Albums of 2025
by Michael Apostolou

Όσο κι αν κάθε χρόνο παραπονιόμαστε για τις μέτριες παραγωγές και τον θόρυβο που συχνά σκεπάζει την ουσία, η μουσική δεν έπαψε ούτε φέτος να προσφέρει λόγους για προσεκτικές ακροάσεις. Ανάμεσα στις εύκολες κυκλοφορίες, ξεχώρισαν δίσκοι με χαρακτήρα, βάθος και προσωπικό αποτύπωμα. Μουσικές που δεν αποκαλύπτονται εύκολα, αλλά χρειάζονται χρόνο, κόπο και διάθεση για ανακάλυψη. Μερικές από αυτές τις κυκλοφορίες συγκεντρώνονται παρακάτω, στα είκοσι άλμπουμ του 2025. Καλή χρονιά !
Brooke Combe - Dancing At The Edge Of The World

Το Dancing At The Edge Of The World σηματοδοτεί τον ερχομό της δεύτερης κυκλοφορίας της Brooke Combe με αυτοπεποίθηση και χαρακτήρα. Ένας δίσκος που δείχνει ότι η Σκωτσέζα τραγουδίστρια και τραγουδοποιός, βρίσκεται ήδη πολύ πέρα από τον τίτλο της «νέας φωνής της soul», όταν πρωτοεμφανίστηκε το 2021. Η Combe με καταγωγή από το Dalkeith και επιρροές από κλασική Motown, neo-soul και R&B, καταφέρνει να ενώσει τη vintage αισθητική με τη σύγχρονη μουσική αυτών των ειδών. Ξεκινώντας από το φλογερό This Town, με την υπόγεια ενέργεια της soul και των northern-soul grooves και περνώντας σε τραγούδια όπως το L.M.T.F.A., που ισορροπεί ανάμεσα στην αυθεντική γκρούβα και την ειλικρίνεια στιχουργικά, μέχρι το Pieces που κλείνει το μάτι σε πιο jazz μελωδικές στιγμές. Οι παραγωγές, που έγιναν με τον James Skelly των Coral και ηχογραφήθηκαν ζωντανά σε tape, δίνουν στο άλμπουμ τον ζεστό αναλογικό ήχο και ρυθμό, που τονώνει την ήδη ορμητική φωνή της Combe και δείχνει μια καλλιτέχνιδα με εφόδια παράδοσης αλλά και με φρέσκιες ιδέες.
Σε καμία στιγμή δεν ένιωσα ότι ακούω κάποια ρετρό αναπαραγωγή ήχων από το παρελθόν. Η Combe τραγουδά με τον δικό της τρόπο και φωτίζει πτυχές της ανεξαρτησίας και του αυτοπροσδιορισμού της, με στίχους που απλώνονται από την αναζήτηση ελευθερίας, μέχρι την αναθεώρηση τραυματικών προσωπικών εμπειριών και συναισθημάτων. Όσο για τη φωνή, αυτή η βραχνάδα και το ανεπιτήδευτο τρέμουλο στο τραγούδισμα της, είναι οι λόγοι για τους οποίους η soul της Combe αποκτά χαρακτήρα και προσωπικότητα. Ένας δίσκος με αξιοσημείωτη ωριμότητα, παρά το νεαρό της ηλικίας της (μόλις 24 ετών) και δέκα πλούσια old-school soul κομμάτια που αποκαλύπτουν μια καλλιτέχνιδα σε πλήρη άνθηση. Όλο το άλμπουμ της ΕΔΩ.
Joshua Moriarty - Long Way Back

Ένα από τα στοιχεία που κερδίζουν άμεσα στο Long Way Back είναι η αγάπη του Joshua Moriarty για τις ορχήστρες και τις οργανικές ενορχηστρώσεις, κάτι που διαπερνά μεγάλο μέρος του δίσκου και λειτουργεί σαν βάλσαμο για τα αυτιά. Ο δραστήριος Αυστραλός δημιουργός, γνωστός φυσικά από τη συμμετοχή του σε σχήματα όπως οι Miami Horror και οι Telenova, φέρνει φέτος την εμπειρία του από αυτά τα μουσικά περιβάλλοντα σε μια πιο προσωπική και ώριμη κυκλοφορία. Πρόκειται για την τέταρτη σόλο δουλειά του, η οποία ακούγεται σαν το έργο ενός δημιουργού που ξέρει πότε να εμπιστευτεί την απλότητα και πότε να αφήσει τις συνθέσεις να ανοίξουν, δίνοντας στις ενορχηστρώσεις ρόλο ισότιμο με τη μελωδία.
Κομμάτια όπως τα Axel, Spies In The Water και Sailing On The Stars θα βρουν πανεύκολα τη θέση τους σε ραδιοφωνικές μεταδόσεις, εφοδιασμένα με χαρακτηριστικές μελωδίες, πανέμορφα πνευστά και μια συναρπαστική αίσθηση δραματουργίας. Το κρυφό χαρτί του δίσκου έρχεται στο κλείσιμο με το Flowers In The Wind, ένα κομμάτι που ξεκινά ήσυχα, με πιάνο, ξυλόφωνα, βιολί και ακουστική κιθάρα, για να ανοίξει σταδιακά σε μια πλούσια, ενορχηστρωμένη κορύφωση από κρουστά και έγχορδα, κλείνοντας τον δίσκο με τρόπο απρόσμενα γενναιόδωρο. Στο Long Way Back, διάρκειας μόλις 38 λεπτών, ο Moriarty δείχνει ξεκάθαρα την πρόθεσή του να γράψει γλυκές μελωδίες και το καταφέρνει με επιδεξιότητα ακόμη και όταν καταπιάνεται με western spaghetti αναφορές, όπως στο West Of The Range. Όλος ο εξαίσιος δίσκος ΕΔΩ.
David Keenan - Modern Mythologies

