The Song Diaries (37)

Leave Before The Lights Come On

Arctic Monkeys


Γράφει ο Τάσος Ζαννής


 

Οι τρέλες του Σαββατόβραδου και η αμηχανία του Κυριακάτικου πρωινού
(Αντιπαραγωγική Μηχανή Συναισθημάτων)

[Η ιστορία που ακολουθεί είναι προϊόν μυθοπλασίας. Οποιαδήποτε περίπτωση ομοιότητας και συμβολισμού με πρόσωπα και καταστάσεις, είναι συμπτωματική. Ή μήπως όχι τελικά; Ο υποφαινόμενος πάντως, μπορεί να ταυτίζεται κάπως με τις καταστάσεις αλλά κατ’ επιλογήν του, επειδή έχει πάθει κι έχει μάθει πια, δεν υιοθετεί τη συμπεριφορά του πρωταγωνιστή παρακάτω].

Σάββατο βράδυ. Η πίεση απ’ τη δουλειά, αφόρητη. Ο Oliver γύρισε σπίτι, έκανε μπάνιο κι έβαλε να παίζει το Anemone των Brian Jonestown Massacre. Δεν είχε όρεξη να γράψει, ούτε και να δει την αγαπημένη του σειρά. Δεν ήξερε τι θέλει να κάνει. Δεν τον ένοιαζε στην τελική.

Σάββατο βράδυ, κι ήταν μόνος, όπως κάθε βράδυ. Μόνος να παλεύει τις θύμησες που πολιορκούν το μυαλό του χωρίς ενδοιασμούς, που βιάζουν το γαμημένο του κεφάλι ξανά και ξανά με τα ίδια μονότονα πράματα.

Σάββατο βράδυ, μ’ ένα μυαλό λίγο πριν την τρέλα, μια καρδιά που φοβήθηκε και κρύφτηκε για να σωθεί, μισό λίτρο ουίσκι και πέντε τσιγάρα.
Σάββατο βράδυ, και το σπίτι δεν τον χωρούσε. Δεν χωρούσε ούτε τις σκέψεις του, ούτε και τους αναστεναγμούς του. Αποφάσισε να βγει έξω, να πάρει λίγο αέρα, να δει κάνα φίλο, να γνωρίσει καμιά κοπέλα – όλο και κάποια θα είναι εκεί μόνη της, χαμένη στις σκέψεις της. Ο Oliver αποφάσισε να βγει έξω απελπισμένος για προσοχή κι ενδιαφέρον. Σωστή ή λάθος τεχνική, δεν τον ένοιαζε. Είχε ανάγκη να βγει έξω απ’ το μπουντρούμι του, να απελευθερώσει τις σκέψεις που του έτρωγαν την ψυχή.

Δεν ήταν μακριά το κλαμπάκι που τον περίμεναν οι φίλοι του. Μίλησαν για ποδόσφαιρο και μουσική αλλά όχι για γυναίκες. Ο Oliver ήταν συνεχώς με το τσιγάρο στο ένα χέρι και το ουίσκι στο άλλο. Η μουσική στη διαπασών, τα φώτα χαμηλά και γρήγορα εναλλασσόμενα. Το ένα πρόσωπο μετά το άλλο περνούσε από μπροστά του. Κορίτσια ξανθά, μελαχρινά. Κορίτσια με φορέματα, κορίτσια με skinny jeans, κορίτσια με χαμηλοτάκουνα. Κορίτσια ίδια, κορίτσια διαφορετικά. Κορίτσια που ίσως του θύμιζαν εκείνη.

Μια μελαχρινή κοπέλα, γλυκιά, χαριτωμένη, μετρίου αναστήματος, γελούσε τρία τραπέζια δίπλα, μαζί με τις φίλες της. Κάτι του άρεσε πάνω της, και στιγμές αργότερα, μια από τις άλλες κοπέλες, τον πλησίασε και του επιβεβαίωσε τις σκέψεις που βόλταραν στο μυαλό του. «Γεια, να σου πω. Η φίλη μου η Stephanie, σ’ έχει φάει με τα μάτια τόση ώρα αλλά κωλώνει να ρθει να σου μιλήσει. Εγώ ήρθα να πάρω τα σφηνάκια μας και να σε ενημερώσω».

