- Christopher C. King -

[Μια συνέντευξη στη

Βίκυ Μιχοπούλου]


H πολύ καλή και... από αρχαιοτάτων χρόνων φίλη Βίκυ Μιχοπούλου, μού χτύπησε την... Υπόγεια πόρτα πριν περίπου ένα μήνα και γεμάτη ενθουσιασμό με ρώτησε εάν θα με ενδιέφερε μία συνέντευξη με τον Αμερικανό μουσικολόγο, παραγωγό και συλλέκτη βινυλίων 78 στροφών, Chistopher C.King, με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του πρώτου του βιβλίου "Lament From Epirus". Τον γνώριζα, πριν 2 χρόνια με τη δική του επιμέλεια και φροντίδα, κυκλοφόρησε από την "Third Man Records" του Jack White μία συλλογή με παραδοσιακή μουσική της Ηπείρου, ενώ πριν λίγους μήνες ήρθε και το δεύτερο μέρος. Χωρίς κανέναν δισταγμό, είπα στη Βίκυ να προχωρήσει, αλλά επ'ουδενί δεν περίμενα το παρακάτω αποτέλεσμα: Ένα συμπαγές και υπερπλήρες book report στον πρόλογο και μία άκρως ενδιαφέρουσα και συγκινητική συνέντευξη στη συνέχεια. Αυτά από μένα, σας αφήνω στη μαγεία του Christopher και των δικών μας μουσικών που εξερευνά.  

Mike N.
 

 


« ‘LAMENT FROM EPIRUS’  του Christopher C. King  –   Όταν ο θρήνος μεταμορφώνεται. »
                                                                                της Βίκυς Μιχοπούλου.



“Εvery time a needle drops into the groove of one of these 78s,  a miracle is performed.”
C. King. 
       

Κάποιες φορές δεν διαλέγεις βιβλία, έρχονται εκείνα και σε βρίσκουν. Σαν αγγελιοφόροι. Τον περασμένο Μάιο με μεγάλη χαρά έλαβα το ‘LAMENT FROM EPIRUS’ μέσω του Νεοϋορκέζικου  εκδοτικού οίκου “W.W.NORTON & Company". Με είχε προετοιμάσει για αυτό ο φίλος πια και συγγραφέας του,  κος Christopher King, γνωστός διεθνώς συλλέκτης δίσκων 78 στροφών, μουσικολόγος ερευνητής, μουσικός παραγωγός και βραβευμένος το 2002 με Grammy για τη δουλειά του ως sound engineer στο άλμπουμ ‘Screamin’ And Hollerin’ του μύθου Charley Patton και  για τις συλλογές Ηπειρώτικης μουσικής που μεταξύ άλλων κυκλοφόρησαν και το 2016 & 2018 από την εταιρεία ‘Τhird Man Records’ του διάσημου μουσικού Jack White (White Stripes). Αν και το πρώτο του βιβλίο, ξεχωρίζει για πολλούς λόγους: Την όμορφη χρήση της γλώσσας, την τεκμηρίωση των απόψεών του με πλούτο πληροφοριών και τη σύνδεση, ιστορικά και σε βάθος, της μουσικής της Ηπείρου με τα αρχέγονα ανθρώπινα ένστικτα και την εξέλιξή τους στην πορεία των αιώνων, χρησιμοποιώντας ως πυξίδα και μέσο πλεύσης μία εξαιρετική προσωπική ενσυναίσθηση. Και αυτό έχει σημασία, μια και ο C.King δεν είναι ακαδημαϊκός ή επαγγελματίας μουσικός. Το περιεχόμενο των 300 περίπου σελίδων του βιβλίου είναι το αποτέλεσμα πολυετούς έρευνας, μίας προσωπικής έντονης ‘παραδοξότητας’ και της εμμονής του με την ‘παλιά’ μουσική, αυτό που όπως λίγο εξομολογητικά λέει – προσπαθώντας ακόμα να καταλάβει τι του συνέβη με την ΄Ηπειρο: ‘Σαν να ήμουν προορισμένος για να το ζήσω’.    

Το βιβλίο είναι η περιήγηση του C.Κing στην Ήπειρο επί σειρά ετών, αλλά όχι μόνο αυτό. Με μία σχεδόν έμφυτη κινηματογραφική γραφή ξετυλίγει την προσωπική του Οδύσσεια:  Όλα ξεκίνησαν σε ένα οικογενειακό ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη το 2009 και την αγορά ενός πάκου δίσκων 78 στροφών, όπου ακούει πρώτη φορά τον Ρομά κλαρινετίστα Κίτσο Χαρισιάδη (γεν.1889) και έρχεται σε επαφή με τη μουσική της Ηπείρου των αρχών του 20 αι. Όλα μέσα του ανατρέπονται καθώς τα blues και τα cajun της ίδιας εποχής που γνώριζε σαν την παλάμη του, δεν του ακούγονται πια ως τα μόνα αυθεντικά. Η εξέλιξη ίσως θα ήταν ‘ανώδυνη’ εάν λίγο καιρό αργότερα δεν είχε ακούσει το ‘Ηπειρώτικο Μοιρολόι’ από τον επίσης Ρομά βιρτουόζο βιολιστή Αλέξη Ζούμπα (γεν.1880) ηχογραφημένο στo στούντιο της Victor Records στη Νέα Υόρκη το 1926. Ο πόνος και η λύπη που ξεδιπλώνονται σε κάθε στροφή του μαύρου δίσκου, τον συγκλονίζουν. (Η  ζωή και το έργο του Αλέξη Ζούμπα πριν την έρευνα του C.King παρέμενε σε μεγάλο βαθμό ένα μυστήριο, αφού πέθανε μόνος στην Αμερική το 1946, ενώ η οικογένειά του στην Ελλάδα σκοτώθηκε στο Β΄παγκόσμιο πόλεμο και η μοναδική επιζήσασα κόρη του αγνοείται).

Τα ακούσματα των δύο βιρτουόζων μουσικών γίνονται σκιές και οδηγοί του σε ένα πρώτο ταξίδι στην εντελώς άγνωστη ΄Ηπειρο. Θέλει να γνωρίσει από κοντά τον άγονο τόπο που αυτοί γεννήθηκαν, να ανιχνεύσει τη σύνδεσή τους με τη μουσική και αυτό που διαισθάνεται πως έρχεται από κάπου απροσδιόριστα μακριά ‘πίσω και πέρα από τη μουσική’.



Illustration: R. Crumb. – Jacket design: R. Crumb and Mark Melnick

Ο C.King παρατηρεί τη φύση, τη σχέση των ανθρώπων με αυτή, τα γενεσιουργά ή πιθανολογούμενα αίτια και τις συνθήκες που αυτοδίδακτοι, εννοείται, μουσικοί καταφέρνουν να αιχμαλωτίσουν και ανταποδώσουν τα αισθήματά του ακροατή με μέσα που έχουν να κάνουν με τη δεξιοτεχνία τους αλλά κυρίως με τη δική τους σχέση με τη φύση και την παρατήρηση του κόσμου, του ενός και των πολλών. Επιχειρεί την επικοινωνία με αυτό το ‘ανεξήγητο’ στο παίξιμό τους που, οι μαρτυρίες τού λένε πως, ωθεί τον ακροατή -χορευτή στη συν-μέθεξη, την συν-κάθαρση, και όχι σπάνια την υπέρβαση του εαυτού (εδώ ελεύθερα ο καθένας). Η κατανάλωση τσίπουρου προαιρετική, τόσο δηλαδή όσο κάποιος θεωρεί πως μπορεί να αρνηθεί το κέρασμα ενός  Ηπειρώτη (ή ενός Κρητικού, σύμφωνοι. - Και όχι μόνο). Και εδώ ο C.Κing συνεχίζει με ένα μεγάλο πλεονέκτημα: Δεν κρατάει μυστικά. Επισκέπτεται την ΄Ηπειρο ξανά και ξανά, μόνος ή με φίλους. Ψάχνει τους συγγενείς των Ζούμπα-Χαρισιάδη, μιλάει με χωρικούς, Έλληνες και ξένους μουσικούς, διπλωμάτες, κινηματογραφιστές, φωτογράφους, γυναίκες, παιδιά, κρατάει σημειώσεις, συμμετέχει στα πανηγύρια καταλήγοντας σημαδεμένος, υποτάσσεται με πρόθεση στο μεγαλείο των φαραγγιών, των γερακιών και των μαύρων βουνών, επιχειρεί όμως σε βάθος και με ανυπόκριτο τρόπο, σχεδόν όσο αυτόν ενός παιδιού, να εισπράξει ακόμα και στον άνεμο, αυτό που φαίνεται πως έχει σημαδέψει τη ντόπια μουσική: το ανυπέρβλητο, συγκινητικό και ανείπωτο που έρχεται από σχεδόν την απαρχή του κόσμου της Ηπείρου, είναι ζωντανό και εξακολουθεί να επιτελεί για τους ντόπιους -και για τον ίδιο πια- έναν ιερό σκοπό: την επι-κοινωνία και τη θεραπεία της ψυχής.  