Αντί να σε τραβήξει από το μανίκι, το Modern Mythologies θα σε πλησιάσει αργά. Ο David Keenan, γεννημένος στο Dundalk της Ιρλανδίας, ανήκει σε εκείνη τη γενιά τραγουδοποιών που μεγάλωσαν ανάμεσα στην προφορική παράδοση, το post-punk και τη λογοτεχνία. Από το ντεμπούτο του Beginner’s Guide to Bravery το 2020 μέχρι σήμερα, έχει δείξει μια σταθερή εμμονή με τις ιστορίες, όχι ως απλή αφήγηση, αλλά ως τρόπο κατανόησης του παρόντος. Στο Modern Mythologies μετακινείται ακόμη πιο συνειδητά προς αυτή την κατεύθυνση, γράφοντας τραγούδια που μοιάζουν με μικρά σύγχρονα παραμύθια, όπου η ιρλανδική καθημερινότητα, η πολιτισμική μνήμη και η προσωπική εμπειρία μπλέκονται χωρίς σαφή όρια, αλλά με τρόπο που τελικά βγάζει νόημα στο αυτί του ακροατή.
Στο τέταρτο άλμπουμ του, ο Keenan προχωρά τη σύνθεσή του πέρα από τα καθαρά folk μονοπάτια, ενσωματώνοντας στοιχεία jazz-funk, country, indie και ηλεκτρονικής μουσικής, με σταθερή εστίαση πάντα στην αφήγηση και τις εικόνες. Ανοίγει τον δίσκο με το Amelioration, ένα απίστευτα ραδιοφωνικό κομμάτι που συνδυάζει jazz-bar ατμόσφαιρα με ενορχηστρώσεις που λειτουργούν υποστηρικτικά στην ερμηνεία, και συνεχίζει με τραγούδια όπως το Suriname or Bust, όπου η επιθυμία για φυγή και η ένταση ανάμεσα στη ζωηράδα της μουσικής και το περιεχόμενο των στίχων εναλλάσσονται με σχεδόν ποιητική αμεσότητα. Σε άλλα σημεία, όπως στο Lives Left Out To Dry, η μουσική υποχωρεί διακριτικά ώστε να έρθουν στο προσκήνιο εικόνες της καθημερινής ύπαρξης, που ισορροπούν ανάμεσα στην τραγικότητα και το black humor. Μέσα από αυτές τις εναλλαγές, ο Keenan συνθέτει ένα έργο που μοιάζει με ανθολογία ιστοριών, καθεμιά με τη δική της γλώσσα, χρώμα και τόνο, υπογραμμίζοντας ότι οι «σύγχρονες μυθολογίες» του δεν είναι μυθοπλασίες, αλλά τρόποι να παρατηρήσεις τον κόσμο γύρω σου με ειλικρίνεια. Όλο το άλμπουμ ΕΔΩ.
Antony Szmierek - Service Station At The End Of The Universe

Η αλήθεια είναι ότι είχαμε καιρό να ακούσουμε έναν καλό βρετανικό spoken word δίσκο, από εκείνους που κάποτε μας σύστησαν οι The Streets, όπου ο λόγος λειτουργούσε σαν χρονικό της καθημερινότητας. Ο Antony Szmierek, με το Service Station At The End Of The Universe, επαναφέρει αυτή την παράδοση σε σύγχρονο πλαίσιο, αντλώντας από τη βρετανική dance κουλτούρα, το hip hop και την ποίηση του δρόμου. Προερχόμενος από το Μάντσεστερ και με παρελθόν στο spoken word και έντονη αφηγηματική προσέγγιση (εργαζόταν ως δάσκαλος πριν στραφεί πιο συστηματικά στη μουσική), γράφει και αφηγείται με τρόπο άμεσο, γεμάτο χιούμορ και παρατήρηση, χτίζοντας έναν κόσμο από ιστορίες, χαρακτήρες και σκέψεις που μοιάζουν τόσο οικείες. Κομμάτια όπως τα Big Light και Crumb ξεχωρίζουν για τον τρόπο που συνδυάζουν ρυθμό και αφήγηση, αναδεικνύοντας προσωπικές ιστορίες γεμάτες σκέψεις, αμφιβολίες και λεπτομέρειες της καθημερινότητας.
Μουσικά, ο δίσκος κινείται ανάμεσα σε house ρυθμούς και synth-pop, με παραγωγή που κινείται κυρίως σε μινόρε διαθέσεις, φωτιζόμενες κατά τόπους από ματζόρε πινελιές και επαναληπτικά ρυθμικά μοτίβα. Τα Take Me There και Crashing Up δείχνουν καθαρά την ικανότητα του Szmierek να ισορροπεί ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό, μετατρέποντας απλές στιγμές σε κάτι μεγαλύτερο, χωρίς υπερβολές. Δεν πρόκειται για έναν δίσκο που κυνηγά εντυπωσιασμούς, αλλά για μια δουλειά που στηρίζεται στη συνέπεια, την παρατήρηση και τη σωστή χρήση του λόγου πάνω στη μουσική. Αν φέτος ψάχνατε για έναν δίσκο που να μιλά για τη σύγχρονη βρετανική αστική εμπειρία με ευφυΐα, ρυθμό και ουσία, το Service Station At The End Of The Universe είναι ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα. Όλος ο δίσκος ΕΔΩ.
Adrian Quesada - Boleros Psicodélicos II

