Best Albums 2018

by Michael Apostolou


 

Best Albums 2018 - Η κατά Μιχάλη Αποστόλου Ανασκόπηση της Χρονιάς

Η μουσική μοιάζει με δίχτυ προστασίας. Ο καθένας ξεκινά να πλέκει το δικό του από τότε που αρχίζει να αντιλαμβάνεται τη σημασία που έχουν οι νότες για την ψυχή του. Έτσι να βλέπουμε τη μουσική, σαν την αγκαλιά της μητέρας μας, σ’ εκείνη που τρέχαμε όταν πέφταμε και χτυπούσαμε. Η μουσική θεραπεύει και μας βοηθά να φεύγουμε από την πραγματικότητα όταν το θελήσουμε. Επειδή εντός πραγματικότητας υπάρχουν τα ρολόγια, που μετρούν, μετρούν, μετρούν αντίστροφα. Δεν θα θέλαμε όμως να τελειώσουν όλα όποτε το αποφασίσει ο χρόνος. Λίγη μουσική ακόμα λοιπόν, για να επεκτείνουμε τον χρόνο μας στο άπειρο…

Το 2018 ήταν η χρονιά που με έκανε να σκεφτώ πως πρέπει να χαλαρώσω τους ρυθμούς μου. Τους ρυθμούς ακρόασης μουσικής, τους ρυθμούς λήψης αποφάσεων για τη μουσική, τους ρυθμούς τακτοποίησης μουσικής στο μυαλό μου. Όσο πιο γρήγοροι οι ρυθμοί, τόσο περισσότερες οι εμπειρίες που θα χαθούν στη διαδρομή. Ο χρόνος θα πρέπει να είναι ένα μέγεθος που θα μετριέται σε αριθμό εμπειριών. Έτσι δε θα περνούν τα λεπτά, οι ώρες, οι μέρες, θα περνούν οι εμπειρίες κι αυτό θα είναι καλό για όλους κι όχι επώδυνο. Όταν ο χρόνος θα πηγαίνει πίσω, θα θυμόμαστε εμπειρίες, θα θυμόμαστε όσα ζήσαμε. 

Παρακάτω, διαβάστε για τις 20 καλύτερες εμπειρίες που πέρασαν από τα αυτιά μου τη χρονιά που σε λίγο μας αφήνει. 

Καλή χρονιά !

 


20. Cash Savage and The Last Drinks – Good Citizens

Μου είχαν λείψει οι πολιτικοκοινωνικοί στίχοι, παλιότερα γράφονταν συχνότερα. Μάλλον η εποχή μας προστάζει την απολιτίκ ανεύθυνη στάση. Κακώς βέβαια για όσους θέλουν να αποκαλούνται “Καλλιτέχνες”. Οι Cash Savage and the Last Drinks όμως, αφιέρωσαν έναν ολόκληρο δίσκο ενάντια στην έρευνα που έκανε η κυβέρνηση της Αυστραλίας μέσω ταχυδρομικών αποστολών με το ερώτημα της νομιμοποίησης ή όχι του γάμου των ομόφυλων ζευγαριών. Μια ακατανόητη ενέργεια που δείχνει σε πόσο πρωτόγονη κατάσταση μπορεί ακόμα να βρίσκεται η ανθρωπότητα, όπως άλλωστε τραγουδά η front woman Cash Savage στο “Pack Animals”. Παρότι η πλειοψηφία είπε "Ναι" στη νομιμοποίηση αυτών των γάμων, οι πολίτες έπρεπε να εξηγούν το γιατί και το πως επέλεξαν την φυλετική τους ταυτότητα ή το γιατί διαμόρφωσαν τη συγκεκριμένη άποψη επί του θέματος.