‘Well, my friend fancies you. Oh, what a way to begin it all’. Ο δρόμος ήταν ανοιχτός και στρωμένος για τον Oliver, κι αυτός, χωρίς να χάσει χρόνο, πλησίασε τη Stephanie κι άρχισαν να συζητούν περί ανέμων και υδάτων. Κανείς δεν ήθελε ουσιαστικά να γνωρίσει τον άλλον. Τραγούδησαν, χόρεψαν, ήπιαν, γέλασαν, κι αποφάσισαν να φύγουν από το κλαμπ πριν τελειώσει η νύχτα, πριν ανάψουν τα φώτα (‘they left before the lights came on’), πριν δηλαδή αλλάξουν γνώμη γι’ αυτή την απόφαση που αμφότεροι είχαν λάβει. Ουσιαστικά, ο λόγος που το έκαναν αυτό ήταν για να κρατήσουν ζωντανό τον πόθο, την ένταση της στιγμής, ίσως και για να ζήσουν τα απωθημένα (‘because they didn’t want to ruin what it was that was brewing, before they absolutely had to’).

Έφυγαν απ’ το κλαμπ και πήγαν στο σπίτι του. Ήπιαν ό, τι είχε απομείνει από το ουίσκι που ήταν παρατημένο στο τραπέζι, και έπεσαν στο κρεβάτι. Το Don’t Fall In Love των Still Corners, έδινε τον ρυθμό. Την ξάπλωσε κι άρχισε να τη φιλάει, γρήγορα, έντονα, σαν να ήταν η τελευταία γυναίκα στον κόσμο. Ένας γαμημένος μέθυσος ήταν, άλλωστε.

Εκείνος, για λίγο, την θεωρούσε υποψήφια πριγκίπισσα του δικού του μικρόκοσμου. Εκείνη, για λίγο, ένιωθε ποθητή, ένιωθε γυναίκα, μετά από καιρό. Όλα για λίγο, για μια στιγμή, για ένα βράδυ. Και οι δύο χαμένοι στις σκέψεις τους, παρασυρόμενοι από τα χαμηλά φώτα και τη γεύση του ουίσκι στο στόμα. Και οι δύο, άνθρωποι αταίριαστοι, άνθρωποι που γυρνούσαν σε δρόμους μοναχικούς, πίνοντας και καπνίζοντας τις ανάγκες τους σε μερακλωμένα βράδια. Και οι δύο, ψυχές ευαίσθητες κι ευάλωτες, που αφέθηκαν κι εκείνες στην τρέλα της στιγμής.

Ξημέρωσε. ‘And how can you wake up with someone you don't love, and not feel slightly fazed by it?’

Ξημέρωσε κι ο Oliver ξύπνησε πρώτος, μ’ ένα κεφάλι καζάνι. Άνοιξε το παράθυρο να μυρίσει λίγο το δωμάτιο. Τα ρούχα ήταν παρατημένα από δω κι από κει. Είδε μπροστά του μια γυναικεία τσάντα και μία μάσκαρα πεταμένη στο πάτωμα. Αμέσως έστρεψε το βλέμμα του προς το κρεβάτι. Δεν θυμόταν τίποτα από το προηγούμενο βράδυ. Δεν θυμόταν τι είχε πει, τι είχε κάνει. Πήρε μια καρέκλα κι έκανε ένα τσιγάρο όσο η Stephanie ακόμα κοιμόταν. Έσπαγε το μυαλό του να θυμηθεί πώς κατέληξαν σ’ αυτή την κατάσταση. Ξαφνικά θυμήθηκε. Ξαφνικά ήρθαν μία-προς-μία οι στιγμές της προηγούμενης νύχτας στο μυαλό του. Δεν ήξερε τι να κάνει εκείνη τη στιγμή, ώσπου η Stephanie ξύπνησε.

- Καλημέρα.
- Καλ.. Καλημέρα. Πώς είσαι; (‘It’s always hard in the morning’)
- Το κεφάλι μου πονάει, το νιώθω βαρύ.
- Κι εγώ μια απ’ τα ίδια. Εμ, να σου κάνω καφέ;
- Όχι, άστο καλύτερα. Πρέπει να φύγω, να πάω στη δουλειά. Περνάει από δω κοντά κάποιο λεωφορείο; (‘She’s thinking he looks different today’)
- Ναι, ντύσου και θα σε πάω στη στάση.