Ο Αμερικανός Adrian Quesada, στο Boleros Psicodélicos II, συνεχίζει και εξελίσσει το εγχείρημα που ξεκίνησε το 2022 με το Boleros Psicodélicos, προσεγγίζοντας το bolero όχι ως νοσταλγική αναβίωση, αλλά ως μια ζωντανή κατηγορία μουσικής που μπορεί ακόμη να μιλά στο παρόν. Ο δίσκος κινείται γύρω από την απώλεια, τον έρωτα και τη μνήμη, χωρίς μελόδραμα ή αναζήτηση οίκτου. Η αίσθηση που αφήνει είναι σαφώς λιγότερο λαμπερή και πιο εσωστρεφής σε σχέση με τον πρώτο δίσκο, με τις ερμηνείες να κουβαλούν την εμπειρία καλλιτεχνών με βαθιά σχέση με το είδος. Οι καλεσμένοι συμμετέχοντες, από διαφορετικές γενιές και σκηνές της λατινοαμερικανικής μουσικής, λειτουργούν ως φορείς ιστορίας, δίνοντας στον δίσκο έναν συλλογικό χαρακτήρα, σχεδόν σαν φόρο τιμής σε μια συγκεκριμένη εποχή, χωρίς σε καμία στιγμή να χάνεται η συναισθηματική αμεσότητα.
Σε επίπεδο μουσικής, ο Quesada δουλεύει ξανά με αναλογικό ήχο, έγχορδα, πνευστά και ρυθμούς που παραπέμπουν τόσο σε παλιές λατινοαμερικανικές ηχογραφήσεις όσο και σε σύγχρονη soul παραγωγή. Κομμάτια όπως τα No Juego και Ojos Secos δείχνουν πώς μπορεί να συνδυαστεί η αυστηρή δομή του bolero με ψυχεδελικές πινελιές, διακριτικά synths και κινηματογραφική ενορχήστρωση. Η παραγωγή είναι ζεστή και αφήνει χώρο στις γυναικείες φωνές να αναπνεύσουν. Πρόκειται για έναν δίσκο που δεν ζητά σύγκριση με τον πρώτο, αλλά να ακουστεί ως το φυσικό επόμενο βήμα μιας ιδέας που ωρίμασε στον χρόνο. Όλος ο δίσκος ΕΔΩ.
Lea Maria Fries - Cleo

Η Lea Maria Fries στο Cleo δείχνει από την πρώτη στιγμή ότι την ενδιαφέρει περισσότερο το βάθος παρά η επίδειξη των ικανοτήτων της. Ελβετίδα στην καταγωγή, με θητεία στη jazz σκηνή αλλά και σαφή επαφή με τη σύγχρονη soul και την art pop, παρουσιάζει φέτος τον πρώτο της ολοκληρωμένο δίσκο. Το Cleo κινείται ανάμεσα στην εσωστρέφεια, την εξομολόγηση και μια ελεγχόμενη θεατρικότητα. Η φωνή της, αν και δεν θα την κατέτασσα στην κατηγορία των «χαρισματικών», λειτουργεί άριστα ως βασικό αφηγηματικό εργαλείο. Όχι τόσο λόγω έκτασης ή τεχνικής, όσο επειδή μεταφέρει ταυτόχρονα και με επιτυχία ένταση και αυτοπεποίθηση.
Μουσικά, το Cleo ισορροπεί ανάμεσα σε jazz, art και avant-pop στοιχεία, χωρίς να εγκλωβίζεται σε κάποιο από αυτά. Η φωνή της Fries λειτουργεί όντως ως ακόμη ένα μουσικό όργανο, με φράσεις που δεν υπακούν πάντα στις συμβατικές δομές του τραγουδιού, ενώ οι ενορχηστρώσεις αφήνουν χώρο στο πιάνο, τα πνευστά και σε διακριτικά ηλεκτρονικά στρώματα να συνυπάρξουν. Εκτός από το ομότιτλο Cleo, που ξεχώρισε άμεσα και ραδιοφωνικά, το Shop for Sunshine, το οποίο προστέθηκε αργότερα στη deluxe έκδοση του άλμπουμ, με έκανε να αναρωτηθώ γιατί δεν συμπεριλήφθηκε εξαρχής. Πρόκειται για καθαρόαιμη pop σε γρήγορους ρυθμούς, με όμορφες εναλλαγές τονικότητας και δυναμικό τραγούδισμα από τη Lea. Το Cleo είναι ένας δίσκος για τους τυχερούς, εκείνους που τον ανακάλυψαν και απόλαυσαν εξήντα πέντε λεπτά pop και jazz πανδαισίας. Όλο το άλμπουμ ΕΔΩ.
Kanot - Vind

Το Vind των Kanot κυκλοφόρησε στις 7 Φεβρουαρίου από την ανεξάρτητη σουηδική ετικέτα Dream On Records και αποτελεί το δεύτερο πλήρες άλμπουμ του ντουέτου των Jesper Jarold και Anton Kolbe, δύο σύγχρονων μουσικών της σκανδιναβικής σκηνής. Από το άνοιγμα με το Flagolett μέχρι κομμάτια όπως τα Port Salut, Medvind Part 1 & Part 2 και Trabzon, ο δίσκος ξεδιπλώνεται με τρόπο που η kraut rock προσωπικότητά του, αν και δεν μοιάζει να πρωταγωνιστεί, λειτουργεί ως το βασικό συστατικό, εκείνο που αν έλειπε, τίποτα δεν θα ήταν ίδιο. Το άλμπουμ κινείται ανάμεσα σε στιγμές έντασης και πιο ήρεμα περάσματα, όπως το Sunset, που λειτουργεί σχεδόν σαν παύση μέσα στη συνολική διαδρομή. Το Vind ακούγεται φυσικά ως ενιαίο σύνολο, χωρίς απότομες αλλαγές ή διασπαστικές μουσικές παρενθέσεις.
Οι Kanot δεν περιορίζονται σε μία και μόνο αισθητική κατεύθυνση. Στο Vind οι Σουηδοί πραγματεύονται διαφορετικούς ρυθμούς, δανείζονται στοιχεία από funk και kraut και μπλέκουν μουσικές αναφορές από πιο μακρινά ηχοτοπία, όπως η afro-groove. Όλα αυτά ενσωματώνονται στις συνθέσεις τους μέσα από μια σύγχρονη, προσωπική αντίληψη. Στο Final Call και το Tiden Stannade, με τα τόσο ταιριαστά έγχορδα, η πρόθεσή τους να δώσουν έμφαση στη λεπτομέρεια και τη διάρκεια, στα όρια του jamming, αφήνοντας τα κομμάτια να αναπτυχθούν οργανικά στο αυτί του ακροατή, χτίζει ουσιαστικά τον ίδιο τον χαρακτήρα του άλμπουμ. Το Vind ξεχωρίζει ως ένας δίσκος που ανταμείβει την προσεκτική ακρόαση, κάτι που αντιλήφθηκα τη στιγμή που έκλεισα την οθόνη του υπολογιστή και άκουσα χωρίς τίποτα άλλο να μου αποσπά την προσοχή. Όλος ο ταξιδιάρικος δίσκος ΕΔΩ.
Kashena Sampson - Ghost Of Me