Τα τελευταία δύο άλμπουμ της “The Hypnotiser” (2013) και “One of Us” (2016), ήταν αμφότερα συναρπαστικά και με πολλά high lights. Το “Good Citizens” έρχεται ακόμα πιο ομοιόμορφο, η μπάντα της ακόμα πιο δεμένη και νομίζω πως είναι η καλύτερη σειρά τραγουδιών της Cash Savage μέχρι σήμερα. Ο ήχος του άλμπουμ φαινομενικά είναι η rock n’ roll americana, όμως η φωνή της Cash είναι αυστραλέζικη όσο ποτέ. Μια συσσωρευμένη ενέργεια σαν μαζεμένο ελατήριο έτοιμο να τεντωθεί, μέσα από τα απρόβλεπτα στην κυριολεξία γυρίσματα μιας φωνής που προσαρμόζεται ανά την περίσταση. Το πρώτο σοκ έρχεται με το άνοιγμα του δίσκου όταν στο “Human, I Am” όλοι μαζί τραγουδούν: “I am human, Not your human”. Η ένταση, η δύναμη και η ταχύτητα του σπάζουν το κουτί που κρύβει μέσα του τα υπόλοιπα τραγούδια απαραίτητα για να δημιουργηθεί η αίσθηση ανεξαρτησίας του “Good Citizens”. Το πιο συγκινητικό τραγούδι του δίσκου είναι το σε Nick Cave ύφος “February”, όπου η πιο ευαίσθητη πλευρά της Cash γίνεται έκδηλη καθώς αναζητά παρηγοριά στην αγάπη: “I never needed anyone, now all i ever want, is you”. Όλο το άλμπουμ εδώ.

 

19. Part Time - Spell #6

Part Time ή Davida Loca ή κατά κόσμον David Smith ή ακόμα καλύτερα το αντίπαλο δέος του Ariel Pink. Τώρα πώς γίνεται αυτά τα δύο τέρατα της lo-fi pop / New Wave να μονοιάσουν και μάλιστα να συνεργαστούν και σε ένα κομμάτι στη φετινή υπέροχη δουλειά του David, ένας θεός ξέρει. Πολλά έχουν δει βέβαια τα μάτια μας και ποτέ μη λες ποτέ. Σημασία έχει ότι το “I Can Treat You Better”, στο οποίο τραγουδά ο Ariel, είναι ένα από τα πολλά καλούδια που εσωκλείει το “Spell #6”. Το άλμπουμ καλύπτει ένα μεγάλο εύρος αυτού που λέμε pop ήχο. Ηχογραφημένο, όπως ο ίδιος ο Smith λέει, για πρώτη φορά σε κανονικό στούντιο, καθώς όλα τα προηγούμενα ήταν ηχογραφήσεις δωματίου, περιέχει γλυκιές μελωδίες, σόλο σαξόφωνα, γυναικεία συνοδευτικά φωνητικά και άφθονες ποσότητες synthesizers, μέσα σε μια ζεστή ρομαντική ατμόσφαιρα. Τα hits του δίσκου είναι τα “Before You Fall Apart”, “Shattered Love” και “It's Alright With Me”, το καθένα σε διαφορετικό ρυθμό και τόνο. 

Το “Spell #6” σίγουρα βγάζει το καπέλο στη δεκαετία του 80΄, μέσα από τη γενικότερη μελαγχολική του διάθεση. Μπορεί να μην είναι ένα από τα πιο πρωτότυπα φετινά άλμπουμ, αλλά δεν είναι πάντα απαραίτητο να ανακαλύπτεις τον τροχό. Μερικές φορές ένας επιπλέον φρέσκος αέρας μουσικών ιδεών, είναι αρκετός για να δώσει το άρωμα που ίσως έλειπε. Διαλέξτε τα δικά σας αγαπημένα από έναν δίσκο που προσφέρει ελευθερία ακουσμάτων και φαντασίας, ειδικά αν είστε fan των Ducktails, των Washed Out ή του Ariel Pink. Όλο το άλμπουμ εδώ.