Επιστρέφοντας κάθε τόσο στην Αμερική, δουλεύει, διαβάζει και γράφει ακατάπαυστα: Συνδέει τις εμπειρίες  του με αναδρομές στην ιστορία της αμερικάνικης και της ελληνικής μουσικής, με αποφθέγματα και αποσπάσματα κειμένων αρχαίων και σύγχρονων συγγραφέων, λαογράφων και περιηγητών, πολέμους και θεότητες από τους ομηρικούς χρόνους μέχρι το Λόρδο Βύρωνα και την ιστορία των Εβραίων της Θεσ/κης, μουσικές και μη βιβλιογραφίες στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, κουβέντες φίλων που γίνονται αποστάγματα, συνδέσεις - καλλιτεχνικές αντιστοιχίσεις και παραλληλισμοί με αγαπημένες ταινίες, σημαντικές συγκρίσεις με τα Delta Blues, αναφορές στα ρεμπέτικα, σε μαγαζιά και  μοιραίες γυναίκες της Νέας Υόρκης πριν και μετά το κραχ, παρατηρήσεις ακόμα και απλών αντικειμένων που ξέμειναν σαν κουφάρια πλοίων που κανείς πια δεν τα προσέχει. Σχεδόν όλα λειτουργούν σαν μία οργανωμένη συνειδητή παράκρουση να ανασυνθέσει το ‘χαμένο’ ανώτερο στοιχείο και το λόγο της ύπαρξης της μουσικής.

Από την αρχή μέχρι το τέλος έχω την αίσθηση πως ο C.King τεκμηριώνει τις απόψεις του με Αριστοτελικό τρόπο και την ίδια στιγμή πως δελεάζεται από την επιθυμία διήγησης μίας ιστορίας με Βακχικό χαρακτήρα, όμως το παίρνω απόφαση πως συνειδητά έχει επιλέξει την ισορροπία ανάμεσα στη θεωρητική προσέγγιση και το στοίχημα της πρόσληψης μίας ανώτερης εμπειρίας των ατομικών του αισθήσεων καθώς ‘η Ήπειρος είναι τα πάντα’ και έχουν προ – ομηρική προέλευση.   

Ο C.King γράφει έχοντας επίγνωση πως δεν έχει ανακαλύψει τον τροχό της αμάξης. ΄Εχει βρει όμως έναν φιλόξενο τόπο που του πρόσφερε εκείνο που μάλλον είχε πάψει να ελπίζει πως υπάρχει ( και -θα έλεγα- πολλοί από εμάς ως Έλληνες συνειδητά ή μη έχουμε απαρνηθεί)- όμως πάντα αυτό το ‘κάτι’ θα είναι εκεί και θα μπορεί κάποιος, αν πραγματικά θέλει, να διαβάσει ακόμα και στα απολιθώματα των φύλλων και στα βλέμματα των ανθρώπων ανεξαρτήτως εθνικότητας. Και αισθάνεται τόσο ευγνώμων για αυτό το δώρο που το ανταποδίδει με κάθε μέσο.  

Το ‘Lament from Epirus’ ξεκινά ως το ταξίδι ενός «ξένου» στην Ελλάδα που μέσα από την προσωπική του  αναζήτηση, καταλήγει να μας συγκινεί πολύ γιατί σε μεγάλο βαθμό αναρωτιέται για εκείνα που μας χώρισαν και όσα μας ενώνουν. Είναι η ανασύνδεση χαμένων ή σπασμένων κομματιών ενός μεγάλου δίσκου με ανθρώπινα ιδεογράμματα  που τον φέρνουν -  και εκείνος εμάς ως αναγνώστες- λίγα βήματα πιο κοντά στo αιώνιο ζητούμενο: την αρμονία με τη φύση και τη γαλήνη. Μία διαδρομή που συχνά - πυκνά ξεχνάμε και κατά βάθος όλοι θέλουμε να διανύσουμε μέχρι το τέρμα. Το σίγουρο είναι πως όταν δεν είμαστε μόνοι σε αυτό τότε έχουμε κερδίσει και μόνο επειδή το ζήσαμε, στο βαθμό που το ζήσαμε. 

Τελειώνοντας την ανάγνωση, το βιολί του Αλέξη Ζούμπα στο ‘Ηπειρώτικο Μοιρολόι’ είχε άλλη χροιά στα αυτιά μου. Σκέφτηκα πως ο Christopher έχει γράψει το δικό του αρχαίο road movie.

 

 Το βιβλίο της “ W.W.NORTON & COMPANY “ κυκλοφορεί στην Ελλάδα σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων από τις εκδόσεις  ‘ΔΩΜΑ’ που έχει αναλάβει και τη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα.  
** Το book report γράφτηκε μία (1) βδομάδα πριν τη συνέντευξη.
*** Ευχαριστώ πολύ τον Christopher King για την ευγενική παραχώρηση όλων των φωτογραφιών και του ηχητικού υλικού στο τέλος.


Ακολουθεί ένα animated video, έργο του animator/illustrator Drew Christie σε συνεργασία με τον ίδιο τον Chistopher King, το οποίο ποιητικότατα εξερευνά την παραδοσιακή μουσική της Ηπείρου. Στη συνέχεια, η πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη που ο Christopher παραχώρησε στο Υπόγειο.


Lament From Epirus from Drew Christie on Vimeo.

MUSIC BY: ALEXIS ZOUMBAS
ANIMATION BY: DREW CHRISTIE
WRITTEN BY: CHRISTOPHER C. KING & DREW CHRISTIE
NARRATED BY: CHRISTOPHER C. KING

 


 

[Συνέντευξη]
 

Βίκυ Μ. για To Yπόγειο : Christopher σε ευχαριστούμε πολύ για τη συζήτηση εδώ στο Υπόγειο. Πόσο καιρό πήρε να ολοκληρώσεις το βιβλίο;

Christopher King: Παρακαλώ Βίκυ. ΄Οσον αφορά αυτή καθεαυτή τη διαδικασία της γραφής, πήρε περίπου δυόμισι χρόνια. Αλλά πριν από αυτό χρειάστηκαν αρκετά ταξίδια, έρευνα και κρατήσεις σημειώσεων που πήρε αρκετά χρόνια. 

 

To Yπόγειο: Πώς αποφάσισες να γράψεις ένα βιβλίο για την ‘Ηπειρο και την τοπική παραδοσιακή μουσική; 

C.K.: Είναι κάπως δύσκολο να απαντηθεί η ερώτηση. Μερικές φορές δεν ορίζουμε τις αποφάσεις που παίρνουμε. Προκαλούνται σε εμάς από τον τρόπο που το μυαλό μας λειτουργεί. ΄Εγραψα για την ΄Ηπειρο σε δύο στάδια– Το πρώτο ήταν απλώς  οι σημειώσεις – το  γραπτό ένθετο στα LPs και τα CDs. Και αυτό το είδος γραφής προκύπτει περισσότερο από την ώθηση να κατανοήσω-ουμε τη μουσική - το πολιτισμικό και κοινωνικό πλαίσιο μέσα από μία φιλοσοφική διάθεση. Μπορείς να πεις ότι είναι το αποτέλεσμα της απλής εμμονής γύρω από το γιατί μια συγκεκριμένη μουσική υπάρχει και πώς λειτουργεί. 

Όλο αυτό άλλαξε με το δεύτερο στάδιο της γραφής όταν ανακάλυψα μέσω των φίλων μου ότι η παραδοσιακή μουσική κατά πολύ υφίσταται ακόμα με τον ίδιο τρόπο - και για παρόμοιους λόγους - όπως υπήρξε στους παλιούς δίσκους 78 στροφών. Τότε κυρίως άρχισαν τα ταξίδια και η άμεση εμπειρία. Και αυτό ήταν εμμονικό, με άλλο τρόπο όμως γιατί αφορούσε ζωντανές ανθρώπινες υπάρξεις - Ηπειρώτες που σήμερα έχουν γίνει πολύ στενοί φίλοι μου. Μπορείς να πεις ακόμα και πνευματική οικογένεια. Όμως για να απαντήσω στην ερώτησή σου - ποτέ δεν αποφάσισα να γράψω για την Ήπειρο και την Ηπειρώτικη μουσική - η πράξη μου ήταν ένα σπρώξιμο στην παρόρμησή μου να καταδυθώ σε αυτή τη μουσική. Όχι μία λογική απόφαση.

