε να το δείξει αυτό με τον χειρότερο δυνατό τρόπο: δίνοντας τυφλές ελπίδες – ελπίδες οι οποίες κατάφεραν να κάνουν ένα ανεπανάληπτο μπουρδέλο την καρδιά του Τομ, ο οποίος με τη σειρά του, δεν έλεγε να βγάλει τα ρημάδια τα Γυαλιά του Έρωτα και να αντικρίσει την αλήθεια κατάματα. Όλα ένας φαύλος κύκλος είναι σ’ αυτή την ταινία. Αυτό τείνω να πιστεύω σε τελική φάση. Ο ένας μπορεί να κάνει κάτι και να μην έχει συνείδηση του τι μπορεί να προκαλέσει στον άλλον. Τις… πεταλούδες στο στομάχι του Τομ, ας πούμε, λέω εγώ τώρα, με το αθώο μου μυαλό.

Φτάνοντας, λοιπόν, προς το τέλος, κάνω μια τελευταία βουτιά στην ταινία, και σκέφτομαι. Σκέφτομαι διάφορα. Τι να συνέβη άραγε στη ζωή των πρωταγωνιστών έκτοτε; Πώς να εξελίχθηκε η ζωή της Σάμερ, μετά και την επιλογή της να… νοικοκυρευτεί; Μα το πιο σημαντικό είναι άλλο, και δεν αφορά σε τίποτα τη Σάμερ. Ο Τομ ο Χάνσεν, Κύριοι. Αυτό το παλικάρι που πέρασε από σαράντα κύματα, τώρα, μετά τη Σάμερ, συναντά την Autumn στη ζωή του (αυτό με τα λογοπαίγνια σ’ αυτή την ταινία μπορεί να χαρακτηριστεί από ευρηματικό έως και επικό), και ίσως νιώθει λίγη… δικαίωση μέσα του. Γιατί ίσως; Γιατί έβαλα το ίσως; Και δικαιωμένος θα μπορεί να νιώθει μετά την… παλίρροια που έζησε, και την ζωή του μπορεί να ξαναρχίσει. Όλα καλά λοιπόν. Ή μήπως όχι;

Κανείς δεν μπορεί να ξέρει πώς εξελίχθηκαν οι ζωές τους. Τώρα που το σκέφτομαι όμως, έχει τόση σημασία; Έχει σημασία να αναλύουμε τι και πως; Ο καθένας μάλλον κάνει τις επιλογές του, και πορεύεται με αυτές. Άλλος καταλήγει με τη Σάμερ του, άλλος όχι. Έτσι είναι αυτά μάλλον. Η Autumn, έρχεται σ’ εκείνη ακριβώς την στιγμή που ο Τομ ψάχνει από κάπου να κρατηθεί. Αν μπορούσα να εκφράσω, έτσι, για το τέλος, μια προσωπική γνώμη για την συμπαθέστατη Δεσποινίδα Autumn, θα έλεγα πως αντιπροσωπεύει την ιδέα του ότι η ζωή συνεχίζει το ταξίδι της, ότι η ζωή τρέχει και οφείλεις να ακολουθήσεις τους φρενήρεις ρυθμούς της. Η επιλογή είναι καθαρά δική σου.
Όσο για το κατά πόσο ο Τομ… ρίχτηκε ξανά στα βαθιά του έρωτα ή όχι, επίσης δεν είμαστε σε θέση να το γνωρίζουμε. Ούτε να γνωρίζουμε, αλλά ούτε και να κρίνουμε.

Κλείνω με το αγαπημένο μου τραγούδι από τους Smiths. Ένα τραγούδι πολύ ιδιαίτερο. Το τραγουδούσαμε μαζί, στους δρόμους της πόλης, καθώς το χαμόγελό σου έλαμπε περισσότερα κι από τα αστέρια. Ελπίζω να θυμάσαι πόσο λατρεύω αυτό το τραγούδι και αυτή την μπάντα. Μου επιτρέπεις να στο αφιερώσω; Όπως κι αν είμαστε, όπως κι αν έχουμε γίνει. Ξέρεις εσύ.

«And if a double-decker bus crashes into us, to die by your side, is such a heavenly way to die. And if a ten ton truck kills the both of us, to die by your side, well, the pleasure, the privilege is mine».
 

 

Σχετικα Αρθρα
ypogeio.gr
H Δικτατορία της Μετριότητας
(28/03/2020)
ypogeio.gr
Ελεύθεροι Πολιορκημένοι
(23/03/2020)
ypogeio.gr
ΚΤΙΡΙΑΚΑ ΘΕΜΕΛΙΑ #06
The SMASHING PUMPKINS
(12/05/2016)
ypogeio.gr
Tι παίξαμε στο Booze
(05/06/2016)
Χρησιμοποιούμε cookies μόνο για στατιστικούς λόγους (google analytics). Δεν συλλέγουμε κανένα προσωπικό δεδομένο.
ΕΝΤΑΞΕΙ