Τελικά δεν αποφεύχθηκε η μοιραία συνάντηση των βλεμμάτων. Η ασάφεια των κινήσεων, η παραζάλη απ’ το ποτό, η παραπλάνηση των λέξεων. Τα σώματα γδύνονται κάτω απ’ τα μυστηριώδη φώτα της νύχτας. Τα σώματα όμως μόνο, όχι οι ψυχές.

‘Well, quick, let’s leave before the lights come on, ‘cause then you don’t have to see, ‘cause then you don’t have to see what you’ve done’. Ο Oliver πήγε τη Stephanie στη στάση που είναι δύο τετράγωνα απ’ το σπίτι του, και κανείς δεν έβγαλε μιλιά στη διαδρομή. Η αμηχανία των συναισθημάτων ήταν τόσο μεγάλη που δεν μπορούσε να κοιτάξει ο ένας τον άλλον στα μάτια.

'I’ll walk you up, what time’s the bus come?'. Για μια στιγμή τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Τότε ο Oliver κατάλαβε ότι δεν το άντεχε αυτό που γινόταν. Ήθελε να τελειώσει, ήθελε να φύγει η Stephanie από μπροστά του, απ’ τη ζωή του. Κατάλαβε ότι δεν αισθανόταν το παραμικρό για εκείνη. Κατάλαβε δεν του ταιριάζει αυτή η ζωή.

Το λεωφορείο έφτασε.
Ίσως να μη την έβλεπε ποτέ ξανά. 
Το λεωφορείο έφυγε.
Ο Oliver γύρισε στο σπίτι, άλλαξε ρούχα, και ετοιμάστηκε για το γραφείο. Είχε σημαντικό meeting με πελάτη και δεν έπρεπε να αργήσει.



Το videoclip και η Bang Bang Recordings*
4 Αυγούστου, σωτήριο έτος 2006. Η Domino Records, η δισκογραφική εταιρεία που δεν ήξερε ούτε η ίδια τι λαβράκι είχε στα χέρια της όταν υπέγραψε με τους Monkeys, δημοσιεύει στο Youtube το βιντεοκλίπ του 'Leave Before the Lights Come On' σε σκηνοθεσία John Hardwick, με πρωταγωνιστές την Kate Ashfield (Shaun of the Dead) και Paddy Considine (ο κύριος υποδύεται τον Graham Purvis στο Submarine , το σάουντρακ του οποίου έχει ντύσει με έξι πανέμορφα τραγούδια ο Άλεξ Τέρνερ, στην πρώτη του προσπάθεια ως σόλο καλλιτέχνης το 2010).

Η υπόθεση εκτυλίσσεται στο Cultural Industries Quarter, μια συνοικία στην περιοχή του Σέφιλντ, όπου η Kate βρίσκεται ψηλά σ’ ένα κτίριο και ετοιμάζεται να πέσει. Κοιτάζει προς τα κάτω, διστακτικά, μήπως και βρει κάποιον να της δώσει σημασία. Γι’ αυτό και αποφασίζει να βγάλει το παπούτσι της και να το πετάξει, το οποίο προσγειώνεται ακριβώς μπροστά στον Paddy. Αυτός παραξενεύεται, κοιτάει πάνω, βλέπει την Kate και τρέχει αμέσως να τη βρει.

Ανεβαίνει πανικόβλητος τις σκάλες, φτάνει στην ταράτσα, την αγκαλιάζει και τη σώζει. Αμέσως μετά πηγαίνουν για καφέ, σε μια προσπάθεια του Paddy να της μιλήσει και να την καθησυχάσει. Εκείνη τον γλυκοκοιτάζει και προσπαθεί να τον φιλήσει, αλλά εκείνος της δείχνει κατευθείαν τη βέρα που φορούσε, δηλαδή ότι ήταν παντρεμένος. Την αποχαιρετά και φεύγει.