 

18. Ocean Hope ‎– Rolling Days

O Σεραφείμ ζει και γράφει μουσική μέσα σε ένα δικό του παράλληλο μουσικό σύμπαν ή μάλλον σε μια τελείως άλλη μουσική πραγματικότητα. Δώδεκα χρόνια πριν, κομμάτια όπως τα “World Street” και “Royal Observer”, αποδείκνυαν πως η μουσική του χωρούσε μέσα της αναρίθμητα γεγονότα ζωής, πατήματα πλήκτρων στο πιάνο, ωρών κούρασης σε στούντιο ηχογραφήσεων αλλά πάνω από όλα συναισθήματα. Το 2009 ακολουθεί το άλμπουμ που τον καθιέρωσε στο κοινό αυτού του είδους της μουσικής. Το “So This is Heaven” περιείχε τραγούδια (“Is“ και “She”) που εδραίωσαν και χαρακτήρισαν τον ήχο του μέχρι και το σήμερα. Τα κινηματογραφικά και άκρως θεματικά τοποθετημένα “Beautiful People” (2011) και “She Swims” (2016) ήταν άλμπουμ για τους λάτρεις της κινηματογραφικής φαντασίας και των νοσταλγικών ορχηστρικών συνθέσεων.

Το 2018 αποτέλεσε άλλον ένα σταθμό για τον καλλιτέχνη. Η Αγγελική, η αδελφή του Σεραφείμ, ξεκινά ένα dream pop project, στο οποίο ο Σεραφείμ ενσωματώνεται κάνοντας την παραγωγή και παίζοντας κάποια synths. Τα δύο αδέρφια κυκλοφορούν αρχικά το 2015 ένα ιδιαιτέρως κατατοπιστικό για τον ήχο τους EP, το “Chamber Dreams” στην Αμερικανική Hush Hush Records. Φέτος, είχαμε τη χαρά να νιώσουμε και πάλι υπερήφανοι αφού η ολοκληρωμένη τους δουλειά δεν απέσπασε απλά καλές κριτικές, ήταν και μια από τις καλύτερες στις κατηγορίες των chamber / dream pop / electronica διεθνώς. Και όχι άδικα, αφού συνολικά το "Rolling Days" αφήνει πίσω του μελωδίες που θα τις θυμάσαι όσος καιρός κι αν περάσει. Ό,τι αξίζει, αντέχει στον χρόνο. Νοσταλγική διάθεση, γλυκύτητα και η γνωστή ειλικρίνεια στη γραφή, μπλεγμένα με σύγχρονες pop μουσικές μέσα σ' ένα αληθινό έργο τέχνης. Φέτος άκουσα αμέτρητες φορές τα “Devotion”, “Safe” και “Americana Nights”. Ξανακούω τώρα όλο τον δίσκο γράφοντας για το “Rolling Days” και επιβεβαιώνω τους λόγους για τους οποίους το κράτησα στα αγαπημένα της χρονιάς που φεύγει. Όλο το άλμπουμ εδώ.

 

17. OMOH - Party in Paris

O-M-O-H. Τέσσερα γράμματα που μας έγιναν γνωστά την άνοιξη του 2015 από την πρώτη τους επιτυχία “Luxembourg Park” του ιδιαίτερα ραδιοφωνικού “Is Leading Nowhere” EP. Έπειτα, το 2017 ακολούθησε το “AMOUR 3000” EP και το 2018 ήταν η χρονιά του πρώτου τους album. Τέσσερα γράμματα για δύο καλλιτέχνες, τους Clément Agapitos και Baptiste Homo. Ένα ντουέτο Γάλλων παραγωγών που συνόψισαν πέντε χρόνια από τη ζωής τους στο Παρίσι σε έναν δίσκο.

