The Song Diaries (69)

Μόχα

Παύλος Παυλίδης

 

Το Αθηνάκι.

Χρόνια κάμποσα παρέα, πολλές κουβέντες, ατελείωτες συζητήσεις και μοίρασμα. Αυτό το κορίτσι έχει πάντα μια ενδιαφέρουσα ιστορία να πει και συχνά σκαρώνει λόγια στα σημειωματάριά της. Πάντα πίστευα ότι το έχει με τις λέξεις, όμως δεν περίμενα να γράψει κάποτε αυτή την ιστορία.

Το Αθηνάκι ήταν κάποτε δεμένο με μια αόρατη κλωστή με τον Μ.

Μιά μέρα, η άκρη της κλωστής τραβήχτηκε - κάπου στο ύψος της καρδιάς. Με τον καιρό, άνοιξε εκεί μια τρύπα. Από εκεί, η Α. έβγαλε ορισμένες λέξεις, μαζί με κάποια μικρά, σπασμένα κομμάτια της καρδιάς της, τα τύλιξε σε ένα κάτασπρο χαρτί και μου τα έδωσε να τα φυλάξω. Είναι το καλύτερο δώρο που θυμάμαι τα τελευταία χρόνια.

Θα είναι πάντα η σελίδα 69 των Song Diaries του Υπογείου.

γδ

 

Τα λόγια της ιστορίας είναι της Αθηνάς Αλεξιάδου

 

Για τον Μ. 

"Κατηφοριζαμε τις θάλασσες παρέα” 

Μεσημέρι Ιουλίου μέσα στο πλοίο της γραμμής . Πρώτη φορά μακριά από τους μεγάλους, πρώτη φορά μεγάλοι οι ίδιοι. Λίγο φοβισμένοι, αλλά μεγάλοι, και πάντα πιασμένοι χέρι-χέρι.  


Τα νησιά μας χαιρετούσαν μεθυσμένα” 


Πειραιάς, Σέριφος, Σίφνος. Λιμάνι Σίφνου, ταξί, ένα σπίτι μικρό, λευκό, μια κόκκινη βουκαμβίλια στο πλάι για μοναδικο στόλισμα, κι ολα αυτα στην άκρη ενός παραθαλάσσιου χωριού. Όσο κι αν προσπαθεί πια δεν μπορεί να θυμηθεί το όνομά του. Έψαξε πολλές φορές το χάρτη του νησιού να βρει κάποιο όνομα που να μοιάζει γνώριμο, που να ξυπνάει κάποια μνήμη, μα τίποτα, σαν αυτό το μικρό χωριό που “τραγουδούσανε πουλιά παραδεισένια“ να το φαντάστηκε, σα να μην υπήρξε ποτέ. 


Ήταν ωραία η ζωή, ήταν ωραία” 


Πρωινό ξύπνημα και βουτιές και μεσημεριανό φαγητό και τζιτζίκια και ύπνος και μουσική και κουβέντες και μοιράσματα και απογευματινό μπάνιο και βόλτες τα βράδια. Τα απογεύματα, όσο έπεφτε ο ήλιος, πάντα είχε μια παράξενη αίσθηση, πως το σκοτάδι απειλούσε να πέσει επάνω τους. Ένιωθε φόβο και μια εσωτερική αγωνία που δεν μπορούσε να εξηγήσει.  


Θα 'ρχεται 'κείνο το κορίτσι να ξαπλώνει πάνω στην άμμο και θα τραγουδάει τάχα...
Ότι θα έρθω από μακριά και 'γώ σε λίγο, ότι θα μείνουμε εκεί μαζί για πάντα.“

 
 Δεν ήθελε να μπαίνει στο νερό. Καθόταν στην αμμουδιά και τον περίμενε να βγει έξω. Έψαχνε με το βλέμμα στον ορίζοντα να τον δει, κάπως ησύχαζε για μια στιγμή, αλλά μετά πάλι αυτή η αίσθηση, πως το σκοτάδι τον τραβούσε κοντά του, θα τον κατάπινε και δεν θα τον ξαναέβλεπε. Εκείνες τις ώρες, το σούρουπο, τις περνούσε στην ακτή τραγουδώντας για να ξεχνιέται και να μην φοβάται τόσο, κοιτώντας τα κύματα. Όταν νύχτωνε εκείνος έβγαινε από το νερό με ένα καθησυχαστικό χαμόγελο, αλλα εκεινη έβλεπε στα μάτια του μια αδιόρατη θλίψη (μήπως ήταν υπερβολές μωρέ ολ' αυτα?). Όλα καλά ως το επόμενο απόγευμα! 