Η Kate όμως, είναι αποφασισμένη να μην τον αφήσει να φύγει απ’ τη ζωή της, κι έτσι τον ακολουθεί, με τον Paddy να εκνευρίζεται με τη στάση της και να αλλάζει πεζοδρόμιο. Ακόμα κι έτσι όμως, δεν το βάζει κάτω και συνεχίζει να τον ακολουθεί, μέχρι που εκείνος δεν αντέχει άλλο, την σπρώχνει σ’ έναν φράχτη και της λέει να μη τον πλησιάσει ποτέ ξανά. Η Kate καταλαβαίνει ότι ξεπέρασε τα όρια, δεν τον ενοχλεί ξανά, και φεύγει τρέχοντας ξανά στο κτίριο ώστε να βρει κάποιο άλλο…. θύμα, κι έτσι να επαναληφθεί η ίδια ιστορία.

Ο John Hardwick, ο σκηνοθέτης του videoclip, ίσως και σε μια κίνηση προώθησης της μπάντας, αποφάσισε να παρουσιάσει ως το επόμενο θύμα τον ίδιο τον ντράμερ των Arctic Monkeys, Matt Helders, ο οποίος περπατά αμέριμνος στο πεζοδρόμιο, φορώντας μια μπλούζα που έγραφε Bang Bang.

* Οι Arctic Monkeys, είτε το έπαιζαν ανήξεροι είτε δεν επιθυμούσαν να πέσουν στην παγίδα του hype. Ο Τέρνερ δήλωνε "Μια χαρά τα έχουμε πάει χωρίς τις δισκογραφικές μέχρι τώρα, γιατί να μπλεχτούμε;" και, ορμώμενοι από την επαναστατική τρέλα της νιότης, έριξαν σε όλους ένα μεγαλοπρεπέστατο άκυρο, δημιούργησαν οι ίδιοι την Bang Bang Recordings και μέσω αυτής, κυκλοφορούν το πρώτο τους ever EP ονόματι 'Five Minutes with Arctic Monkeys', στις 30 Μαΐου του 2005. Το αποτέλεσμα; Κατάφεραν να πουλήσουν 1.500 cd και 500 επτάιντσα δισκάκια κι εκτός αυτού, το EP ήταν διαθέσιμο σε Myspace και iTunes λογαριασμούς, οι οποίοι είχαν δημιουργηθεί και διαχειρίζονταν αποκλειστικά από το τρελαμένο κοινό.

 

 

14 Αυγούστου του 2006, οι Arctic Monkeys κυκλοφορούν το "Leave Before the Lights Come On" ως το τρίτο single τους, το οποίο βέβαια, δεν θα μπει ποτέ σε κανένα άλμπουμ τους, κατ' επιλογή του Άλεξ Τέρνερ. Αν και ταίριαζε απόλυτα στο ύφος του (επερχόμενου τότε) δεύτερου άλμπουμ τους, Favourite Worst Nightmare, ήταν το τελευταίο τραγούδι που έγραψε εκείνη την περίοδο (πριν ξεκινήσει το promotion του άλμπουμ), και θεώρησε για κάποιο λόγο ότι δεν συμβάδιζε με τον τρόπο ζωής του ώστε να συμπεριλαμβανόταν στο tracklist. Αυτή η εξέλιξη, τη συγκεκριμένη περίοδο που συνέβη, θαρρώ πως έχει να κάνει με δύο παράγοντες: ο πρώτος είναι ο νεανικός αυθορμητισμός και η αυξημένη ένταση συναισθημάτων που αισθανόταν ως έφηβος ακόμα, και ο δεύτερος, η εκτόξευση, η διασημότητα και η συνεχής αλλαγή παραστάσεων στη ζωή του.

Γενικά αυτά τα δύο θέματα, τα μπερδεμένα συναισθήματα και η ξαφνική επιτυχία της μπάντας κατά τα πρώτα χρόνια, αναφέρονται αρκετά στο βιβλίο που έχει γράψει για τους Monkeys ο Ben Osborne. Πράγμα απολύτως φυσιολογικό, αν αναλογιστούμε ότι ήταν παιδιά. Απλά, καθημερινά παιδιά, 19 και 20 χρονών, σαν εμένα κι εσένα. Ανέκαθεν υπήρχε μια αφελής ωριμότητα στους στίχους του Τέρνερ. Αυτό το τραγούδι κρύβει ιστοριούλες από πίσω, ξεφεύγει από τα καθιερωμένα πλαίσια της περιγραφικής αφήγησης κι επαφίεται θέματα της καθημερινότητας – η πολυπόθητη ταύτιση καταστάσεων, ιδίως των νέων, το μεγαλύτερο plus της μπάντας.