Οι δύο φίλοι συναντήθηκαν στη Νιμ, την πόλη από την οποία προέρχονται αλλά στο Παρίσι η έμπνευση ήρθε την κατάλληλη στιγμή στις κατάλληλες δόσεις. Τα κολλήματα του δίσκου, “Beat” και “Pia” είναι μόνο η αρχή, αν ακούσεις ξανά πιο προσεκτικά. Το “Subromantisme” (υπο-ρομαντισμός), έρχεται ναι μεν σε slow tempo ύφος, μέσα του όμως όντως κρύβεται μια απέραντη ποσότητα ρομαντισμού. Μετά τη μέση του, τα synthesizers και τα distorted φωνητικά μας παίρνουν και μας σηκώνουν στον αέρα. Οι Γάλλοι δεν κατέχουν τυχαία τα πρωτεία στην εκλεκτική και λεπτεπίλεπτη ηλεκτρονική μουσική. Ακόμη και τα λεγόμενα άσημα συγκροτήματα, έχουν μέσα τους αυτό το μαγικό φίλτρο. Συναντήσεις, ιστορίες, περιπέτειες, πάρτι, πάρτι ... πολλά πάρτι. Πάρτι στο Παρίσι. Όλο το ντεμπούτο άλμπουμ εδώ

 

16. Κυριάκος Σφέτσας - Greek Fusion Orchestra Vol.1

Και κάπου εδώ, υπόκλιση σε έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες μουσικοσυνθέτες. Ένας αριστουργηματικός jazz fusion δίσκος που φυσιολογικά θα είχε κυκλοφορήσει στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Ευτυχώς για εμάς όμως, τίποτα δεν πήγε φυσιολογικά, παρά μόνο η γνωριμία του Αδαμάντιου Καφετζή της Teranga Beat με τον Κυριάκο Σφέτσα στην Λευκάδα πριν λίγο καιρό. Εκεί, το υλικό που είχε ηχογραφηθεί και παρέμενε σε tapes στα χέρια του δημιουργού, παραδόθηκε στον πάντα μουσικά ανήσυχο ιδιοκτήτη της Teranga Beat και πέρασε από νέα διαδικασία mastering (επεξεργασία ήχου) για να τυπωθεί σε CD και βινύλιο.

Ο Κυριάκος Σφέτσας σχημάτισε την Greek Fusion Orchestra το 1976, εκπληρώνοντας μια φιλοδοξία που χρονολογείται από την avant-garde περίοδο της δεκαετίας του ’60 και ενώ ακόμη κατοικούσε στο Παρίσι. Ήθελε να δημιουργήσει ένα έργο που θα ωθούσε και θα επέκτεινε τα όρια της παραδοσιακής Ελληνικής μουσικής. Κατ’ ουσία, τη μεταλαμπάδευση της αληθινής παραδοσιακής Ελληνικής μουσικής υπό ένα δικό του πρίσμα. Το αποτέλεσμα είναι μια μεγαλειώδης progressive jazz σύνθεση. Ο Σφέτσας είχε το θάρρος να “επέμβει” στην παράδοση όχι μετασχηματίζοντας τη μουσική της αλλά εμπλουτίζοντας τη με τα στοιχεία που θα την έκαναν περισσότερο προσιτή και αξιοπρόσεκτη στο επόμενο κοινό, τους νεότερους που πάντα θα διψούν για νέες εμπνεύσεις και μάθηση.

Ο Λευκαδίτης συνθέτης γεννήθηκε στην Αμφιλοχία αλλά μεγάλωσε στο νησί της Λευκάδας όπου σπούδασε κλασική μουσική στο ωδείο. Ταυτόχρονα, συνδεθηκε αληθινά με την παραδοσιακή μουσική και ιδιαίτερα τον ήχο του κλαρινέτου, αγαπημένο όργανο του νησιού αλλά και με τη μουσική της Λευκάδας. Ο Σφέτσας ξεκίνησε να παίζει με τσιγγάνικες ορχήστρες σε τοπικά φεστιβάλ, μια εμπειρία που ως αποτέλεσμα είχε τη δημιουργία της GFO, μετά την επιστροφή του από την εξορία στο Παρίσι το 1975. Παράλληλα με την εργασία του στο κρατικό ραδιόφωνο, μετά από πρόσκληση του ίδιου του Μάνου Χατζιδάκι, διηύθυνε μια ορχήστρα αποτελούμενη κυρίως από μέλη της «Ορχήστρας Ποικίλης Μουσικής», με κλασικό και παραδοσιακό μουσικό προσανατολισμό. Μια φιλοδοξία που δεν θα μπορούσε γίνει πραγματικότητα στο Παρίσι, αφού ήταν αδύνατο να βρεθούν μουσικοί εκπαιδευμένοι σε αυτές τις μουσικές κουλτούρες.