Μα ξεχαστήκαμε και βγήκαμε απ' το χάρτη 
και άρχισε η νύχτα πάλι νύχτα να ζητάει. 
Κάποιον να πάρει αγκαλιά, να του μιλάει 
τον πιο μικρό, τον πιο αθώο ναύτη... 


Ένα χρόνο αργότερα, Πάσχα, σε μια άδεια Αθήνα, αποφάσισαν να πάνε τη μεγαλύτερη βόλτα της ζωής τους, να προσπαθήσουν να  βγουν από το γνωστό τους χάρτη με ένα παλιό αυτοκίνητο γεμάτο(ι) μνήμες. Μουσική και κουβέντες στο γνωστό μοτίβο και νύχτα βαθιά, πάλι σκοτάδι. Σε κάθε λιμάνι, μικρό ή μεγάλο, σταματούσαν και κατέβαιναν από το αμάξι. Σαν να έπρεπε να τα χαιρετίσουν όλα ένα- ένα, να μην μείνει κανένα με παράπονο. Τα λιμάνια, εκεί που ξεκινούν τα ταξίδια, εκει που αποχαιρετιουνται οι άνθρωποι. Τον παρακολουθούσε να κοιτάζει τις θάλασσες μπροστά τους. Αμίλητοι κι οι δυο. Έβλεπε καθαρά πια πως το σκοτάδι είχε πυκνώσει πάνω του τον τελευταίο καιρό, σαν να τον ήθελε παρέα. Καθάρισαν όλα ξαφνικά και είδε δυο μικρά παιδιά να στέκονται χέρι-χέρι. Τότε κατάλαβε. Είδε πως η Μοίρα που στεκόταν απέναντι τους πάντα είχε σηκώσει από πολύ νωρίς το χέρι της και με το δείκτη έδειχνε εκείνον. Κουβαλούσε πάνω του όλη τη σκουριά από το παρελθόν, εκείνο που δεν διάλεξαν. Σάπιζε μέσα του η ιστορία και άπλωνε τις ρίζες της βαθιά στο χώμα, την πότιζαν τα δάκρυα που δεν τα όριζε πια εκείνος. Κουβαλούσε πάνω του όλη τη σκουριά από το παρελθόν, εκείνο που δεν διάλεξαν και έτσι έπρεπε να χαθεί.  


Μες το λιμάνι τριγυρνάει μαγεμένος 
Μόχα, αυτός που όλο τα κύματα κοιτάει... 
Μόχα ο τρελός, ο σοφός, ο τελειωμένος 
Μόχα, αυτός που τον ξεχώρισε η Μοίρα. 
Τρέχει απ' τα μάτια του η σκουριά και η αλμύρα 

 

Το 2 έγινε 1. 


Για χρόνια μετά έβλεπε στον ύπνο της πως γυρνούσε, κάνανε τις ίδιες βόλτες, στέκονταν ξανά χέρι-χέρι,  χάζευαν τις ίδιες θάλασσες κι εκείνος της έλεγε στο τέλος πως δεν θα ξαναφύγει, μα στεκόταν ήδη στην πόρτα. 


