Νέες Κυκλοφορίες

Slow Air

Still Corners


Still Corners – Slow Air: Η Γλαφυρή Αίσθηση της Απόδρασης
 

Φθινόπωρο του 2013, η πρώτη μου επαφή με τους Still Corners. Πρώτο εξάμηνο στη σχολή μου, είχα αρχίσει να ανακαλύπτω νέους μουσικούς ορίζοντες όταν έμενα σπίτι μόνος τα απογεύματα. Ένα βροχερό απόγευμα, λοιπόν, στην Καστοριά (στην πόλη που δεν σταματάει ποτέ να βρέχει), ανακάλυψα εντελώς τυχαία αυτή τη Λονδρέζικη dream-pop μπάντα (άσχετα με το ότι δεν ήξερα εξ’ ολοκλήρου τι πρεσβεύει και τι σημαίνει η έννοια dream-pop). ‘The Trip’ πρώτο τραγούδι, από το δεύτερο άλμπουμ τους, Strange Pleasures (2013). Το ακούω, το ξανακούω, το αφήνω να παίζει ενώ καπνίζω/καθαρίζω/μαγειρεύω, έχω φάει ασύλληπτο σκάλωμα, ξαφνικά νιώθω ευάλωτος, νιώθω τρωτός σε κάθε σημείο, αλλά συνάμα είναι λες και το περίμενα χρόνια να έρθει να γαληνέψει την ψυχή μου.


Κάπως έτσι, ιδιαίτερα θερμά, ξεκίνησε το ταξίδι μου με τους Still Corners. Αυτοί σε ρόλο πιλότου, εγώ στις θέσεις των επιβατών. Αυτοί να δίνουν τον ρυθμό κι εγώ να ακολουθώ, σχεδόν υπνωτισμένος, ποτισμένος με το μεθυστικό άρωμα που βγάζουν οι μελωδικές κιθάρες και τα απόκοσμα vocals της Tessa.

Η Λονδρέζικη μπάντα, αποτελούμενη από τον Greg Hughes στην κιθάρα και την Tessa Murray στα φωνητικά, έχει στη φαρέτρα της τέσσερα πλέον άλμπουμ, με το τελευταίο (ονόματι Slow Air) να κυκλοφορεί στις 17 Αυγούστου του 2018. Πριν αναφερθούμε όμως στο νέο άλμπουμ, ας κάνουμε ένα briefing σχετικά με τη μπάντα – γιατί δεν θα ήθελα να ξέρω ότι υπάρχουν εκεί έξω άνθρωποι που ακούνε dream-pop και δεν έχουν ξέρουν τους Still Corners. Είναι κρίμα κι άδικο.

Ο Greg ανέκαθεν είχε μια ιδιαίτερη αγάπη για τη μουσική. Μεγαλωμένος στο Austin του Texas, πριν δέκα χρόνια αποφάσισε να μετακομίσει στο Brooklyn για να διευρύνει τους μουσικούς του ορίζοντες, αλλά η μοίρα (ή μάλλον ο έρωτας) τον ήθελε να πάει στο Λονδίνο αφού ερωτεύτηκε μια Αγγλίδα, κι έτσι διέσχισε τον Ατλαντικό για να ξεκινήσει μια νέα περιπέτεια στη ζωή του.

Μαγεύτηκε από το Λονδίνο τόσο πολύ, που αποφάσισε να εγκατασταθεί μόνιμα εκεί και να φτιάξει τη δική του μπάντα. Και κάπου εδώ ξεκινάει το στόρι με τους Still Corners – το οποίο λες και είναι βγαλμένο από ταινία, αλλά είναι πέρα για πέρα αληθινό. Ο Greg έχει επιβιβαστεί σ’ ένα τρένο που, ενώ ήταν προγραμματισμένο να φτάσει στο London Bridge, για κάποιο λόγο κόλλησε στο Kidbrooke Station. Ο Greg κατεβαίνει απ’ το τρένο και στο σταθμό μαζί του ήταν μόνο μία κοπέλα, η οποία είχε αργήσει στη χορωδία της. Ξεκίνησαν να μιλάνε περί μουσικής και, χωρίς καθυστέρηση, της πρότεινε να συνεργαστούν. Εκείνη η κοπέλα ήταν η Tessa Murray, η οποία (όχι πολύ αργότερα) θα γινόταν η πιο κατάλληλη μουσική του παρτενέρ.