 

To Yπόγειο: Η ‘W.W.Norton & Company, Inc.’ είναι ένας από τους πιο σημαντικούς εκδοτικούς οίκους στη Νέα Υόρκη. Ποια ήταν η αντίδρασή τους όταν άκουσαν την ιδέα για το βιβλίο; 

C.K.: Λοιπόν, είναι κομμάτι της ίδιας ιστορίας. Ποτέ δεν επέλεξα να γίνω συγγραφέας.  Ποτέ δεν επιθυμούσα να γίνω συγγραφέας έργων μεγάλης φόρμας. Εννοώντας κάποιον που  γράφει οτιδήποτε μεγαλύτερο από ένα ένθετο για τις μουσικές συλλογές του ή περιστασιακά μικρά κομμάτια για περιοδικά. Ο τρόπος όμως που μου προτάθηκε το βιβλίο ήταν ο εξής : Η φίλη μου Amanda Petrusich που μόλις είχε γράψει ένα βιβλίο για τους συλλέκτες δίσκων 78 στροφών, μου πρότεινε να πάω στη Νέα Υόρκη για να μιλήσω και παίξω λίγα 78άρια πριν από τη δική της παρουσίαση ανάγνωση του βιβλίου της, σε ένα μικρό βιβλιοπωλείο στο Μπρούκλιν.  Επέλεξα να παίξω το ‘Ηπειρώτικο Μοιρολόι’ του Αλέξη Ζούμπα και να μιλήσω πολύ συνοπτικά για το δίσκο. Παρουσίασα το δίσκο - πιθανόν όχι περισσότερο από τρία λεπτά ομιλίας και μετά έπαιξα το δίσκο. Όταν η βελόνα βγήκε από το αυλάκι, οι ακροατές – που όρθιοι γέμιζαν ένα παλιό δωμάτιο, είχαν μείνει άναυδοι. Μόλις η Αmanda τελείωσε την ανάγνωσή της, ένας πολύ ψηλός τύπος, γενειοφόρος με μάλλινο καπέλο- έμοιαζε με ένα γιγαντόσωμο ξυλοκόπο- ήρθε προς το μέρος μου. Eίχε παίξει upright bass νωρίτερα. Αγόρασε ένα αντίτυπο του δίσκου του Αλέξη Ζούμπα και μου είπε πως του άρεσε όπως μίλησα για το δίσκο. Δύο μέρες αργότερα επέστρεψα στη Βιρτζίνια όπου με περίμενε ένα email από τον τύπο. Λέει ότι στον ελεύθερο χρόνο του παίζει upright bass . Αλλά η ‘πρωινή του δουλειά’ ήταν Αντιπρόεδρος & Εκδότης στην ‘W.W. Norton & Company’. Με ρωτούσε αν είχα σκεφτεί ποτέ να γράψω για αυτή τη μουσική της Ηπείρου. Απλώς πήρα την ερώτησή του περισσότερο σαν πρόκληση - μπορώ να γράψω ένα βιβλίο;  Και το έγραψα.


To Yπόγειο:  Ποιο ήταν το στοιχείο που τους εντυπωσίασε περισσότερο; 

C.K.: Το πιο εντυπωσιακό ήταν ότι με ήθελαν να γράψω αυτό το βιβλίο. Όταν το σκεφτείς με έναν βασικό τρόπο – είναι ένα βιβλίο για  Ελληνική μουσική. Και έτσι ένας μέσος Αμερικανός αναγνώστης θα έλεγε «Και λοιπόν;» Αλλά η ‘W.W.Norton’ και ο εκδότης μου Tom Mayer πίστευαν ότι μπορώ να διηγηθώ μία πραγματικά καλή ιστορία.
 

To Yπόγειο:  Eκτός από τη σημαντική (κατά τη γνώμη μου) ανάλυση στη μουσική της Ηπείρου, το βιβλίο σου αποτελεί και μία εξαιρετική πηγή πληροφοριών για την Ελληνική Ιστορία και τον Ελληνικό πολιτισμό. Δεν είσαι ακαδημαϊκός ούτε ανθρωπολόγος, το βιβλίο είναι γραμμένο από ένα ειδικό, έναν εραστή της «παλιάς» μουσικής. Αυτό είναι μάλλον πλεονέκτημα γιατί ο καθένας μπορεί να το διαβάσει ανεξάρτητα από τη σχέση του με τη μουσική, ωστόσο τι θα απαντούσες σε διάφορες κοινότητες ακαδημαϊκών, ιστορικούς ή θεωρητικούς της μουσικής που μπορεί να αντιδράσουν με τις θέσεις σου; Για παράδειγμα, γράφεις ότι «Ο Δυτικός πολιτισμός βλέπει  τη μουσικότητα μόνο σε εκείνους που είναι εκπαιδευμένοι να εκτελούν (ένα μουσικό έργο) ή που έχουν αποκτήσει μόρφωση στην αισθητική κριτική ή τη μουσική θεωρία».  

C.K.: Αν και είμαι λάτρης της «παλιομοδίτικης» μουσικής (σ.σ. ο Christopher την αποδίδει ως “horse and buggy” δηλαδή μουσική της εποχής πριν την ανακάλυψη του αυτοκινήτου), είμαι επίσης μουσικός στο βαθμό που καταλαβαίνω θεωρία και εξάσκηση. Και κάθε βιβλίο γραμμένο από έναν ακαδημαϊκό ή ανθρωπολόγο που δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό από έναν λαϊκό άνθρωπο, είναι χωρίς αξία. Ως εκ τούτου, χρησιμοποιώντας ως βάση την κοινή λογική ενός μέσου ανθρώπου, καθένας θα έπρεπε να είναι στο ίδιο αξιακό επίπεδο με έναν ακαδημαϊκό υψηλού επιπέδου. Παρά τους τολμηρούς ισχυρισμούς μου, οι περισσότεροι από αυτούς είναι καλά θεμελιωμένοι και υπάρχουν άφθονα στοιχεία που υποδηλώνουν την εγκυρότητά τους.

Η δήλωση στην οποία αναφέρεσαι έγινε στην πραγματικότητα από τον «πατριάρχη» της σύγχρονης Εθνομουσικολογίας, John Blacking. Και είναι μία πολύ σημαντική και σοβαρή δήλωση. Γιατί είναι αλήθεια. Όταν διαβάζουμε για μουσική σε μία εφημερίδα ή σε ένα βιβλίο, εμείς στο Δυτικό κόσμο περιμένουμε ότι αυτός που γράφει έχει κάποιου είδους διαπιστευτήρια – δηλ., ότι έχει την κατάλληλη εκπαίδευση στην αισθητική ή τη μουσική θεωρία. Οι περισσότεροι άνθρωποι στη Δύση δεν εμπιστεύονται την άποψη ενός ανθρώπου στο δρόμο. Νομίζω πως αυτό είναι ένα καθαρά Δυτικό παράδειγμα. Νομίζω πως αυτός ο τρόπος σκέψης λειτουργούσε σε άλλα μέρη του κόσμου, σε πολύ παλιότερους καιρούς στην Ελλάδα και σε εκείνες τις χώρες που είχαν βαθιές επιρροές από τον Ελληνικό πολιτισμό. Εν πάσει περιπτώσει, πολλοί ακαδημαϊκοί θα διαφωνήσουν με το βιβλίο επειδή δεν είναι γραμμένο από έναν θεωρητικό. ΄Ισως περισσότερο στην Αμερική από την Ελλάδα αλλά αυτή είναι η λυπηρή αλήθεια.
 

To Yπόγειο:  Ο πυρήνας της Ηπειρώτικης μουσικής είναι το ‘Μοιρολόι” το οποίο  περικλείει τέλεια το νόημα και της έκφραση της «απώλειας». Από την άλλη πλευρά, υπάρχει το «Πανηγύρι» , που περικλείει τη χαρά της ζωής και την ιδανική έκφραση του να τη μοιράζεσαι με άλλους. Τι θα διάλεγες, αν έπρεπε να διαλέξεις; Ρωτάω γιατί πολλοί, ιδίως νεαροί Έλληνες όπως οι αναγνώστες εδώ στο Υπόγειο, αναγνωρίζουν αυτές τις δύο έννοιες ως βασικά χαρακτηριστικά της Ελληνικής παραδοσιακής μουσικής. 