Η Kashena Sampson στο Ghost Of Me χτίζει έναν δίσκο που μοιάζει να γεννιέται από την ανάγκη επανεφεύρεσης και ειλικρινούς αυτοέκφρασης. Όχι ως «folk» ή «Americana» καλλιτέχνιδα κατ’ ανάγκη, αλλά ως δημιουργός μιας σκοτεινής, προσωπικής μουσικής εμπειρίας. Κομμάτια όπως το Phases, που η ίδια περιγράφει ως στιγμή αυτοαντανάκλασης, ή το Rearview Mirror, όπου μιλά για το πώς πολλά πράγματα γίνονται κατανοητά μόνο όταν τα κοιτάξεις από απόσταση, τοποθετούν τον ακροατή μέσα σε μια κοινή διαδικασία εσωτερικής αναθεώρησης. Η Sampson δεν επαναπαύεται στους παραδοσιακούς όρους της Americana και της folk, αλλά τους μετατοπίζει, βάφοντας ολόκληρο το άλμπουμ με μια σκοτεινή indie χροιά.
Στο επίπεδο της μουσικής, το Ghost Of Me παρουσιάζει στοιχεία που καταδεικνύουν την εξέλιξη της αμερικανίδας Sampson. Στο Heartache η παραγωγή συνδυάζει λαμπερές, ατμοσφαιρικές κιθάρες με πλούσιες αρμονίες από pop/rock επιρροές. Στο Fucked Up Love η σύνθεση παίρνει μια πιο shoegaze όψη, με layers και μελωδικές γραμμές που προσθέτουν βάθος στην αφήγηση της. Ο παραγωγός Jon Estes από το Nashville, που έχει δουλέψει μαζί της και στο παρελθόν, ενώνει ηλεκτρικά και ακουστικά κιθαριστικά στοιχεία με reverb και synths ώστε να δώσει συνοχή στον τελικό ήχο. Αυτή η προσέγγιση κάνει το Ghost Of Me να κινείται με αυτοπεποίθηση και να ακουμπά την ουσία του συναισθήματος, αυτού που πηγάζει άμεσα από την προσωπική εμπειρία. Κάθε κομμάτι του άλμπουμ έχει αυτό το κάτι που θα σε συγκρατήσει εκεί, να το ακούσεις ξανά και ξανά. Όλο το άλμπουμ ΕΔΩ.
Essential Machine - Compressor // Sustainer

Οι Essential Machine, το indie rock τρίο από την Pennsylvania των ΗΠΑ, αποτελούνται από τον RJ Dietrich (κιθάρα/φωνητικά), την Karen Dietrich (drums) και τον γιο τους Robert Dietrich (πλήκτρα/μπάσο/φωνητικά) και φέτος κυκλοφόρησαν το πέμπτο τους άλμπουμ, ίσως και έναν από τους πιο αξιόλογους δίσκους της χρονιάς. Ξεκινώντας το 2008 ως folk duo, μετεξελίχθηκαν σταδιακά σε πλήρες σχήμα, ενσωματώνοντας synthesizers, indie rock στοιχεία, επιρροές από classic rock, 80s new wave και post-punk, στοιχεία που διακρίνονται καθαρά και στη νέα τους κυκλοφορία Compressor // Sustainer. Κατά τη διάρκεια της δημιουργίας του άλμπουμ, οι Αμερικανοί ανέλαβαν οι ίδιοι την ηχογράφηση, το mixing και μέρος της παραγωγής, κάτι που προσδίδει στο τελικό αποτέλεσμα μια χαρακτηριστική εσωτερική συνοχή, εύκολα αντιληπτή, ακόμα και χωρίς ιδιαίτερες μουσικές γνώσεις.
Αν και οι Essential Machine έχουν ξεκάθαρο προσωπικό ύφος, σε ορισμένα σημεία, κυρίως στον τρόπο που χειρίζονται τις ηλεκτρικές κιθάρες, το layering των φωνητικών και την αίσθηση του χώρου, έρχονται αναπόφευκτα στο μυαλό πρώιμοι Radiohead. Εκεί όπου μελωδίες και αινίγματα συνυπάρχουν, χωρίς προσφυγή σε εύκολα ή τετριμμένα κιθαριστικά riffs. Πώς άλλωστε να μην πάει ο νους προς τα εκεί με τραγούδια όπως τα Walking Pi (In a Daze) και The World Is Watching, όπου οι κιθάρες και τα synths κουβαλούν έντονα τον αέρα των 90s. Σε άλλα κομμάτια, όπως τα Sparrow και Merry-Go-Round, η μπάντα αξιοποιεί ρυθμικές εναλλαγές και πιασάρικα ρεφρέν με τρόπο που σε πείθει ότι γράφει το δικό της μανιφέστο, αδιαφορώντας συνειδητά για το τι συμβαίνει γύρω της. Παρ’ όλα αυτά, το άλμπουμ αφήνει τελικά την αίσθηση ενός γόνιμου «διαλόγου» ανάμεσα στο κλασικό και το σύγχρονο indie rock και αυτό μοιάζει περισσότερο με φυσική εξέλιξη παρά με προσχεδιασμένη πρόθεση. Όλος ο εξαιρετικός δίσκος ΕΔΩ.
Bobby Bazini - Seul Au Cinéma