Ο Greg είχε ήδη έτοιμο το πρώτο του πρότζεκτ και, μετά από πολλές οντισιόν με τραγουδίστριες, ο κλήρος έπεσε στην Tessa, με την οποία ταίριαξαν αμέσως. Εκείνος έγραφε τη μουσική και τους στίχους, εκείνη τους έδινε μορφή με την αιθέρια φωνή της. Μετά από μια βδομάδα ατελείωτου chatting, ηχογράφησαν μερικά demos και κυκλοφόρησαν το "Remember Pepper?" EP το 2008, με επιρροές από Italian horror movies, Nouvelle Vague και τα σάουντρακ του Ennio Morricone. Από εκεί ξεκινάει το ταξίδι.

Το 2010 κυκλοφόρησαν ένα 7ιντσο στην δισκογραφική The Great Pop Supplement με δύο τραγούδια – Don’t Fall in Love και Wish – και μια βδομάδα αργότερα, δέχτηκαν τηλεφώνημα από την θρυλική Sub Pop για να υπογράψουν συμβόλαιο. Όλα κυλούσαν ιδιαίτερα γρήγορα για την μπάντα, και το 2011 κυκλοφόρησαν το πρώτο τους άλμπουμ, ‘Creatures of an Hour’, στο οποίο διαφαίνεται η κοινή αγάπη τους για τους Broadcast. Το ντεμπούτο τους έλαβε ιδιαίτερα θετικές κριτικές, οι περισσότερες εκ των οποίων εστίαζαν στο εντυπωσιακό ονειρικό σκηνικό που φτιάχνεται σε κάθε τραγούδι. Ο Greg έχει δηλώσει ότι το αποτελεί ένα «άλμπουμ κάθαρσης», καθώς γράφτηκε μετά από έναν άσχημο χωρισμό και τον βοήθησε πολύ να ηρεμήσει.



(Από την πρώτη εμφάνιση των Still Corners στην Αθήνα --- six d.o.g.s. w/ My Drunken Haze – 3 Μαρτίου 2012, photo credits: Θοδωρής Μάρκου)


Το 2013, όμως, ο Greg βρίσκεται σε άλλη φάση της ζωής του. Έχοντας πλέον «καθαρίσει» την ψυχή του, βάζει πλώρη μαζί με την Tessa για νέες περιπέτειες και νέες (περίεργες) απολαύσεις. ‘Strange Pleasures’ λοιπόν, το δεύτερο άλμπουμ των Still Corners. Επί προσωπικού, το αγαπημένο μου to date – με συνεπήρε τόσο πολύ που με βοήθησε να δημιουργήσω όμορφες αναμνήσεις – με τα φωνητικά της Tessa να ταράζουν (ξανά) όλο μου το είναι, είναι τόσο απαλά και απόκοσμα που νιώθω ότι δεν μπορεί να τα πλησιάσει κανείς, σαν η φωνή της να στροβιλίζεται στη στρατόσφαιρα. Είχαν ταξιδέψει το διάστημα πριν την ηχογράφηση, κι αυτό φαίνεται απ’ την ταξιδιάρικη αίσθηση που βγάζουν τα τραγούδια. Άλλα πιο ατμοσφαιρικά (Berlin Lovers), άλλα πιο avant-pop (Fireflies), όλα όμως με κοινό παρανομαστή τα όμορφα ταξίδια και τα μεγάλα όνειρα. Αποτελεί στιλιστική εξέλιξη αυτό το άλμπουμ για τον Greg, και για μένα ένα έξοχο δείγμα αισθητικής ποπ των ‘10s – μαζί με το "Hurry Up We’re Dreaming" (M83), το "Kill for Love" (CHROMATICS) και το "Teen Dream" (Beach House). 