Οι ηχογραφήσεις του “Greek Fusion Orchestra Vol . 1” που είναι μόνο ένα μικρό κομμάτι της γιγαντιαίας δουλειάς του Σφέτσα με την GFO, κυκλοφόρησαν φέτος για πρώτη φορά και σίγουρα θα αποτελέσουν μια από τις εξαιρετικότερες και πιο ποιοτικές δημιουργίες της κατηγορίας διαχρονικά. Όλος ο δίσκος εδώ.

 

15. MGMT - Little Dark Age

Οι MGMT μπορούν να γράφουν pop Hits, το γνωρίζαμε αυτό. Επίσης γνωρίζαμε πόσο σκοτεινή περίοδος ήταν αυτή που πέρασαν μετά το φιλοσοφημένο “MGMT” του 2013. Χρειάστηκαν πέντε χρόνια για να επιστρέψουν και το έκαναν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Μη γελιόμαστε, άλμπουμ σαν το “Oracular Spectacular”, δύσκολα θα ξαναγράψουν. Τότε, τα "Kids" και "Time To Pretend" έπαιζαν ακόμα και στα πιο απίθανα μέρη του πλανήτη. Ο Andrew VanWyngarden και ο Ben Goldwasser προσπαθούσαν νομίζω να ξεφορτωθούν από πάνω τους τη “ρετσινιά” των hit makers και έτσι τα έθαψαν κάτω από τα σχεδόν πειραματικά “Congratulations” και “MGMT”. Ίσως τελικά αυτή τους η εμμονή με το underground και την ψυχεδέλεια, να είναι αυτό που τους εκφράζει και θέλουν να γράφουν.

Στο φετινό "Little Dark Age" όμως, ειρωνευόμενοι τον ίδιο τους τον εαυτό για την απουσία τόσων ετών, τα κομμάτια επιτυχίες επιστρέφουν. Μάλιστα μοιάζουν να είναι μιμητές τραγουδιών της δεκαετίας του '80, μαζί με μπόλικη περιεργίλα. Κομμάτια όπως τα “Little Dark Age” και “When You Die” σε κουνάνε χωρίς πολλή προσπάθεια από τη θέση σου και θυμίζουν σε όλους μας πως οι Αμερικανοί είναι σε θέση να κάνουν πολλά. Οι MGMT ήταν και είναι μια μπάντα που ποτέ δεν νοιαζόταν για τις προσδοκίες των άλλων. Γράφουν όπως νιώθουν και το κάνουν πάντα όταν είναι έτοιμοι για αυτό. Όλος ο δίσκος εδώ.

 

14. Nicolas Godin - Au Service De La France

Για τη δεύτερη σεζόν του “Au Service De La France”, μια γαλλική τηλεοπτική σειρά για τις περιπέτειες διάφορων κατασκόπων κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '60 (Netflix), ο μέγας Nicolas Godin επιμελήθηκε φέτος του εκπληκτικού της Soundtrack. Δε μπορώ να μην αναφέρω πριν από κάθε άλλο, το τρίτο κομμάτι του δίσκου, το συγκινητικό “Les rues de Paris”. Πόσες συμπτώσεις μαζί, να ξαναβλέπω Δεκέμβρη μήνα το “Amélie” και να 'ναι το κομμάτι αυτό μια αναδρομή στις μουσικές του Yann Tiersen, μ' ένα μονάχα ακορντεόν και ένα ukulele. O Godin αποδεικνύεται ένας τόσο καλά συντονισμένος μουσικός με κάθε τι που αναλαμβάνει να ασχοληθεί. Ήταν άλλη μια πρόκληση για εκείνον, να επιστρέψει στις μουσικές που δεν γράφονται πια σήμερα, να εκφράσει την αγάπη του για τα jazz soundtracks και να εξωτερικεύσει όλη του την παιδικότητα. Με βεβαιότητα, κομμάτια όπως τα “Apéro Calypso” και “Alger la blanche” κρύβουν την παιδική ιδιοσυγκρασία του.