Ο Bobby Bazini, γνωστός Καναδός τραγουδοποιός από το Mont-Laurier του Κεμπέκ, κάνει το 2025 ένα ουσιαστικό βήμα στην καριέρα του, με το Seul Au Cinéma να αποτελεί το πρώτο του LP στη γαλλική γλώσσα. Με μια μουσική πορεία που ξεκίνησε το 2010 με το Better in Time και έφτασε μέχρι το Pearl του 2023, ο Bazini στρέφεται φέτος σε μια πιο προσωπική αναζήτηση, επαναπροσδιορίζοντας τη σχέση του τόσο με τη γλώσσα όσο και με τη μουσική του ταυτότητα. Η απόφαση να γράψει τον νέο του δίσκο στα γαλλικά συνοδεύεται και από την εισαγωγή διαφορετικών επιρροών, μέσα στα 28 λεπτά της διάρκειάς του. Από τη folk-pop παράδοση του επίσης Καναδού Daniel Bélanger μέχρι τις πιο σύγχρονες folk-soul υφές που αναδεικνύονται στα Février et le mauve και Rouler en août, η παραγωγή του άλμπουμ, σε συνεργασία με τον Connor Seidel, επιδιώκει να αφήσει χώρο στα όργανα και στη φωνή, ώστε να ακουστούν καθαρά και διακριτά.
Στο Seul au cinéma, ο Bazini δουλεύει με περιορισμένα μέσα, με τα τραγούδια να στηρίζονται κυρίως στη φωνή του, την κιθάρα και το πιάνο. Οι παρεμβάσεις από έγχορδα και πνευστά είναι διακριτικές, όχι διακοσμητικές, αλλά λειτουργούν ενισχυτικά στη συνολική αφήγηση. Κομμάτια όπως τα Février et le mauve και Le jour est morne κινούνται σε χαμηλούς ρυθμούς, με έμφαση στη μελωδία και τον στίχο, ενώ το Partir (avant la fin) αποκαλύπτει μια πιο εξωστρεφή πλευρά, χωρίς να αλλοιώνει το συνολικό ύφος του δίσκου. Το αποτέλεσμα είναι ένας δίσκος με σαφή μουσική ταυτότητα, όπου κάθε τραγούδι έχει συγκεκριμένο ρόλο μέσα στο σύνολο και δεν λειτουργεί απλώς συμπληρωματικά. Όλος ο γεμάτος λεπτή αισθητική δίσκος ΕΔΩ.
Lia Braswell - Rising

Η Lia Braswell από το Λος Άντζελες, έπειτα από δεκαετίες εμπειρίας ως drummer σε μπάντες όπως οι A Place To Bury Strangers και οι Le Butcherettes, κάνει με το Rising το πρώτο της άλμπουμ ως solo καλλιτέχνιδα, μια καθαρή μετάβαση στο δικό της μουσικό ιδίωμα. Ο δίσκος, σε παραγωγή του Derek Coburn, περιλαμβάνει τραγούδια όπως τα Gloomy Gazebo, Out Of Sight, Romantic Comedy και Rising, όπου η δομή και η ρυθμική επιμέλεια είναι ξεκάθαρες. Εδώ, η Braswell δεν χρησιμοποιεί απλώς ήχους, αλλά οργανώνει τα συστατικά τους με τρόπο που αποτυπώνει ιδέες και διαθέσεις ακριβώς όπως τις έχει στο μυαλό της.
Στο Rising, η Braswell καταφέρνει, μέσα σε ένα συνεκτικό σύνολο τραγουδιών, να ενσωματώσει διαφορετικά μουσικά μοτίβα. Σε κομμάτια όπως το Out Of Sight, η βάση είναι ένας σταθερός και έντονος ρυθμός, με synthesizers και ηλεκτρονικά στοιχεία που σχηματίζουν μια καθαρή pop και electro-pop ροή. Σε άλλα, όπως τα But I’m Ready και See You In The Forest, η έμφαση περνά στη λεπτομέρεια. Δομημένες μελωδικές γραμμές, προσεκτική χρήση αρμονίας και φωνητικά που έρχονται στο προσκήνιο. Αυτή η ισορροπία ανάμεσα στη ρυθμική ενέργεια και τις πιο μελωδικές στιγμές, αποκαλύπτει μια καλλιτέχνιδα που όχι μόνο κατανοεί τις βασικές φόρμες της σύγχρονης indie/electro-pop, αλλά μπορεί και να τις προσαρμόσει ώστε να αποκτήσουν ξεκάθαρο, προσωπικό χαρακτήρα. Όλος ο δίσκος ΕΔΩ.
Hectorine - Arrow of Love

Η Hectorine είναι το project της Sarah Gagnon από το Oakland των ΗΠΑ και φέτος επιστρέφει με το Arrow of Love, το τρίτο της άλμπουμ, που κυκλοφόρησε στις 23 Μαΐου από την Take a Turn Records. Στο Arrow of Love, η Gagnon πλαισιώνει την αφήγηση μιας προσωπικής διαδρομής, αντλώντας έμπνευση από τον μύθο της Inanna (θεά του έρωτα στη Μεσοποταμία). Η απόρριψη, η απώλεια και η επιστροφή από δύσκολες συναισθηματικά περιόδους διαμορφώνουν τον βασικό άξονα του δίσκου. Κάθε επιμέρους σύνθεση, από το άνοιγμα με το Is Love an Illusion? μέχρι το κλείσιμο με το Slip Through My Fingers, συνδέεται θεματικά και συναισθηματικά, όχι απλώς μέσω συγγενικών μελωδιών. Το ηχητικό αποτέλεσμα κινείται ανάμεσα στη soft rock και την art-pop, με εμφανείς αναφορές στην αισθητική των 70s και 80s, αλλά και στη σύγχρονη indie pop.
Αυτό που κάνει το Arrow of Love να ξεχωρίζει είναι η ικανότητά του να ενσωματώνει διαφορετικά μουσικά στοιχεία χωρίς να χάνει τη συνοχή του. Η Gagnon διατηρεί μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην ευαισθησία της γραφής και την ευρύτητα της παραγωγής. Παρότι το άλμπουμ αγγίζει βαριά και απαιτητικά θέματα, η μουσική παραμένει καθαρή και άμεση. Ακόμα και ένας λιγότερο έμπειρος ακροατής μπορεί να τη νιώσει οικεία, χωρίς να «βαρύνει» από τις, κατά τα άλλα ειλικρινείς προθέσεις της δημιουργού. Όλη η υπέροχη φετινή προσπάθεια της Αμερικανίδας ΕΔΩ.
NOUS ÉTIONS UNE ARMÉE - mais le ciel est sublime