Το τρίτο άλμπουμ τους ήρθε το 2016 με τίτλο ‘Dead Blue’. Μεταφερόμενοι από το Λονδίνο στην παραλία του Deal στο Kent της Νοτιοανατολικής Αγγλίας, ο Greg και η Tessa αποφάσισαν να πειραματιστούν μουσικά και κινήθηκαν σε πιο σκοτεινά μονοπάτια, με groovy beats χρησιμοποιώντας πολλά dark synths ώστε να δημιουργήσουν ένα άκρως νυχτερινό driving record. Στις πιο αξιόλογες στιγμές του Dead Blue συγκαταλέγεται σίγουρα το Lost Boys, ο τίτλος του οποίου προήλθε από την Tessa όταν διάβασε το ‘Catch a Wave’ του Peter Ames Carlin που αναφέρεται στην ιστορία των θρυλικών Beach Boys και του Brian Wilson.

Φτάνοντας, λοιπόν, στο σήμερα, οι Still Corners κυκλοφόρησαν στις 17 Αυγούστου το τέταρτο άλμπουμ τους με τίτλο Slow Air. Συνεχίζοντας στο ίδιο ατμοσφαιρικό μοτίβο, ο Greg και η Tessa άφησαν την Αγγλία αυτή τη φορά και ταξίδεψαν στην Αμερική, με αποτέλεσμα να εμπνευστούν από τις ερήμους του Τέξας και της Αριζόνα, τις βουνοπλαγιές της Βορειοανατολικής Νέας Υόρκης, καθώς και τις παραλίες της Καλιφόρνια. Η απόβασή τους στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, τους χαλάρωσε και τους έκανε να νιώσουν ανανεωμένοι. Ο τίτλος του άλμπουμ προέρχεται από την αίσθηση της αποπνικτικής ζέστης στο Τέξας, κάτι που κάνει τους ανθρώπους να θέλουν να ηρεμήσουν και να… ρίξουν ρυθμό.

Εγκαταστάθηκαν σε ένα καινούριο στούντιο διαμορφωμένο από τον ίδιο τον Greg, επικεντρώθηκαν σε minimal ηχογραφήσεις, κράτησαν τη φρεσκάδα του τοπίου γύρω τους και ετοίμασαν τα τραγούδια μέσα σε τρεις μήνες, συντομότερα από κάθε άλλο τους άλμπουμ. Κι αυτό που κατόρθωσαν ήταν να συνεχίσουν αυτό που τόσο πειστικά κάνουν από τα ξεκινήματά τους: να συνθέτουν φωτεινά ηχοτοπία με ονειρικές μελωδίες και τα παραδεισένια vocals της Tessa. Οτιδήποτε κάνουν ανάγεται σε mini-cult ιστορίες. Σε κάνουν να σκέφτεσαι ότι ταξιδεύεις μόνος σου, βράδυ, σε μια ατελείωτη εθνική οδό με προορισμό το πουθενά. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και στο Slow Air, το οποίο στο μυαλό μου έχει δύο ιστορίες (δέκα τραγούδια στο σύνολο – έξι το πρώτο κεφάλαιο, τέσσερα το δεύτερο, γραμμένα σε ανάκατη σειρά): 

Το πρώτο κεφάλαιο αποτελείται από μελωδίες που εστιάζουν περισσότερο στο συναίσθημα και στα περίεργα παιχνίδια που παίζει το μυαλό με τις ξεθωριασμένες αναμνήσεις που έχεις καταχωνιασμένες κάπου σ’ ένα παλιό συρτάρι και κάπως επανέρχονται στο προσκήνιο. Το "Sad Movies" ηγείται αυτού του κεφαλαίου. ‘Sad movies make me cry, I don't know why, they remind me of you’, τραγουδάει η Tessa, και μαζί με τις απαλές κιθάρες του Greg, μεταφέρομαι σε ένα drive-in cinema του ’50, μακριά από τα φώτα της πόλης, στις πίσω-πίσω θέσεις, εσύ να έχεις γύρει προς τα μένα κι εγώ με το ένα χέρι να σ’ έχω πάρει αγκαλιά και με το άλλο να κρατάω το τσιγάρο.