C.K.: Δεν νομίζω ότι αυτές οι δύο έννοιες – μοιρολόγια και πανηγύρια- είναι διχοτομημένες ή αντίθετες. Περισσότερο μάλλον, το μοιρολόι είναι σημαντικό μέρος ενός πανηγυριού. Δεν θα μπορούσα να το αντιληφθώ διαφορετικά. Και βλέπω τα μοιρολόγια ως ισότιμη έκφραση της επιβεβαίωσης του θανάτου όσο και της ζωής. Τι θα μπορούσε να είναι περισσότερο ανθρώπινο από αυτό; Διαλέγω και τα δύο. 



Πορτραίτο του Κίτσου Χαρισιάδη - Εικονογράφηση του Robert Crumb
Portrait of Kitsos Harisiadis – Illustration by Robert Crumb 


To Yπόγειο: Αφιερώνεις ένα κεφάλαιο στον μοναδικό κλαρινετίστα Κίτσο Χαρισιάδη. Διαβάζω ότι ήταν διάσημος για την ταπεινότητά του και την επιθυμία του να θεραπεύει τον κόσμο αφού «είχε την ικανότητα να μεταφράζει συναισθήματα μέσω μίας τέλειας μουσικής έκφρασης, ρυθμού και ευαισθησίας». Θα μπορούσε κάποιος να σχολιάσει ότι ο λόγος της απίστευτης δεξιότητας να επικοινωνεί με τους ακροατές του και τους μαθητές του ήταν το γεγονός πως δεν έφυγε ποτέ από την Ήπειρο. Τους γνώριζε και τον γνώριζαν πολύ καλά. Αυτό μοιάζει κάπως απογοητευτικό για τους νέους μουσικούς που ζουν στις μεγάλες πόλεις. Τι θα έπρεπε (ή θα μπορούσαν) να κάνουν για να βρουν ένα δρόμο αλληλεπίδρασης με τους ακροατές , λίγο πολύ τόσο αποτελεσματικός όσο αυτός των παλιών μουσικών; Είναι καθόλου ρεαλιστικό αυτό στη σημερινή εποχή; 

C.K.: Eίναι ένα ευαίσθητο θέμα. Γιατί είμαι βέβαιος ότι θα προκαλούσε ανησυχία και  κάποια σύγκρουση στους μουσικούς της πόλης που επιθυμούν να αλληλεπιδρούν πιο αποτελεσματικά με τους ακροατές. Αλλά νομίζω πως καθένας που θέλει να πάει τη μουσική τέχνη του σε ένα βαθύτερο επίπεδο, χρειάζεται να εγκαταλείψει την πόλη - τουλάχιστον για ένα διάστημα - προκειμένου να περιηγηθεί στη μουσική της φύσης και στα χωριά όπου ακόμα υπάρχει ζωντανή απόδειξη της αλληλεπίδρασης καλλιτέχνη-ακροατή. Εχεις δει ποτέ έναν παλιό πιλότο της σειράς Kung Fu;  Με τον David Carradine; Όπου παίζει the καλόγερο Shaolin, Kwai Chang Caine; Λοιπόν, έπρεπε να αφήσει την Κίνα για να βρει τον εαυτό του και επίσης να τελειοποιήσει την τέχνη του. Το ίδιο πράγμα γίνεται και με τους ‘εσωτερικούς’ μουσικούς. Δεν νομίζω πως υπάρχει άλλος τρόπος. Και άλλωστε, όλα είναι δυνατά σήμερα. Ένας μουσικός μπορεί να αφήσει την πόλη και να μάθει πώς να κάνει το όργανό του να μιλάει μέσα από τον ίδιο. Να παίξει το όργανο για αυτόν. Απλά χρειάζεται αφοσίωση. 

To Yπόγειο: Μας δίνεις μία πολύ ωραία περιγραφή της φυσικής τοποθεσίας όπου ο Κίτσος και οι μαθητές του συγκεντρώνονταν για να εκπαιδεύσουν τις αισθήσεις τους έτσι ώστε να μπορούν να ακούν «τις λεπτές αποχρώσεις των μουσικών δρόμων» που χρησιμοποιούσε εκείνος. Τί θυμάσαι περισσότερο από την επίσκεψή σου εκεί; 

C.K.: Αφηγήθηκα σε εκείνο το κεφάλαιο την πρώτη μου εμπειρία εκεί. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι εύχομαι να μπορούσα να είχα περισσότερες από πέντε αισθήσεις για να προσλάβω με αυτές όλες τις εμπειρίες μου  εκεί. Ήταν η πιο γόνιμη, πιο εύφορη και αισθητικά πλούσια εμπειρία που είχα ποτέ. ΄Ενα τέτοιο μέρος θα έπρεπε να αποτελεί κοινό μυστικό μόνο μεταξύ μουσικών. Και είναι το είδος του τόπου, όπου κυρίως αισθάνομαι γαλήνια. 



Το φυσικό μουσικό ιερό της Κληματιάς. “Α είναι η θέση του εθελοντή, Β είναι η θέση του Δάσκαλου, C  η σειρά των βράχων που αντανακλά τον ήχο πίσω στους μαθητές" – Φωτογραφία και γραμμική απεικόνιση : Κώστας Ζήσης.

  
To Yπόγειο: Μεγάλωσες και ζεις σε μία περιοχή της Βιρτζίνια  όπου η φύση και η folk μουσική είναι επίσης πρωταγωνιστές. Επομένως, ποιο ήταν αυτό το ιδιαίτερο στοιχείο που κινητοποίησε τόσο τις αισθήσεις σου στην Ήπειρο και  δεν είχες βιώσει στον τόπο καταγωγής σου;

C.K.: Το κοινό περιβάλλον μεταξύ της αγροτικής, ορεινής Βιρτζίνια και της Ηπείρου δημιούργησε μια οικεία διέξοδο προς τη μουσική. Η διαφορά είναι ότι η μουσική δεν υπάρχει πλέον στη Βιρτζίνια εκτός από τα παλιά 78s στο δωμάτιο των δίσκων μου. Η Ήπειρος είναι πιο άγονη από τη νοτιοδυτική Βιρτζίνια. Αλλά όχι λιγότερο ορεινή και οι πιο ηλικιωμένοι από τις δύο περιοχές είναι περισσότερο όμοιοι παρά διαφορετικοί. Θα έλεγα ότι η υψηλή ατμόσφαιρα και των δύο τόπων αναγκάζει τη μουσική να είναι πιο μοναχική, πιο ενδοσκοπική από οποιοδήποτε άλλο μέρος των νότιων Ηνωμένων Πολιτειών ή της υπόλοιπης Ευρώπης ως προς το θέμα αυτό.
 

To Yπόγειο: Στο βιβλίο αφιερώνεις επίσης ένα κεφάλαιο στον άγνωστο στην πλειοψηφία των Ελλήνων μοναδικό βιρτουόζο βιολιστή Αλέξη Ζούμπα. Συχνά αναφέρεις πως «η μουσική του πονάει». Είναι πράγματι η ζωή του Α.Ζ. ένα μυστήριο; 

C.K.: Όχι, ο Αλέξης δεν είναι πια ένα μυστήριο για μένα, αν και πέρασα χρόνια αποκαλύπτοντας μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια της ζωής του στις Η.Π.Α. Το πραγματικό μυστήριο - το οποίο ακουμπάς με την ερώτηση - είναι ότι πολλοί αναγνώστες στις Η.Π.Α. δεν έχουν δει τη σαφή διχοτόμηση μεταξύ του φωτός και του σκότους, μεταξύ της έμπνευσης του να δημιουργείς από χαρά απέναντι στην έμπνευση του να δημιουργείς από αβυσσαλέα θλίψη. Δημιούργησα αυτό το δυϊσμό σκόπιμα όταν έγραψα τα δύο κεφάλαια, δίπλα-δίπλα, του Κίτσου και του Αλέξη. Εκφράζουν δύο ακραίες παρορμήσεις δημιουργίας Ηπειρώτικης μουσικής. Τα αντιμετωπίζω και τα δύο εξίσου, καθώς πιστεύω ότι και τα δύο είναι πολύτιμα. Παρόλο που τείνω να είμαι σκοτεινός και νοσηρός, εξακολουθώ να πιστεύω ότι η έμπνευση μπορεί να προέλθει από οποιαδήποτε από αυτές τις δύο πηγές. Έτσι, το μυστήριο είναι πώς καταλαβαίνουμε ποιά έμπνευση θα έπρεπε να πάρουμε - φως ή σκοτάδι. Ή ακόμα κι αν ένα τέτοιο πράγμα είναι θέμα επιλογής και όχι τύχης.  