Ο γαλλικός ήχος είχε πάντα αυτή τη δική του, ξεχωριστή γλώσσα, όχι μόνο λόγω των ίδιων των λέξεων, αλλά επειδή ξέρει πώς να αναμειγνύει λυρισμό και ωμό ρεαλισμό. Οι Nous Étions Une Armée έρχονται ακριβώς από αυτή την παράδοση, όπου ο λόγος και η μουσική γίνονται ένα. Από την ποιητική απαγγελία του Léo Ferré και τη σκοτεινή αφήγηση του Serge Gainsbourg, μέχρι τον εσωτερικό λόγο του Dominique A και τη σύγχρονη γενιά των FAUVE, το spoken word στη Γαλλία δεν υπήρξε ποτέ απλώς μια αισθητική επιλογή, αλλά τρόπος έκφρασης. Με το mais le ciel est sublime, που κυκλοφόρησε στις 24 Οκτωβρίου, το συγκρότημα μεταφέρει ισχυρές εικόνες και συναισθήματα, δίνοντας προτεραιότητα στον λόγο και την αφήγηση, κάτι βαθιά ριζωμένο στη γαλλική μουσική ιστορία, χωρίς όμως να εγκλωβίζεται στο παρελθόν. Οι 13 συνθέσεις του δίσκου, μοιάζουν με μια σειρά σκηνών από μια γαλλική ταινία δρόμου. Σκέψεις για απώλειες, αναμνήσεις, αποφάσεις και μια αίσθηση ότι τα ανέμελα τοπία της νεότητας κουβαλούν πια βάρος.
Ακούγοντας κομμάτια όπως το ομότιτλο mais le ciel est sublime και το plus vivant que jamais, γεννιέται η αίσθηση ότι αυτό το άλμπουμ είναι, πάνω απ’ όλα, μια προσπάθεια να βρεθεί φως μέσα στην άβυσσο της καθημερινότητας. Οι φωνητικές γραμμές, που ισορροπούν ανάμεσα στο τραγούδι και την αφήγηση, και οι κιθάρες με τον έντονο post-punk χαρακτήρα τους, συνθέτουν ένα soundtrack που σε καλεί να το ζήσεις, να μπεις μέσα του, όχι απλώς να το ακούσεις. Σε μια εποχή όπου η μουσική μοιάζει συχνά να ωθείται προς τη γρήγορη κατανάλωση, το mais le ciel est sublime υπενθυμίζει ότι η πιο δυνατή μουσική είναι εκείνη που τολμά να μιλήσει για το παρόν, να κοιτάξει τον πόνο κατάματα και, την ίδια στιγμή, να ανακαλύψει μια μορφή ομορφιάς. Όλο το άλμπουμ ΕΔΩ.
Jens Lekman - Songs for Other People's Weddings

Ο Jens Lekman, Σουηδός τραγουδοποιός από το Göteborg, έχει χτίσει μια ιδιαίτερη πορεία στην indie-pop σκηνή εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες, με κιθαριστικά θέματα, χιουμοριστικούς στίχους και ένα ξεχωριστό μείγμα pop και ορχηστρικής καλαισθησίας. Το Songs for Other People’s Weddings είναι το πρώτο του άλμπουμ από το 2017, κυκλοφορεί μέσω της Secretly Canadian και συνοδεύει το ομώνυμο μυθιστόρημα που έγραψε μαζί με τον David Levithan. Ο δίσκος πλέκει έναν αφηγηματικό καμβά γύρω από μια φανταστική ιστορία αγάπης, μέσα από την ιδέα ενός τραγουδιστή γάμων, μια ιδιότητα που ο Lekman έχει καλλιεργήσει και στην πραγματική ζωή, καθώς τα χρόνια των εμφανίσεων σε αληθινούς γάμους, μετέτρεψαν αυτή τη δευτερεύουσα «δουλειά» σε αναπόσπαστο κομμάτι της μουσικής του ταυτότητας.
Καλλιτεχνικά, το Songs for Other People’s Weddings λειτουργεί ως μια τολμηρή σύνθεση ιδεών και ειδών, όπου η indie pop συνδυάζεται με mariachi αναφορές, jazz, λάτιν πνευστά και κινηματογραφικές ενορχηστρώσεις, στην υπηρεσία μιας εικονογραφημένης αφήγησης αγάπης με χιούμορ και ελεγχόμενο μελοδραματισμό. Η δομή του, 17 κομμάτια που ξεπερνούν τη μία ώρα και είκοσι λεπτά, απαιτεί υπομονή αλλά ανταμείβει με την ποικιλία των ήχων και τη συνοχή της ιστορίας. Η εναλλαγή ανάμεσα σε γλυκές, παιχνιδιάρικες στιγμές και σε πιο βαθιές συναισθηματικές αποχρώσεις δείχνει ότι ο Lekman δεν γράφει απλώς για τον έρωτα, αλλά για τον τρόπο που οι άνθρωποι τον αφηγούνται και τον τοποθετούν μέσα στη ζωή τους. Ένα από τα πιο ευαίσθητα άλμπουμ της χρονιάς, ΕΔΩ.
Sam Akpro - Evenfall