Δεν ξέρω πόσοι το έχουν προσέξει αυτό το πράγμα αλλά ένας λόγος που οι Monkeys απέκτησαν τεράστιο κοινό από τις αρχές, ήταν η άριστη σύνδεση με το νεανικό κοινό και η ταύτιση των στίχων και των καταστάσεων στα τραγούδια τους. Η θεματολογία που κουβαλούν οι στίχοι, έχουν ιδιαίτερη απήχηση στους νέους. Μιλούν για καθημερινές ιστορίες της νιότης. Μιλούν για ποτά, για ξενύχτια, για τσιγάρα. Μιλούν για γυναίκες, για συναισθήματα, για τις τρέλες του Σαββατόβραδου και τις φοβίες του Κυριακάτικου πρωινού.

Το επίσημο videoclip, που έχει δημοσιευτεί από τη Domino Records στο Youtube, κοντεύει τις 16.000.000 προβολές. Αριθμός εντυπωσιακός, αν αναλογιστούμε ότι πρόκειται για ένα τραγούδι που βρισκόταν μονάχο του, χωρίς κανέναν δίπλα του, και δύσκολα θα το θυμόταν ο κόσμος. Ο κόσμος όμως ξέρει να εκτιμά τα διαμάντια. Για την ιστορία, το τραγούδι έφτασε στην τέταρτη θέση των UK Singles Chart και στη δεύτερη των αντίστοιχων στον Καναδά.

Η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού από τους Monkeys, ήταν τον Οκτώβρη του 2005. Στο Plug, ένα ωραίο μέρος στο Σέφιλντ να κάνει κανείς το λάιβ του. Και δη για μια μπάντα που όπου πήγαινε, προκαλούσε χαμό. Ο Τέρνερ επέλεξε να το παρουσιάσει ξαφνικά στο κοινό μεσούσης της νύχτας ωσάν δώρο στο εκπληκτικό κοινό που τους ακολουθούσε συνεχώς όπου πήγαιναν. Ήταν τότε που είχαν στρέψει όλα τα βλέμματα κατά πάνω τους και σιγά-σιγά «έχτιζαν» μια κάποια φήμη γύρω από το όνομά τους. Ο Τέρνερ, μάλιστα, ζήτησε και την άποψη του κοινού για το τραγούδι. Το εκκωφαντικό παραλήρημα από κάτω, ήταν η καλύτερη απάντηση.

Μετά το τουρ των Monkeys στην Αγγλία, ακολούθησαν κατά σειρά Γαλλία, Γερμανία, Ολλανδία, Ιταλία, Πορτογαλία και Ισπανία. Χωρίς σταματημό. Ήταν Άνοιξη του 2006, και τα αγόρια δέχονταν ένα εξωπραγματικό κύμα αποδοχής από το κοινό. Όλα πήγαιναν εξαιρετικά, ώσπου, μετά τη συναυλία στη Βαρκελώνη, ο μπασίστας της μπάντας, Andy Nicholson, ενημέρωσε τον tour manager, Timm Cleasby, ότι ήταν έτοιμος να καταρρεύσει στη σκηνή. Τα πράγματα ήταν σοβαρά, κι έτσι ο Timm αποφάσισε να τον στείλει πίσω στο Σέφιλντ για να ξεκουραστεί. Οι Monkeys είχαν ακόμα δύο συναυλίες να δώσουν στην Ισπανία αλλά έμειναν ξαφνικά χωρίς μπασίστα. Τον ρόλο του Andy ανέλαβε τελευταία στιγμή ο τεχνικός ήχου, John Ashton.