Αυτός είναι και ο λόγος που έκανα την παραγωγή στην πιο πρόσφατη κυκλοφορία του Κίτσου Χαρισιάδη για τη Third Man Records. ‘Ετσι ώστε όποιος διαβάζει για αυτήν την δυαδική υπόσταση μεταξύ φωτός και σκοταδιού μπορεί να ακούσει πώς ο Κίτσος έπαιζε το κλαρινέτο του μέσα από ένα πνεύμα χαράς, ένταξης, συμμετοχής. Και ξέρεις, ο περισσότερος κόσμος που ακούει τον Σκάρο του Κίτσου δίπλα δίπλα με το μοιρολόι του Ζούμπα, συμφωνεί με την ερμηνεία μου.


To Yπόγειο: Με την έρευνά σου ανασυγκροτείς, με το δικό σου τρόπο, την ιστορία της ζωής του Αλέξη Ζούμπα. Κατά την άποψή μου, μέσα από τη δική του ιστορία κατάφερες να ανασυνδέσεις τον κόσμο της Ηπειρώτικης μουσικής από την αρχαιότητα έως σήμερα. Είναι σωστή η εντύπωσή μου; 

C.K.: Πολύ ‘κοφτερή’ παρατήρηση. Μόλις τελείωσα το προσχέδιο του πρώτου μισού του βιβλίου, συνειδητοποίησα ότι θα μπορούσα πολύ εύκολα να διηγηθώ την ιστορία της Ηπείρου και της Ηπειρώτικης μουσικής χρησιμοποιώντας τον Ζούμπα ως τον μοναδικό μου χαρακτήρα. Και έτσι, όταν τελείωσα το δεύτερο μισό του βιβλίου, ‘πέρασα’ ολόκληρο το χειρόγραφο και το προσάρμοσα έτσι ώστε ο Ζούμπας (ή η κληρονομιά του) να αγγίξει κάθε πτυχή της Ηπειρωτικής μουσικής από την αρχαιότητα μέχρι τον σύγχρονο κόσμο. Έτσι, ναι, αυτή η τεχνική ‘διασποράς’ του Ζούμπα σε όλο το βιβλίο είναι πραγματική. 



Πορτραίτο του Αλέξη Ζούμπα – Εικονογράφηση του Robert Crumb
Portrait of Alexis Zoumbas – Illustration by Robert Crumb 



To Yπόγειο: Αισθάνεσαι πως δεν έχεις τελειώσει με την ιστορία της μουσικής της Ηπείρου; 
C.K.: Όχι, φυσικά όχι. Όπως έχω πει στον φίλο μου Δημήτρη Ντάλλα - τον άνθρωπο που μετάφρασε όλους του στίχους στα Ηπειρώτικα τραγούδια, προσωπικός μεταφραστής και γενική πηγή γνώσης σχετικά με την ΄Ηπειρο - θα χρειάζονταν πολλοί ακόμα τόμοι και πολύ πιο σοβαρής γραφής έστω για να χαράξουμε την επιφάνεια της Ηπείρου και της μουσικής της. Αυτός είναι ένας από τους πολλούς λόγους για τους οποίους μετακομίζω στην Ήπειρο τον επόμενο χρόνο. Θέλω να ασχοληθώ πλήρως με την εξερεύνηση, την τεκμηρίωση, την καταγραφή, την προώθηση και τη διατήρηση της μουσικής και του πολιτισμού. Ξέρεις - υπάρχουν αρχεία και μουσεία για τα Δημοτικά τραγούδια και το Ρεμπέτικο στην Ελλάδα (στην Αθήνα) και υπάρχουν αρχεία και μουσεία για τον Ηπειρώτικο πολιτισμό στην Ήπειρο αλλά δεν υπάρχει αρχείο Ηπειρωτικής μουσικής. Εκτός από ένα δωμάτιο του 19ου αιώνα με δίσκους που βρίσκεται στην αγροτική Βιρτζίνια. Η συλλογή μου. Και αυτός είναι ο λόγος που μετακομίζω στην Ήπειρο τον επόμενο χρόνο - έτσι ώστε να μπορώ να «επαναπατρίσω» την παλιά μουσική και την έρευνά μου πίσω στη γη που έδωσε τόση αξία  στο έργο μου. Έτσι, από αυτή την άποψη δεν τελείωσα με τη μουσική της Ηπείρου.


To Yπόγειο:  Γνωρίζω ότι έχεις κάνει επίσημη πρόταση για τη δημιουργία ενός Αρχείου Ηπειρώτικης Μουσικής που έγινε αποδεκτή από το Δήμο Ζαγορίου. Είναι ένα μεγάλο νέο κεφάλαιο που μόλις ξεκινά. Θα ήθελες να μας πεις λίγα λόγια;  

C.K.:  Δημιουργώ ένα Αρχείο Ηπειρωτικής Μουσικής στο Κάτω Πεδινά (Ζαγορίου) για πολλούς λόγους. Κυρίως, θα ήθελα να έχω ένα μεγάλο χώρο στην Ήπειρο που να είναι πλήρως προσβάσιμο σε όλους τους κατοίκους της Ηπείρου. Ένας τόπος όπου οι ίδιοι μπορούν να παρακολουθήσουν τη μακροζωία, τη συνέχεια και τα μεγαλοπρέπεια της Ηπειρώτικης μουσικής έξω από το πανηγύρι. Και νομίζω ότι μπορώ να κάνω καλό. Μπορώ να προσελκύσω επιστήμονες, μουσικούς ερευνητές, μουσικούς και συγγραφείς και στοχαστές να επισκεφτούν το αρχείο εκεί. Απλά σκέψου το - πραγματικό πολιτιστικό τουρισμό, όχι το είδος του τουρισμού που καταστρέφει αλλά το είδος που δημιουργεί.
 

To Yπόγειο: Οπότε, για να πάω λίγο πιο πίσω στην αρχική απάντησή σου, σε βρίσκουμε σε διαδικασία έρευνας για ένα δεύτερο βιβλίο ίσως; 

C.K.: Nαι, το επόμενο βιβλίο μου αφορά και πάλι πτυχές της Ηπειρώτικης μουσικής ((καθώς και τη μουσική των Ποντίων και το ρεμπέτικο). Ασχολείται με τις μπαλάντες για φόνους. Τέλος, το μυθιστόρημα στο οποίο επίσης εργάζομαι αντλεί από την κλασσική μυθολογία αλλά και από μερικές ιστορίες που συγκέντρωσα από την Ήπειρο.
 

To Yπόγειο: Τί είναι ή ποιό είναι το κύριο χαρακτηριστικό ενός εκπαιδευμένου ή βαθιά εσωτερικού ακροατή; Εκείνος που ανταποκρίνεται στο κάλεσμα ενός μουσικού; 

C.K.: Αυτό είναι επίσης ένα μυστήριο στοιχείο που πήρε πολύ χρόνο για να ανακαλύψω. Ήρθε μόνο όταν συνειδητοποίησα ότι κάποιος πρέπει να δει και να ακούσει τη μουσική όπως ένας Ηπειρώτης θα την άκουγε. Ξέρω ότι έχεις κρατήσει από το βιβλίο το ότι απορρίπτω την τυπική ακαδημαϊκή προσέγγιση της «απόστασης». Ότι δεν μπορείς να καταλάβεις ένα φαινόμενο όντας έξω από τον πολιτισμό ή την πρακτική του πολιτισμού. Αν κάποιος θέλει να καταλάβει την κουλτούρα ή την πρακτική του πολιτισμού, πρέπει να πιστέψει ότι αυτός ο πολιτισμός πιστεύει στην πρακτική αυτή του πολιτισμού. Υποθέτω ότι είναι αυτό που κάποιος αποκαλεί “επιστροφή στις ρίζες", κατά κάποιον τρόπο... Όταν άρχισα να υποθέτω τις αντιλήψεις ενός Ηπειρώτη, το πρώτο πράγμα που συνειδητοποίησα είναι ότι κάποιος πρέπει να πιστέψει ότι η μουσική μπορεί να θεραπεύσει προκειμένου η μουσική να γίνει θεραπεία στα αλήθεια. Έτσι, η πιο σημαντική πτυχή του εκπαιδευμένου ή εσωτερικού ακροατή είναι ότι πρέπει να πιστέψει ότι υπάρχει κάτι βαθύτερο από τους τόνους και τις νότες μόνο - ότι υπάρχει κάτι μέσα στη μουσική που μετασχηματίζεται. Ότι εάν είσαι δεκτικός με το σωστό τρόπο, μπορείς να πάρεις κάτι από τη μουσική (και τον μουσικό) που μπορεί να σε θεραπεύσει ή να σε αλλάξει ή να δημιουργήσει κάθαρση.
 