(Συνδυασμός Απωθημένων και Ξεθωριασμένων Αναμνήσεων)


Το cinematic vibe κυριαρχεί και στο "The Message", το οποίο στόρι έχει να κάνει με έναν φίλο των παιδιών που χώρισε και η κοπέλα αποφάσισε να του το ανακοινώσει μέσω voicemail (!). Έτσι, έφτιαξαν μια ιστορία με τον πρωταγωνιστή να φεύγει με το αμάξι, να σταματάει και να παίρνει τηλέφωνο από ένα βενζινάδικο πριν εξαφανιστεί τελείως από την πόλη. Εδώ δημιουργείται έντονα η αίσθηση ότι νιώθεις μόνος, χαμένος και ξεκομμένος από τον υπόλοιπο κόσμο. Σκηνικό βγαλμένο από Western noir ταινία, με διαφόρων ειδών reverbs και ένα storm recording του Greg να φτιάχνει την ατμόσφαιρα και να ολοκληρώνει την απόδραση. Driving through the dawn, calling from the station, leaving you a message, that I'm gone.
 

 


"Whispers" και "Fade Out" διατηρούν το συναίσθημα, βάζοντας και τα fuzzed-out synths στο παιχνίδι: το μεν ‘Whispers’ είναι ακόμα ένα παράδειγμα της αγάπης των Still Corners για τους Broadcast, ιδίως σε μερικά σημεία που σχηματίζεται ένα ψυχεδελικό φόντο, το δε new wave στυλ ‘Fade Out’, μοιάζει να είναι ο ήχος της underground σκηνής του Λονδίνου, αρχές του ’80, ενώ στο "Long Goodbyes" που είναι closing track του Slow Air, βρίσκεις μέσα διάσπαρτους τροπικούς ήχους.

Σαν ένα σαγηνευτικό παραμύθι, το "The Photograph" κλείνει το πρώτο κεφάλαιο, με αστραφτερά synths στην αρχή και τρυφερές κιθάρες στο τέλος, μα κυρίως με τα αγγελικά φωνητικά της, η Tessa περιγράφει μια ιστορία ατέρμονης αγάπης. "Put the loneliness at ease, when the streets have so much to say, when I felt the waves like dawn from your eyes" (σ.σ. από τους ομορφότερους στίχους του άλμπουμ).

Το δεύτερο κεφάλαιο είναι πιο ρυθμικό, πιο απολαυστικό στο άκουσμα, σε βοηθάει να ονειρευτείς ζωές που δεν έζησες, αλλά το κύριο γνώρισμά του, είναι ότι σε κάνει να θες να ανακαλύψεις τον κόσμο. Αυτή η πλευρά του άλμπουμ τείνει να ξεκουράσει το μυαλό και να του θέσει νέες προκλήσεις.

Το εναρκτήριο track του άλμπουμ, "In the Middle of the Night", θα το ήθελα για soundtrack καθώς περπατάω σε μια αχανή παραλία της Καλιφόρνια. Μυστήρια western vibes περικλείουν την ατμόσφαιρα και jangly κιθάρες φωτίζουν τον δρόμο μες τη νύχτα.

Επί σχεδόν πεντέμισι λεπτά, το (instrumental) "Welcome to Slow Air" σε μεταφέρει σ’ έναν άλλο κόσμο, πιο ρομαντικό, πιο γαλήνιο. Κλείνεις τα μάτια σου και φαντάζεσαι να περιπλανιέσαι σ’ ένα τροπικό δάσος με το αεράκι να δροσίζει την ατμόσφαιρα και τα πουλιά στα κλαδιά να τιτιβίζουν. Οι Still Corners έχουν δημιουργήσει τον δικό τους κόσμο και είναι σαν να θέλουν να σε προσκαλέσουν εκεί για να τον ανακαλύψεις.
 

 


Τις δύο αγαπημένες μου στιγμές του άλμπουμ αποφάσισα να τις βάλω μαζί, και να κλείσω έτσι το δεύτερο κεφάλαιο. Στο "Dreamlands" φαντάζεσαι ότι επιστρέφεις στους αχανείς δρόμους και μια Slowdive-esque μελωδία σε συντροφεύει στο ταξίδι σου. Ένα πέρα για πέρα αγνό escape-from-reality τραγούδι, με απόκοσμες συγχορδίες και για ακόμη μια φορά τα φωνητικά της Tessa να σου δείχνουν τον δρόμο.