Ευτυχώς που έχουμε φίλους στα δισκάδικα, γιατί καλό το ίντερνετ και οι ατελείωτες ώρες σε blogs και μουσικά sites, αλλά σαν τις δια ζώσης μουσικές προτάσεις δεν έχει. Ο Sam Akpro, λοιπόν, σύσταση του φίλου Κοσμά (από το Stereodisc), έρχεται από το Peckham του νότιου Λονδίνου και είναι μεγαλωμένος ανάμεσα σε πάρκα skateboard, graffitis και νυχτερινές βόλτες με τρένα. Το Evenfall είναι το ντεμπούτο άλμπουμ του και δείχνει αμέσως ότι κουβαλά έναν κόσμο σχεδόν χτισμένο στα δικά του μουσικά μέτρα. Post-punk εντάσεις, dub μπάσα, shoegaze θολούρα και μια jazz-ψυχραιμία που διατρέχει τόσο την κιθάρα όσο και τη φωνή του, συνθέτουν μια κυκλοφορία με ξεκάθαρη ταυτότητα. Το σκούρο υγρό Λονδίνο, απλωμένο πάνω σε 35 λεπτά μαύρης μουσικής.
Το Evenfall λειτουργεί ως ένα από τα πιο καθαρά “anti-pop” statements της χρονιάς, χωρίς καμία διάθεση επιτήδευσης. Κομμάτια όπως τα Tunnel Vision και Death By Entertainment έχουν εκείνη την παράξενη οικειότητα, σαν να περπατάς δίπλα στον Akpro στην ίδια ανηφόρα. Είναι ένας δίσκος φτιαγμένος από υλικά της νύχτας, με ένταση και βάρος αλλά και με μια ενέργεια που σε κρατά προσηλωμένο σε όλη τη διάρκειά του. Όσες φορές κι αν τον άκουσα, επέστρεφε η ίδια αίσθηση, ο Akpro δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει. Απλώς γράφει και τραγουδά αυτά που ζει, με τρόπο άμεσο, λίγο τραχύ αλλά απολύτως ειλικρινή. Ολόκληρη η κυκλοφορία ΕΔΩ.
Robin Kester - Dark Sky Reserve

Η Robin Kester από το Ρότερνταμ ανήκει σε εκείνες τις αθόρυβες περιπτώσεις καλλιτεχνών που δεν προσπαθούν να σηκώσουν σκόνη, αλλά να χτίσουν κάτι που θα αντέξει στο χρόνο. Στο Dark Sky Reserve φαίνεται ξεκάθαρα πόσο δουλεμένος είναι ο ήχος της. Δεν βιάζεται σε κανένα σημείο· αφήνει χώρο στις μελωδίες και στα όργανα να αναπνεύσουν, κάτι που κάνει τον δίσκο να ακούγεται ώριμος χωρίς να βαραίνει. Δεν θα χρειαστεί να προσπεράσεις κανένα από τα τραγούδια· τον αφήνεις να κυλήσει μόνος του, κομμάτι με το κομμάτι.
Αυτό που ξεχωρίζει περισσότερο σε αυτή την κυκλοφορία είναι η ισορροπία της. Ο δίσκος μπλέκει folk και dream pop με μια πιο σκοτεινή ηλεκτρονική πλευρά, χωρίς ποτέ να δίνει την αίσθηση ασυνέχειας ή σύγχυσης. Κομμάτια όπως τα An Hour Per Day και Happy Sad (It’s A Party), παρότι διαφέρουν ρυθμικά και τονικά, μοιράζονται καθαρές μελωδίες και ουσία, χωρίς εντυπωσιασμούς στην παραγωγή, και στέκονται αρμονικά μέσα στο ίδιο σύνολο. Δεν θα πρότεινα το Dark Sky Reserve για background listening. Είναι από εκείνους τους δίσκους που σε κάνουν να διακόπτεις ό,τι κάνεις για να δεις ποιο τραγούδι παίζει. Μια συναρπαστική κυκλοφορία από την Ολλανδή Kester, που αν δεν είχα ακούσει ποτέ τη φωνή της Beth Gibbons, θα ένιωθα υπερβολικά τυχερός που την ανακάλυψα. Όλος ο δίσκος ΕΔΩ.
Slow Burn Drifters - Golden

Ο Ray Vale, πίσω από τους Slow Burn Drifters, κατάγεται από το New Jersey των ΗΠΑ, αλλά τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στην Αυστρία. Το Golden είναι η πρώτη ολοκληρωμένη δουλειά του με αυτό το όνομα. Παρότι πρόκειται για τη 12η δισκογραφική του απόπειρα μέσα από διάφορα projects, εδώ φαίνεται πως έκανε ένα συνειδητό reset σε ύφος και διάθεση. Η παραγωγή κινείται στον χώρο ανάμεσα στην indie-rock, την Americana και την dream-pop, ένα μείγμα που αποτυπώνει με καθαρότητα τις ηχητικές του προθέσεις.
Το άνοιγμα με το The Wind χτίζει αμέσως την ατμόσφαιρα για τη συνέχεια: πιάνο, αργός ρυθμός, σταδιακή ανάδυση των ήχων. Από εκεί και πέρα, κομμάτια όπως τα Forever New και Golden χρησιμοποιούν κιθάρες και έγχορδα με μελωδικές γραμμές που κινούνται ανάμεσα στη μελαγχολία και τη ζεστασιά. Η φωνή του Vale έχει αυτή την τραχιά, γεμάτη χρώμα υφή που ταιριάζει ιδανικά στη μουσική του, προσδίδοντας χαρακτήρα και βάθος. Το Golden δεν ενδιαφέρεται να κυνηγήσει στιγμιαία hits, προτιμά να επενδύσει στο συναίσθημα και στη συνοχή. Δεν πρόκειται απλώς για ένα καλό άλμπουμ, αλλά για έναν δίσκο που μετατρέπει μελωδίες και στίχους σε κάτι σχεδόν απτό, σε εικόνες και θερμοκρασία. Αν τα 40 λεπτά του δεν σας φτάσουν για δύο ποτήρια ουίσκι, πατήστε ξανά το play και μείνετε εκεί, με τα φώτα χαμηλά, για όσο χρειαστεί. Όλος ο δίσκος ΕΔΩ.
Mark William Lewis - Mark William Lewis