To Yπόγειο: Διακρίνεις 4 χαρακτηριστικά στην Ηπειρώτικη μουσική, ένα από αυτά είναι «μία ανυπέρβλητη (ή αναπόφευκτη) διάσταση που μιλάει εκ βαθέων για την ανθρώπινη κατάσταση». Μπορείς να μοιραστείς μαζί μας λίγες σκέψεις για αυτή την έννοια; 

C.K.: Δεν θέλω να πάω σε αυτό πάρα πολύ βαθιά γιατί νομίζω ότι βρίσκεται σε όλο το κείμενο και την αφήγηση ολόκληρου του βιβλίου, αλλά αυτή η διάσταση είναι εκείνη όπου η ζωή και ο θάνατος αγκαλιάζονται εξίσου από τη μουσική. Είναι αναπόφευκτο, επειδή είναι δύσκολο να εντοπίσει κανείς, να εξετάσει, να διακρίνει τα μέρη του. Αλλά είναι αυτή η μοναδική πτυχή της μουσικής - η φωνητική παράδοση, τα μοιρολόγια και τα ακουστικά κομμάτια (όπως ο Σκάρος) που φαίνεται να περικλείουν κάθε πτυχή της ανθρώπινης κατάστασης.


To Yπόγειο: Σκοτάδι και το φως - Σιωπή και Χάος,  όλα συναντώνται στην παλιά μουσική της Ηπείρου. Αναφέρεις ότι σε πολύ αρχικό στάδιο δεν μπορούσες να  κατανοήσεις τη συγκεκριμένη μουσική. Με ποιο τρόπο κατάφερες να ‘αποδομήσεις’ το σμήνος των συναισθημάτων των μουσικών για να μπορέσεις να κατανοήσεις και τα δύο; (συναισθήματα-μουσικούς). 

C.K.: Αυτό ήταν κάτι που απαιτούσε τη φυσική παρουσία μου ανάμεσα στους μουσικούς, καθώς έπαιζαν, να στέκομαι ή να κάθομαι ανάμεσα τους, όπως δίπλα στους φίλους μου Κώστα Καραπάνο που παίζει βιολί ή το Θωμά Χαληγιάννη που παίζει κλαρινέτο. Δίπλα τους είχα τη δυνατότητα να παρακολουθήσω τη γλώσσα του σώματός τους, να δω πώς επικοινωνούσαν μουσικά μηνύματα  προκειμένου να αλλάξουν τον τόνο της μουσικής από το φως στο σκοτάδι. Μόνο όταν ήμουν φυσικά εκεί ανάμεσα στους μουσικούς μπορούσα να καταλάβω πώς έλεγχαν το συναισθηματικό εύρος της μουσικής. Αλλά κατανοώντας και τα δικά μου συναισθήματα - αυτά που ανταποκρίνονται στη μουσική που ήδη ζούσε μέσα μου από τα παλιά 78άρια. Απλά έπρεπε να καθίσω και να μεταφράσω τα συναισθήματα με λόγια. Και με έκπληξη ανακάλυψα  ότι η συναισθηματική μου ανταπόκριση ήταν πολύ κοντινή με αυτή των Ηπειρωτών φίλων μου. Αλλά δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω αυτό.


To Yπόγειο: Ποιο είναι το πρωταρχικό στοιχείο που όπως γράφεις κάνει την παραδοσιακή μουσική της Βορειοδυτικής Ελλάδας «πιο βαθιά από τα βαθύτερα μπλουζ»;  Έχεις αποφασίσει τι είναι; Είναι πολύ σημαντικό να το ακούμε αυτό από έναν επαγγελματία που θεωρείται ειδικός σε παγκόσμιο επίπεδο. 

C.K.: Νομίζω ότι το πρωταρχικό στοιχείο είναι η απαραίτητη κοινωνική πτυχή της μουσικής - ότι είναι ουσιώδης για τους ανθρώπους όπως το νερό ή ο αέρας. Και έτσι, αποκτά το βάθος της με τον ίδιο τρόπο που τα μπλουζ του Μισισιπή της δεκαετίας του 1920 & 1930 κατέχουν το δικό τους βάθος - ήταν απαραίτητο για τους ανθρώπους να έχουν αυτό το είδος μουσικής - τόσο για χορό όσο και για περισυλλογή - για να ξεφύγουν από την ανία και τον αγώνα της καθημερινής τους ζωής. Το βάθος δεν είναι κάτι στη μουσική. Μάλλον, είναι στη λειτουργία της μουσικής μεταξύ εκείνων που την ακούν και τη χορεύουν .


To Yπόγειο:  Στο βιβλίο παραλληλίζεις την ιστορία ζωής του Αλέξη Ζούμπα με αυτή του Blind Willie Johnson και διερευνάς τα κοινά στοιχεία στο «Ηπειρώτικο Μοιρολόι» (1926) και το “Dark was the night , Cold was the Ground” (1927). Λες επίσης ότι το ένα είναι το πνευματικό δίδυμο του άλλου. Νομίζω ότι το επιχείρημά σου δεν έγκειται  τόσο στο ότι και οι δύο χρησιμοποιούν την ευρέως διαδεδομένη πεντατονική κλίμακα, αλλά κυρίως την ύπαρξη μιας υπερβατικής διάστασης / έκφρασης στο παίξιμό τους που δεν μπορεί να εξηγηθεί και έρχεται «πριν από τα μπλουζ», πριν τη γέννηση αυτής της μουσικής. 

C.K.: Ναι, αυτή είναι μια ακριβής παρατήρηση. Νομίζω όμως ότι το γεγονός ότι είναι ανεξήγητα και υπερβατικά, μπορεί να έχει κάτι να κάνει με την πεντατονική δομή τους, με τη χρήση ελεύθερου μέτρου, με αυτοσχεδιασμούς που βασίζονται σε ορισμένες επαναλαμβανόμενες φράσεις. Δεν νομίζω ότι μπορώ να σχολιάσω εάν υπάρχει μια αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των δομών και της υπέρβασής τους, αλλά είναι εξαιρετικό να το σκεφτόμαστε με αυτόν τον τρόπο.


To Yπόγειο:  Τώρα που έχεις δει και ακούσει πολλά πράγματα και τόσες απόψεις,  μπορείς να πεις “από πού έρχεται όλο αυτό” ; 

C.K.: Αυτό έρχεται από την ικανότητα του καλλιτέχνη (στην συγκεκριμένη περίπτωση, του μουσικού)  να «κινεί το μυαλό», να επιδρά στον ακροατή ψυχολογικά και συναισθηματικά. Ο Skip James θα έλεγε η ικανότητα είναι «να εκπλήξει το μυαλό» (σε βαθμό ζάλης). Νομίζω πρέπει να είναι συγγενές με την κάθαρση.


To Yπόγειο:  Ίσως ως ένα αρχικό στάδιο για την κάθαρση.  Κοντινή ερμηνεία στον ορισμό του Goethe για την κάθαρση... Αισθάνεσαι ότι υπάρχει λόγος να ‘σκάβουμε’ βαθύτερα στη σκοτεινή άγνωστη πλευρά αυτής της παλιάς μουσικής ή θα ήταν καλύτερα να θεωρούμε αυτές τις  διαστάσεις στο παίξιμό τους ως τη «μαγεία της μουσικής»; Μερικές φορές είναι καλύτερα να αφήνουμε τα πράγματα απλά να συμβαίνουν. 

C.K.: Δεν μπορώ παρά να είμαι περίεργος πώς λειτουργούν τα πράγματα. Αυτό είναι μέρος της βασικής ανθρώπινης φύσης. Να είναι περίεργος σαν παιδί και να αναρωτιέται για τη λειτουργία και το σχεδιασμό των πραγμάτων. Τούτου λεχθέντος, συνειδητοποιώ επίσης τους περιορισμούς της γνώσης και της θνητότητάς μας. Ότι δεν θα τα γνωρίσουμε όλα ή ακόμα και ένα μέρος από όλα αυτά. Έτσι, πρόκειται για μία ισορροπία μεταξύ του να είσαι περίεργος και να είσαι ικανοποιημένος.