Κλείνοντας, το "Black Lagoon", το stand-out track του Slow Air, εμπεριέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που περιγράφουν το άλμπουμ στο σύνολό του. Ρομαντικό λυρισμό, ονειρικότητα χρωμάτων, αισθήσεων και παραισθήσεων για ταξίδια μαγικά κι ανυπέρβλητα. Το instrumental intro 72 δευτερολέπτων χτίζει μοναδικά το κλίμα του τραγουδιού, φτιάχνει το σκηνικό, οι απαλές κιθάρες έρχονται και δίνουν μια γλυκιά χροιά, ενώ τα αιθέρια vocals της Tessa σε μεταφέρουν σε αχαρτογράφητα μέρη της καρδιάς σου, σε μέρη που ο παράδεισος απλώνει τις εκτυφλωτικές του ηλιαχτίδες. Μελωδία σαν γλυκιά παραζάλη που την ερωτεύεσαι αβίαστα και την αφήνεις να σε κατακτήσει. "Dreaming as the hours fade away, watching as the sunlight does the same. Everything we are is on the line, let's pretend it's not us tonight". Ίσως το πιο ξέγνοιαστο άκουσμα του 2018 μου.
 

 


Το Slow Air μοιάζει να είναι η λύση στην καθημερινή παράνοια των ανθρώπων που συνέχεια τρέχουν για να προλάβουν το λεωφορείο, το ραντεβού στη δουλειά, τη ζωή που τους ξεζουμίζει. Συνθέτει ένα μαγευτικό και κινηματογραφικό background που άνετα θα μπορούσε να ντύσει το Twin Peaks ή ακόμα και το Drive (2011), με την Americana να μπλέκεται στο mix της dark country & dream-pop μαζί με ατμοσφαιρικούς chill-out ήχους, βγαλμένους από το ομορφότερο όνειρο μιας δροσερής καλοκαιρινής βραδιάς.

Οι Still Corners μας έδωσαν άλλη μια υπέροχη audio visual experience (ένα επίπεδο πάνω από το Dead Blue), αυτό είναι αδιαμφισβήτητο, και παρόλο που με είχε τρελάνει στην αρχή, όσο προχωρούσα με την ακρόαση/ανάλυση, ένιωθα τον ενθουσιασμό μου να υποχωρεί σταδιακά. Το Slow Air ξετυλίγει υπέροχα το κουβάρι ενός ονειρικού ταξιδιού, περιέχει εκπληκτικές μουσικές στιγμές (instrumental και μη), αλλά νιώθω ότι δεν υπάρχει κάποιος προορισμός σ’ αυτό το ταξίδι. Υπάρχει απλά αυτή η αίσθηση της roadie απόδρασης (αυτή τη φορά στην Αμερική) και της ανακάλυψης μιας νέας ζωής. Ίσως αυτό ήθελαν· να ξεκινήσουν χωρίς προορισμό και να τους καθοδηγήσει η μουσική. Η απορία μου είναι η εξής: είναι αυτό ένα νέο κεφαλαίο που ξεκινάει για τους Still Corners ή όλα αυτά είναι αποτέλεσμα των μπλεγμένων συναισθημάτων που έλαβα από το Slow Air;


Release Date: 17/8/2018
Βαθμολογία: 3,5/5



 

Χωρίς να αναιρείται τίποτα από όλα τα παραπάνω που γράφτηκαν με περίσσια αγάπη, δίνουμε ραντεβού με τα αγαπημένα μας Αγγλάκια στο Gagarin στις 21/11.
 

Ο Μιχάλης Αποστόλου είχε πάρει συνέντευξη από τους Still Corners για το Υπόγειο το 2016. Λένε ωραίες κι ενδιαφέρουσες ιστορίες. Διαβάστε την εδώ: https://www.ypogeio.gr/Interviews/Still-Corners_1460 


Εδώ ολόκληρο το άλμπουμ:
 

Σχετικα Αρθρα
ypogeio.gr
Νέες Κυκλοφορίες
Somnium
Jacco Gardner
(05/12/2018)
ypogeio.gr
Νέες Κυκλοφορίες
Post - Love
The Alexander's Band
(24/11/2018)
ypogeio.gr
Νέες Κυκλοφορίες
Marauder
Interpol
(23/11/2018)
ypogeio.gr
Νέες Κυκλοφορίες
Amorgos
Ada Pitsou
(10/01/2019)
Χρησιμοποιούμε cookies μόνο για στατιστικούς λόγους (google analytics). Δεν συλλέγουμε κανένα προσωπικό δεδομένο.
ΕΝΤΑΞΕΙ