Ο Mark William Lewis κατάγεται από το Λονδίνο και συγκεκριμένα από το Hackney, μια περιοχή με έντονη εναλλακτική μουσική παράδοση. Πριν από το ομώνυμο άλμπουμ του, είχε κυκλοφορήσει μια σειρά από EPs και singles που κινούνταν ανάμεσα σε dream-pop, slowcore και ambient φόρμες, χτίζοντας σταθερά έναν ήχο χαμηλών τόνων και εσωτερικής έντασης. Το Mark William Lewis αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη δουλειά του σε ό,τι αφορά τα long play.
Το βαρύτονο φωνητικό του ύφος, σε συνδυασμό με τις ατμοσφαιρικές κιθάρες, τη harmonica και τα ambient στοιχεία, δημιουργεί μια αίσθηση νυχτερινής μελαγχολίας, όχι ως ρομαντική εξιδανίκευση, αλλά ως ψύχραιμη αποτύπωση συναισθημάτων. Σε πολλά σημεία του άλμπουμ, η μουσική του Lewis φέρνει έντονα στον νου το έργο των Durutti Column, τόσο στη λιτή δομή όσο και στον τρόπο που η κιθάρα περνά μέσα από πεταλιέρες και φίλτρα αντήχησης. Οι εύθραυστες μελωδικές γραμμές αφήνουν χώρο στη σιωπή και στις μικρές λεπτομέρειες να αποκτήσουν το βάρος που τους αναλογεί.
Αυτό γίνεται ιδιαίτερα αισθητό στο Petals, όπου η κιθάρα ξεδιπλώνεται με την ίδια διακριτική, εσωστρεφή χάρη που χαρακτήριζε τις πιο μινιμαλιστικές στιγμές του Vini Reilly. Τελικά, ο Lewis αντλεί έμπνευση από μια παράδοση όπου η ευαισθησία και η μετρημένη έκφραση υπερισχύουν της έντασης. Ολόκληρη η κυκλοφορία ΕΔΩ.
SHOPFIRES - We Are Not There But We Are Here

Οι Shopfires, το μουσικό project του Βρετανού τραγουδοποιού Neil Hill, επιστρέφουν με έναν δίσκο που υφαίνει ιστορίες μνήμης, νεότητας και τρυφερότητας. Η Subjangle Records κυκλοφορεί φέτος ένα άλμπουμ με ρίζες στα West Midlands, παραπέμποντας σε ένα καθαρά βρετανικό τοπίο, φωτισμένο από τη θαμπάδα της jangly κιθάρας και τις ψιθυριστές μελωδίες. Ο Hill γράφει νοσταλγική κιθαριστική pop, χωρίς προσποίηση και χωρίς σκηνοθετημένες εξάρσεις. Δεν υπάρχουν πόζες εδώ, μόνο διακριτικό reverb και στίχοι που συχνά στηρίζονται σε μία και μοναδική φράση. «There is beauty in sadness and reflection», όπως λέει ο ίδιος και δύσκολα θα διαφωνήσει κανείς.
Μουσικά, το άλμπουμ διαπερνάται από μια αργή, lo-fi αίσθηση που μοιάζει ταυτόχρονα ενστικτώδης και προσεγμένη. Στο We Are Not There But We Are Here ο χρόνος λειτουργεί αλλιώς. Τα τραγούδια δεν βιάζονται ούτε αναζητούν κορυφώσεις ή δραματικά φινάλε. Αφήνονται να εξελιχθούν με φυσικό ρυθμό, σαν σκέψεις που επιστρέφουν μέχρι να βρουν τη σωστή τους μορφή. Η γραφή του Hill παραμένει λιτή και συγκρατημένη, με μια ήρεμη αυτοπεποίθηση που αποφεύγει την υπερβολή στα 38 λεπτά της συνολικής αφήγησης. Πρόκειται για έναν δίσκο δουλεμένο με σχολαστική προσοχή, που επιβεβαιώνει ότι η δύναμή του δεν βρίσκεται στην ένταση, αλλά στην ανάγκη του δημιουργού να γράψει μουσική ως μέσο διατήρησης των προσωπικών του μνημών. Όλη η ξεχωριστή αυτή κυκλοφορία ΕΔΩ.
Moreish Idols - All In The Game

Οι Moreish Idols από το Λονδίνο μπαίνουν στο All In The Game με ξεκάθαρη διάθεση να αποδείξουν ότι μπορούν να σταθούν στο ύψος τους και πέρα από τον αρχικό θόρυβο που δημιούργησαν τα πρώτα EPs τους. Ο δίσκος δείχνει μια μπάντα με πλήρη έλεγχο της ταυτότητάς της. Post-punk βάσεις, art-rock λογική και μια υπόγεια kraut επανάληψη μοτίβων συνυπάρχουν φυσικά και ταιριαστά.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα Dream Pixel, All In The Game και Slouch ξεχωρίζουν ως τα πιο ραδιοφωνικά και εύπεπτα σημεία του δίσκου, χωρίς να απομακρύνονται από τον χαρακτήρα του. Τραγούδια με μελωδικό πυρήνα, σαφή ρυθμό και δομή, που λειτουργούν σαν φυσικές ανάσες μέσα σε έναν κατά βάση εσωστρεφή δίσκο. Το All In The Game εξελίσσει τον ήχο των Βρετανών με αυτοπεποίθηση, απομακρύνεται από τις φόρμες των προηγούμενων EPs και χτίζει ένα άλμπουμ γεμάτο δυναμικές, εκλεπτυσμένες εναλλαγές ανάμεσα σε indie, psych και art-rock στοιχεία. Ένα έργο με συνεκτική αισθητική, που αναδεικνύει τον πειραματισμό και την ευρύτητα των ιδεών τους. Ένας δίσκος που ακούγεται καλύτερα ολόκληρος παρά αποσπασματικά, με τους Moreish Idols να έχουν ξεπεράσει το στάδιο της υπόσχεσης και να περπατούν αυτό της πραγμάτωσης, με σίγουρα βήματα. Όλος ο δίσκος ΕΔΩ.