To Yπόγειο:  Γράφεις, και είναι επίσης αποδεκτό, ότι η «λειτουργικότητα» ήταν η βάση της μουσικής στον αρχαίο κόσμο, σε διάφορες ιστορικές περιόδους και μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, καθώς οι άνθρωποι συγκεντρώνονταν για να αισθανθούν και να μοιραστούν τη χαρά ή να θεραπεύσουν τον πόνο τους. Πόσο δύσκολο είναι (ή δεν είναι) να βρούμε σήμερα το νόημα της "λειτουργικότητας στη μουσική"; 

C.K.: Νομίζω ότι είναι σχεδόν αδύνατο σήμερα να βρούμε την έννοια της λειτουργικότητας όπως υπήρχε. Εκτός από πολύ απομονωμένες ή πολύ συνεκτικές φυλετικές / εθνοτικές ομάδες που απορρίπτουν τον εκσυγχρονισμό, την παγκοσμιοποίηση ή την αλλαγή. Γνωρίζω ότι υπάρχει τέτοια μουσική στην Ελλάδα στη Θράκη, την Ελληνική Μακεδονία, την Ήπειρο, την Κρήτη, μερικά από τα νησιά του Αιγαίου, των Κυκλάδων και των Δωδεκανήσων και μεταξύ των Ποντίων. Υπάρχει σε ορισμένα μέρη των Βαλκανίων, αλλά με πολύ κατακερματισμένο τρόπο. Νομίζω ότι μιλάει βαθιά για την Ελλάδα το ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτής της μουσικής βρίσκεται ακόμα εδώ.



Ο Ναπολέων Ζούμπας δείχνει πώς οι μουσικοι πρέπει να είναι τυφλοί για να μεταδίδουν συναίσθημα – Ευγενική παραχώρηση  του Γιώργου Χαρίση.
 

To Yπόγειο:  Μας δίνεις ένα γεωγραφικό «πίνακα» της Ηπείρου «ζωγραφισμένο» με πολλά σκούρα χρώματα, τα οποία δικαιολογούνται από ιστορική άποψη και προφανώς επηρεάζουν την ψυχοσύνθεση του τοπικού πολιτισμού. Ο κ. Ναπολέων Ζούμπας, ένας εξαιρετικός κλαρινετίστας επίσης, σου έδειξε κάποια στιγμή πώς οι μουσικοί πρέπει να είναι (να αισθάνονται) τυφλοί για να μεταδώσουν συναίσθημα (σ.σ. βλ. φώτο παραπάνω). Έχω την αίσθηση ότι ο κ. Ναπολέων είναι μια ζωντανή προσωπικότητα. Θα έλεγες ότι η Ήπειρος είναι σαν τον Ναπολέοντα; -  Φερ΄ειπείν ότι η Ήπειρος υποδεικνύει το Σκοτεινό και το Θάνατο παντού, αλλά στην πραγματικότητα αυτές οι διαστάσεις είναι η απόδειξη της πραγματικής ζωής; 

C.K.: Νομίζω ότι η Ήπειρος ήταν περισσότερο σαν τον Ναπολέοντα. Με πολλούς τρόπους, θα ήθελα να είναι ακόμα έτσι. Είναι ένας εξαιρετικός κύριος, ανάμεσα στους τελευταίους πραγματικά σπουδαίους μουσικούς της περιοχής. Συχνά όταν σκέφτομαι τα πιο αποκαλυπτικά λόγια σοφίας ή τα πιο βαθιά γεγονότα που μου συνέβησαν τα τελευταία επτά χρόνια, ο Ναπολέοντας και η προσωπικότητά του χρωματίζουν τα πάντα. Αν μπορούσα να αρχίσω τη ζωή μου από την αρχή, θα είχα μετακομίσει στην Ήπειρο ως παιδί και θα μελετούσα μουσική στα πόδια του.


To Yπόγειο:  Είναι αλήθεια ότι πολλοί Έλληνες δεν αγαπούν τη μουσική της Ηπείρου και την παραδοσιακή μουσική γενικά. Διαβάζω ότι «Η Ηπειρωτική μουσική δεν είναι για όλους, είναι μόνο για εκείνους που ζουν εκεί ή επιστρέφουν με κάθε δυνατή ευκαιρία». Είναι ένα είδος εμμονής; Εντυπωσιάστηκα διαβάζοντας ότι πολλοί ξένοι επισκέπτες έχουν τόσο διαφορετικές αλλά ισχυρές απόψεις για αυτή.​

C.K.: Νομίζω ότι οι περισσότεροι Έλληνες που εγκαταλείπουν το μέρος που γεννήθηκαν για να ζήσουν στο εξωτερικό, ειδικά η νεότερη γενιά που επιθυμεί να γίνει σύγχρονη και εξευρωπαϊσμένη και παγκόσμια, πραγματικά έχει ξεχάσει τη μουσική τους και σιγά σιγά την αντιπαθεί. Για κάθε Ηπειρώτη που συνάντησα που είναι ορμητικός οπαδός της δικής τους μουσικής, συνάντησα άλλους εννέα που ρωτούσαν γιατί μου αρέσει. Νομίζω ότι η πραγματική δοκιμασία είναι ακριβώς αυτό - επιστρέφεις σε κάθε ευκαιρία για να ακούσεις τη μουσική ή είσαι άνετος με το να την ξεχνάς. Και έτσι είναι μια εμμονή. Οι περισσότεροι από τους Έλληνες φίλους μου από την Ήπειρο είναι μανιώδεις σαν εμένα. Είμαστε προσκολλημένοι στη μουσική, σε αυτό που κάνει σε εμάς και στο πώς μας κάνει να αισθανόμαστε. Έτσι, ναι, είναι μια θαυμάσια εμμονική διαταραχή !!! Χαίρομαι που έχω την ίδια ασθένεια όπως οι  Ηπειρώτες φίλοι μου.


To Yπόγειο: Η περιγραφή σου για μία βραδιά στο πανηγύρι είναι εξαιρετική. Η χρήση μεταφορών σε συνδυασμό με  αναφορές στα αρχαία τελετουργικά του θεού Διόνυσου, τον ξεριζωμένο παγανισμό και την ποιότητα του αυτοσαρκασμού σου υποδεικνύουν μια προσωπική βαθιά έρευνα που απέχει από την ιδέα του συνηθισμένου ξένου επισκέπτη που μεθάει και βλέπει τους ντόπιους ως μισόγυμνους παγανιστές χορευτές - που μερικές φορές μπορεί να γίνουν στα αλήθεια  - Γράφεις μεταξύ άλλων ότι “ η Ορθόδοξη Εκκλησία ικανοποίησε το μυαλό, αλλά άφησε την καρδιά να λαχταρά για πτυχές του παρελθόντος. “  - Θυσιάσαμε τον εαυτό μας στο βωμό του ορθολογισμού; 

C.K.: Το κάναμε. Νομίζω ότι η καλύτερη μεταφορά που βρέθηκε για το τι συνέβη όταν δώσαμε  κυριαρχία στον ορθολογισμό πάνω από το αρχέγονο τελετουργικό, βρίσκεται στον κινηματογράφο - ιδιαίτερα στα έργα του Αντρέι Ταρκόφσκι. Χρησιμοποιώ το απόσπασμά του στην αρχή αυτού του κεφαλαίου  στο πανηγύρι: «Ο πολιτισμός μας πηγαίνει προς τη λάθος κατεύθυνση. Η πνευματική μας ανάπτυξη μάς σέρνει πίσω από την τεχνική πρόοδο τόσο που βρισκόμαστε σε μια συνεχή πνευματική κρίση. Η σύγκρουση μεταξύ υλικού και πνευματικού είναι το γεγονός και ο μυελός μας απλά αντιδρά, αναζητά λύση σε μία τέτοια κρίση».


To Yπόγειο: Αρκεί, ή ικανοποιεί, η αντίληψη της Ηπειρώτικης μουσικής ως τοπικό φαινόμενο;

C.K.: Λοιπόν, σήμερα είναι. Αλλά όχι, κατά το παρελθόν.  Η Ηπειρώτικη μουσική δεν ήταν τοπικό φαινόμενο αλλά μάλλον ένα ανθρώπινο, παγκόσμιο φαινόμενο. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ήταν συνήθως η μουσική. Οι διαφορές θα ήταν στη γλώσσα, στους ρυθμούς, στο στήσιμο των οργάνων. Αλλά το πνεύμα και η αίσθηση της κοινωνίας θα ήταν ένα αρχέγονο ανθρώπινο πράγμα - καθολικό περισσότερο ή λιγότερο. Αυτά θα ήταν τα ίδια ή τουλάχιστον παρόμοια.