Το μυστήριο και το ανελέητο κυνηγητό στα “Au service de la France”, “Quartier Général” και “Snake Dance”, θα παρεμβάλουν τα ανατολίτικης αισθητικής -ναι το μπόρεσε κι αυτό- “Casbah Lounge και “Istanbul Rendez Vous”. Το κυρίως μέρος της κυκλοφορίας, αφορά μουσικές που μεταφέρουν την τεχνοτροπία που τόσα χρόνια εφάρμοζε ο καλλιτέχνης με τη συμμετοχή του στους AIR, μαζί με τον Jean-Benoît Dunckel. Τραγούδια σαν το “Clayborn”, το “En mission” και το “Passion Femme”, με προσεκτική ακρόαση θυμίζουν αμιγώς ήχους των AIR, προσαρμοσμένους αυτή τη φορά σε εποχές 60’s - 70’s. Χαίρομαι ιδιαίτερα που υπάρχουν καλοί μαθητές όπως ο Nicolas Godin, ικανοί να αναβιώσουν ή και γιατί όχι να δημιουργήσουν κι οι ίδιοι μουσικές σαν των δασκάλων τους Ennio Morricone και Serge Gainsbourg. Το έχει ξανακάνει όμως ο Nicolas το 1999 με τους AIR, στο “The Virgin Suicides” της Sophia Copolla, όταν τότε γράφτηκε ένα από τα πιο όμορφα επιτεύγματα του είδους τα τελευταία τουλάχιστον είκοσι χρόνια. Ένα ταλέντο σε πλήρη έκταση ! Το “Au Service De La France” μένει πιστό στα μεγάλα soundtracks που συντέθηκαν τη χρυσή εποχή της κινηματογραφικής μουσικής. Υποκλινόμαστε ! Όλο το Soundtrack εδώ.

 

13. Molly Burch ‎- First Flower

Το “First Flower” είναι μια από τις χαρακτηριστικές περιπτώσεις, όπου η φωνή ενός καλλιτέχνη μπορεί να αποσπάσει την προσοχή από το όλο νόημα που προσπαθεί να περάσει ένας δίσκος. Η φωνή της Αυστραλής Burch είναι αδιαμφισβήτητα εξαιρετικά ικανή να προσδώσει υφή και αποχρώσεις σε ότι τραγουδήσει. Ο δίσκος πραγματεύεται τι άλλο, τις σχέσεις. Η διαφορά του με αυτού του είδους όμως τους δίσκους είναι το ότι δεν επιδιώκει κανενός είδους οίκτο. Περιγράφει με τρόπο συναισθηματικά ανοικτό όλες τις καταστάσεις που κάποιος (μάλλον η ίδια) έχει βιώσει, κάνοντας παράλληλα μια βουτιά στα ενδότερα της ψυχής της. Η παρουσία της λυρικής σοφίας είναι επίσης τόσο όμορφα τοποθετημένη, όπως στο “Dangerous Places” όταν λέει: ‘I hope I learn from my mistakes, I hope I forgive myself one day’.

Η Molly κυκλοφόρησε φέτος τη δεύτερη της δουλειά μέσα σε μόλις ένα χρόνο από την πρώτη της προσπάθεια με το “Please Be Mine” του 2017. Έχει σίγουρα σημειώσει πρόοδο όχι μόνο στα τραγούδια της αλλά και στον τρόπο που τα ερμηνεύει. Οι μεταμορφώσεις της φωνής της με αυτό το γοητευτικότατο vibrato, είναι που φέρνουν το “First Flower” στη φετινή εικοσάδα. Η καλλιτέχνιδα μοιάζει να μπορεί να τραγουδήσει οποιοδήποτε τραγούδι, μεταφέροντας το σε οποιοδήποτε mood θέλει. Ωρίμασε πια, τραγουδά με πεντακάθαρη φωνή κι εκφράζεται πλέον ελεύθερα, όπως στο “To the Boys”: ‘Can you listen carefully ? I'm not what you want me to be and I never will’. Όλο το άλμπουμ εδώ.