Από τότε περάσανε χρόνια κυλήσαν νερά... Μισή ζωή πλάι πλάι, μισή ζωή μοναξιά. Καμιά φορά, τα βράδια που δεν μπορεί να κοιμηθεί, μπαίνει στο αυτοκίνητο και κατεβαίνει στο λιμάνι του Πειραιά, χαζεύει τα καράβια που ξεκουράζονται πριν το επόμενο ταξίδι, χαζεύει τα κύματα, σηκώνει το χέρι, ακουμπάει εκείνη την τρύπα στο μέρος της καρδιάς, τη χαϊδεύει, την κανακεύει, να μη χαθεί κι αυτή, γεμίζουν τα μάτια δάκρυα αλλά χαμογελάει “τουλάχιστον έμεινε κάτι από σένα, σκέφτεται”, τραγουδάει ξανά, να μη φοβάται - κοιτάει τις άγκυρες και όλο φωνάζει "βίρα!" - έτσι και αλλιώς δεν έχει πια, εδώ και πολλά χρόνια, πατρίδα. 


Και τότε γίνεται, έστω για μια στιγμή, ξανά το 1 2. 
 

a.alex

 

 

Το τραγούδι "Μόχα" το βρίσκεις στο debut solo album του Παύλου, το "Αφού Λοιπόν Ξεχάστηκα", που κυκλοφόρησε το 2004. Εδώ, η εκτέλεση από την ζωντανή ηχογράφηση στη Σύρο, στο θέατρο Απόλλων, στις 22 & 23/03/2008.

Έχουν περάσει χρόνια.

 

Στίχοι:

Κατηφορίζαμε τις θάλασσες παρέα
και τα νησιά μας χαιρετούσαν μεθυσμένα.
Μας τραγουδούσανε πουλιά παραδεισένια
ήταν ωραία η ζωή, ήταν ωραία...

Μα ξεχαστήκαμε και βγήκαμε απ' το χάρτη
και άρχισε η νύχτα πάλι νύχτα να ζητάει.
Κάποιον να πάρει αγκαλιά, να του μιλάει
τον πιο μικρό, τον πιο αθώο ναύτη...

Μόχα ο τρελός, Μόχα ο σοφός, Μόχα ο πνιγμένος
Μόχα, αυτός που όσο και αν πιει πια δε μεθάει.
Μες το λιμάνι τριγυρνάει μαγεμένος
Μόχα, αυτός που όλο τα κύματα κοιτάει...

Μόχα ο τρελός, ο σοφός, ο τελειωμένος
Μόχα, αυτός που τον ξεχώρισε η Μοίρα.
Τρέχει απ' τα μάτια του η σκουριά και η αλμύρα
Μόχα, αυτός που τραγουδάει ευτυχισμένος

Ξέρω τα κύματα μια μέρα αυτά τα βράχια
θα τα διαλύσουν, θα τα κάνουν όλα σκόνη.
Θα `ρχεται `κείνο το κορίτσι να ξαπλώνει
πάνω στην άμμο και θα τραγουδάει τάχα

Ότι θα έρθω από μακριά και `γώ σε λίγο, 
ότι θα μείνουμε εκεί μαζί για πάντα.
Αντίο θάλασσες και κύματα σαράντα, 
θα λέω ψέματα πως δε θα ξαναφύγω

Έρχεται ο Μόχα ο τρελός πάλι χαμένος, 
κοιτάει τις άγκυρες και όλο φωνάζει "βίρα!"
Μέσ' στο λιμάνι τριγυρνάνει μαγεμένος
Μόχα, η σκουριά η σκουριά και η αλμύρα

Σχετικα Αρθρα
ypogeio.gr
The Song Diaries (77)
Hope
Daughter
(18/09/2019)
ypogeio.gr
The Song Diaries (76)
Peasantry Or 'Light! Inside Of Light!'
Godspeed You! Black Emperor
(13/09/2019)
ypogeio.gr
The Song Diaries (16)
I Remember A Time When Once You Used To Love Me
Dirty Three
(21/09/2016)
ypogeio.gr
Album Stories (38)
Classics
Ratatat
(27/11/2018)
Χρησιμοποιούμε cookies μόνο για στατιστικούς λόγους (google analytics). Δεν συλλέγουμε κανένα προσωπικό δεδομένο.
ΕΝΤΑΞΕΙ