To Yπόγειο: Για μένα το βιβλίο λειτουργεί ως έμπνευση.  Για να ξανασκεφτεί κανείς ή να αλλάξει νοοτροπία, να κινηθεί στη ζωή με αξίες που δεν ταιριάζουν στην παγκοσμιοποίηση και την ομογενοποίηση (μουσικής ή άλλο). Μετά από 7 χρόνια έρευνας, αμέτρητα 78 άρια και πολλές επισκέψεις σε όλη την Ήπειρο και την Ελλάδα, τι νομίζεις;  Υπάρχει ελπίδα να σώσουμε την ανθρώπινη ταυτότητά μας;

C.K.: Δεν είσαι η πρώτη που το λες αυτό ή το αντιλαμβάνεσαι. Και σίγουρα αυτό ήταν στο μυαλό μου όλη την ώρα που ερευνούσα και μετά άρχισα να γράφω το βιβλίο. Το γεγονός είναι ότι η λογοτεχνία και η μουσική πρέπει να προκαλούν μετασχηματισμό ή ανανέωση. Διαφορετικά, και τα δύο - η λογοτεχνία και η μουσική - δεν έχουν νόημα. Εάν παράγεις κάτι και δεν είναι σημαντικό, τότε ποιο είναι το νόημα στη δημιουργία του; Έτσι, ναι, έχω την ελπίδα ότι ενδεχομένως αυτό το βιβλίο θα μπορούσε να προκαλέσει κάτι ανάλογο με τo ξανάνιωμα του τρόπου με τον οποίο σκεφτόμαστε τη μουσική και τον πολιτισμό και τον τρόπο που συνηθίζαμε να αλληλεπιδρούμε με τον κόσμο και ο ένας με τον άλλον. Οτι ίσως μπορεί να ξανασκεφτούμε ποιες αρετές εμπεριέχονται στην αποδοχή της παγκοσμιοποίησης και της ομογενοποίησης και ποιες είναι οι άσχημες συνέπειες. Επειδή υπάρχουν πολύ σοβαρές συνέπειες σε αυτά τα πράγματα. Και υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις. Έτσι, νομίζω ότι υπάρχει ελπίδα για μεταμόρφωση και ανανέωση. Είναι αστείο γιατί είχα μια μακρά συζήτηση με έναν φίλο καλλιτέχνη που είχε μόλις τελειώσει το βιβλίο και είπε το ίδιο πράγμα. Ότι το βιβλίο του έδωσε έμπνευση για να σκεφτεί ότι υπήρχε ελπίδα για αναδημιουργία, όπως υπάρχει ελπίδα στην "αληθινή αγάπη". Τον διόρθωσα. Δεν υπάρχει ελπίδα στην αληθινή αγάπη, μόνο η ελπίδα στη μεταμόρφωση.​


To Yπόγειο: Όλα αλλάζουν με λίγο τσίπουρο και συνήθως κάτι αφήνει ένα σημάδι. Τι είναι η Ήπειρος για εσένα;

C.K.: Η Ήπειρος είναι η απάντηση σε όλα για μένα τώρα. Είναι τα πάντα. Είναι το πεπρωμένο μου. Τη σκέφτομαι ως σπίτι μου περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Όταν είμαι στην Αμερική, απλώς σχεδιάζω την επόμενη επιστροφή μου. Και στη συνέχεια τη μελλοντική μου μόνιμη μετεγκατάσταση  με το αρχείο μου, με τα 78άρια και τα όργανά μου, με τα βιβλία μου και το πεδίο εργασίας μου. Είναι παράξενο, αλλά σκέφτομαι ακόμη και το να πεθαίνω εκεί. Πώς πρέπει να συμφωνήσω με μερικές γυναίκες Σαρακατσάνων  να τραγουδούν μοιρολόγια πάνω από τον τάφο μου. Επειδή είναι οι καλύτερες σε αυτό. Αλλά αυτό συμβαίνει επειδή είμαι ένας άνθρωπος που θέλει να προετοιμάζεται. Ίσως ακούγεται αφελές, αλλά ξέρω ότι θα είμαι πιο ευτυχισμένος στην  Ήπειρο από ότι οπουδήποτε αλλού τώρα. Ξέρω ότι θα είμαι μόνος αλλά τουλάχιστον θα έχω τα 78άρια μου να μου κρατούν συντροφιά. Και θα έχω το γράψιμο και το πεδίο εργασίας μου και την αρχειοθέτηση. Αλλά έχω απορρίψει, περισσότερο ή λιγότερο, οποιοδήποτε από τα άλλα πλούτη που μου προσφέρονται σε αυτόν τον κόσμο. Όταν η πίστη σου στην ανθρωπότητα έχει καταστραφεί και οι ελπίδες σου ότι κάποιος μπορεί να σε εκτιμήσει εξίσου με τον εαυτό του καταστρέφεται (ο ίδιος είναι ίσος με εσένα με κάθε τρόπο ), τότε δεν υπάρχει άλλη επιλογή παρά να «αλλάξεις δέρμα», να αρχίσεις ξανά. Και θέλω να το κάνω αυτό στην Ήπειρο.
 

To Yπόγειο: Ο Aμερικανός σκηνοθέτης Jim Jarmusch είπε για το βιβλίο σου  : "Η Οδύσσεια αυτή θα λειτουργήσει μεταμορφωτικά σε οποιονδήποτε ενδιαφέρεται για τη δύναμη της μουσικής- πνευματικά, πολιτιστικά, ιστορικά ή πολιτικά- . Μέσα από μία ανθρωπολογική αστυνομική ιστορία  ο Christopher King με επιδέξιο τρόπο αποκαλύπτει  λεπτομέρειες και αντηχεί συνάφειες που προσωπικά δεν είχα φανταστεί ποτέ. Συναρπαστικό."  Είναι τα λόγια αυτά μία πρόσθετη ανταμοιβή για τις προσπάθειές σου; Ξέρω ότι λατρεύεις τον κινηματογράφο.

C.K.:  Ήταν πολύ ευγενικό εκ μέρους του Jim να το πει αυτό. Σέβομαι πολύ το έργο του, πολύ. Η ταινία του "Όρια Ελέγχου", είναι μία από τις καλύτερες ταινίες του 21ου αιώνα. Είναι σπάνιο πράγμα όταν η μουσική και ο οπτικός κόσμος συνδέονται τέλεια μεταξύ τους. Αυτό συμβαίνει σε αυτή την ταινία. Όταν γράφω, τείνω να παίρνω μία κινηματογραφική φωνή καθώς περιγράφω τον κόσμο γύρω μου. Ήταν ένας από εκείνους τους αναγνώστες που το σημείωσαν νωρίς. 


To Yπόγειο: Οπότε, τι νομίζεις για τον αρχαίο θεό Πάνα; Είναι ακόμα ζωντανός; 

C.K.:  Ασφαλώς και είναι!!! Δεν πέθανε ποτέ. Απλώς ‘έστησε’ το θάνατό του. Όπως ένας χαρακτήρας σε ένα noir crime film.


Βίκυ - To Yπόγειο: Christopher, σε ευχαριστούμε πολύ για την πολύ όμορφη συζήτηση. Θα τα ξαναπούμε σύντομα. 

C.K.:  Σε ευχαριστώ πολύ Βίκυ για τούτη την εκ βαθέων και εσωτερική συζήτηση. Είμαι ευγνώμων που μπόρεσα να εκφράσω την αγάπη μου για την ΄Ηπειρο και τη μουσική της με τόσο ωραίο τρόπο. 
 

* * *
 

Ηπειρώτικο Μοιρολόγι - Αλέξης Ζούμπας

 

Σκάρος - Κίτσος Χαρισιάδης

Σχετικα Αρθρα
ypogeio.gr
L'Impératrice
Charles de Boisseguin
(11/06/2018)
ypogeio.gr
Holy Motors
Lauri Raus
(11/05/2018)
ypogeio.gr
Cairobi
Salvador Garza
(31/07/2017)
ypogeio.gr
Seth XVI
Mickaël Verdot
(17/04/2018)
Χρησιμοποιούμε cookies μόνο για στατιστικούς λόγους (google analytics). Δεν συλλέγουμε κανένα προσωπικό δεδομένο.
ΕΝΤΑΞΕΙ