 

12. Fred Pallem & Le Sacre Du Tympan ‎- L'odyssée

Ο σχολιασμός σε sοundtrack πάντα με δυσκόλευε. Δεν μοιάζουν με οτιδήποτε άλλο στη μουσική. Είναι η συγκεκριμένη λειτουργία του μυαλού του εκάστοτε συνθέτη, τη συγκεκριμένη στιγμή. Από την άλλη, αυτό θα μπορούσε να λύσει τα χέρια των σχολιαστών. Βάλτε φαντασία κι όπου βγει. Τον Fred Pallem τον γνώρισα τυχαία από τον φίλο Κοσμά, όταν μια διαδικτυακή του παραγγελία το 2015 με σύστησε μαζί του. Εκείνη τη χρονιά, ο γάλλος είχε βαλθεί να μεταμορφώσει τραγούδια του τεράστιου συμπατριώτη του συνθέτη François de Roubaix, διασκευάζοντας μεγάλες επιτυχίες του. Ο de Roubaix ήταν από τους πρωτοπόρους στη χρήση synthesizers στα 70’s κι αυτό από μόνο του τον καθιστούσε ενός είδους πειραματιστή. Ο Fred, αν σκεφθεί κανείς πως έχει ασχοληθεί μέχρι και με διασκευές μουσικής κινουμένων σχεδίων, είναι ο άνθρωπος που εμπνέεται από το παρελθόν για να βρει θέματα για πειραματισμό. Το “L’odyssée” είναι μια δημιουργία μεταξύ κινηματογραφικής και σύγχρονης μουσικής, αναμεμιγμένη με την ενέργεια του rock και της funk.

Η προσθήκη πνευστών, δηλαδή σαξόφωνου σε κομμάτια όπως το “L’intrus (Part 2)” και εγχόρδων δηλαδή βιολιού, όπως στο “Death And Life Of A Suburban Guy” έρχεται να κουμπώσει στα προϋπάρχοντα σε προηγούμενες παραγωγές φλάουτα και ηλεκτρικές κιθάρες και να δώσει folk χρώμα στην funk-rock ενέργεια της μπάντας. Η μουσική των γάλλων στο “L’odyssée” είναι επιθετική όσο κι η μουσική του αείμνηστου David Axelrod, που είχε τη rock ως κύρια βάση, για να μην αποφύγω τον παραλληλισμό. Με την προσθήκη μιας καλής δόσης ψυχεδέλειας και free jazz αυτοσχεδιασμού, παίρνουμε στα χέρια μας το “L’odyssée”. Ένα δίσκο που είναι pop, είναι rock, είναι jazz, μπορεί να προξενήσει όμορφα συναισθήματα και μας να θυμίσει μεγάλους συνθέτες. Ας μη συνδεθεί ποτέ και με κανένα soundtrack, μ' αρέσει σκέτο, να το συνδυάζω με οτιδήποτε σε κάθε ακρόαση. Όλη η κυκλοφορία εδώ.

 

11. Anna Calvi - Hunter

Η σε βάθος ανάλυση ενός δίσκου δεν βασίζεται πάντα στους στίχους ή δεν μπορεί να βασίζεται πάντα στους στίχους. Ένα τέτοιο παράδειγμα κολληματικού δίσκου, χωρίς καν να χρειαστεί να δώσεις προσοχή στα λόγια της καλλιτέχνιδας, είναι το “Hunter” της αγαπημένης Anna Calvi. Και αυτό, όπως και πολλά άλλα το 2018, έχουν θέμα τη μάχη των δύο φύλων. Ο υπαινιγμός δεν είναι πια υπαινιγμός όταν στο κομμάτι hit του δίσκου “Don’t Beat the Girl out of My Boy”, καταλήγει λέγοντας: “Let us, be us”. Η Calvi προσθέτει σε αυτή τη θεματική ενότητα ένα από τα πιο κινηματογραφικά μέσα για να μεταφερθούν εικόνες κι αισθήσεις.