Ο Andy έχει πάρει την απόφαση να αποχωρήσει από την μπάντα. Μια απόφαση που έρχεται λίγο πριν οι Monkeys αναχωρήσουν για το δεύτερο μεγάλο τους ταξίδι στην Αμερική. Έτσι, έρχεται στο προσκήνιο ο Nick O'Malley, ο οποίος τότε έπαιζε μπάσο στους Dodgems. Ο Nick έμοιαζε να ταιριάζει άψογα ως αντικαταστάτης του Andy, αλλά προέκυψαν δύο εμπόδια: έσπασε το χέρι του την πρώτη εβδομάδα κι εκτός αυτού, δεν είχε και διαβατήριο (πράγμα που δυσκόλευε την μεταφορά του στην Αμερική).

Ο Timm έκανε τις απαραίτητες ρυθμίσεις για το διαβατήριο, ενώ ο Nick έμεινε σπίτι του, και μέσα σε δύο μέρες έμαθε να παίζει στο μπάσο ολόκληρο το πρώτο άλμπουμ της μπάντας. Οι συναυλίες στην Αμερική ήταν πλέον καθ' οδόν, και οι Monkeys ενημερώνουν πως ο Andy δεν θα καταφέρει να παρευρεθεί λόγω κόπωσης από μια έντονη σειρά συναυλιών. Τρεις μέρες μετά το τέλος της περιοδείας, κι έχοντας άπαντες αλλάξει γνώμη, θέλοντας τον Nick μόνιμα στην μπάντα, ανακοινώθηκε στο επίσημο site η αποχώρηση του Andy, τονίζοντας πάντα την υπέροχη συνεργασία που είχαν μαζί του. Μιλώντας σε δημοσιογράφους, ο Andy άφησε να εννοηθεί πως ήθελε να αποχωρήσει λόγω της ξαφνικής και ραγδαίας εξέλιξης της μπάντας. Παρ' όλα αυτά, οι σχέσεις των δύο πλευρών παρέμειναν σε πολύ καλά επίπεδα.

Ο Nick, όντας πια full-time member, έκανε την πρώτη του εμφάνιση ως μπασίστας στις 25 Μαΐου του 2006 στο Old Blue Last του Λονδίνου, σ' ένα secret gig, μια μέρα πριν οι Monkeys αναχωρήσουν για την περιοδεία τους στη Νότια Αμερική. Μπροστά σε 120 άτομα, έπαιξαν, μεταξύ άλλων, και το Leave Before The Lights Come On, το οποίο είναι και το πρώτο τραγούδι που ηχογράφησαν οι Monkeys με τον Nick στο μπάσο.


Σημείωση: Στο single συμπεριλήφθηκαν και δύο b-sides – αμφότερα covers. Το ένα είναι το ‘Baby I’m Yours’ (η ορίτζιναλ έκδοση έρχεται από την Barbara Lewis το 1965) στα φωνητικά του οποίου, πέραν του Τέρνερ, βρίσκεται και ο Oisin Leech των The 747s, μιας μπάντας απ’ το Λίβερπουλ.
 


 

 

 


Το δεύτερο είναι το ‘Put Your Dukes Up, John’, το οποίο αποτελεί διασκευή των Little Flames, της πρώτης μπάντας του Miles Kane – ένα τραγούδι που πιθανώς να αποτέλεσε τη γνωριμία (άρα και το bromance) του Κέιν με τον Τέρνερ σε μια συναυλία των Little Flames. Ένα τραγούδι επίσης, που μιλάει για την εικόνα ενός νέου καλλιτέχνη στον χώρο που προσπαθεί να καταλάβει τι πουλάει και γενικά τι είναι αυτό που ζητά η Μουσική Βιομηχανία.
 

Σχετικα Αρθρα
ypogeio.gr
Song Diaries (49)
Σιωπή
Τα Ξύλινα Σπαθιά
(26/08/2018)
ypogeio.gr
Song Diaries (48)
I Wanna Get Lost With You
Stereophonics
(21/07/2018)
ypogeio.gr
The Song Diaries (12)
Evil
The Flaming Lips
(20/05/2016)
ypogeio.gr
Album Stories (20)
His 'n' Hers
Pulp.
(10/11/2017)
Χρησιμοποιούμε cookies μόνο για στατιστικούς λόγους (google analytics). Δεν συλλέγουμε κανένα προσωπικό δεδομένο.
ΕΝΤΑΞΕΙ