Tο “Hunter” μέσα από τα τραγούδια του, μπορεί να είναι μια ορχηστρική πανδαισία όπως το αντιραδιοφωνικό αλλά επικό “Swimming Pool”. Το “Wish” είναι ρυθμικό, με δυνατά κιθαριστικά ριφ και αποθεωτικό στα crescendo του από τη φωνή της Calvi, που μάλλον είναι η καταλληλότερη για να το τραγουδήσει. Το “Indies Or Paradise” ξεκινά ως punk rock κομμάτι που στη συνέχεια θα πάρει gothic rock χρώμα και πάλι με τη φωνή της να δίνει νόημα στο όλο εγχείρημα των 4:41 λεπτών. Ο δίσκος γίνεται σκληρός οι κιθάρες φτάνουν να ακούγονται κοφτερές και ενοχλητικές όπως στα “Wish” και “Alpha”. Το “Chain”, ακριβώς ανάμεσα τους, επαναφέρει την κανονικότητα και τις κιθαριστικές μελωδίες. Σε γενικές γραμμές το “Hunter” είναι μια δήλωση και προτροπή για απελευθέρωση, από την αξιέπαινη για το θάρρος της Καλλιτέχνιδα Anna Calvi. Όλος ο δίσκος εδώ.

 

10. Holy Motors ‎- Slow Sundown

Οι Holy Motors κυκλοφόρησαν το πρώτο τους άλμπουμ τον Φεβρουάριο του 2018. Κατάγονται από το Ταλίν της Εσθονίας και νομίζω πως η καιρική συνθήκη της Βαλτικής, δικαιολογεί απόλυτα την μελαγχολική διάθεση της μουσικής τους. Η Eliann Tulve στα φωνητικά, είναι τοποθετημένη κάπου μεταξύ Hope Sandoval (Mazzy Star) και Rachel Goswell (Slowdive). Οι κιθάρες τους λοιπόν, με τα reverb και το shoegaze echo, δεν θα μπορούσαν να είχαν βρει καλύτερη συνοδεία. Το περίεργο βέβαια, είναι πως σε κάθε ευκαιρία οι Holy Motors τονίζουν πως η καταγωγή τους δεν έχει επηρεάσει τον ήχο τους. Το Ταλίν είναι απλά το μέρος που όλοι τους μεγάλωσαν, έτυχε να γνωριστούν και να παίξουν μαζί μουσική. Παρόλα αυτά, η μπάντα διαθέτει τρεις κιθάρες και όλες μαζί κρατούν αυτή την ατμόσφαιρα μελαγχολίας, με την Tulve να τη διαβάλει με αποσπασματικές φράσεις εδώ κι εκεί. Τυχαίο γεγονός ή απλά καλά σχεδιασμένο; Το σίγουρο είναι πως η πενταμελής παρέα νιώθει άνετα και δεν χρειάζεται να εξηγήσει το πως και το γιατί του ήχου της.

Σημαντική λεπτομέρεια, η παρουσία του Garson Cox από τους Merchandise, τον οποίο γνώρισαν σε ένα φεστιβάλ όπου έπαιζαν μαζί. Έκανε την παραγωγή στο πρώτο τους 7ιντσο και στο πρώτο τους άλμπουμ. Αυτός τους σύστησε στην Wharf Cat records στην οποία ανήκει η κυκλοφορία. Αναμφίβολα, το κομμάτι που απογειώνει τον δίσκο ήδη ακόμα από το ξεκίνημα του, είναι το “Honeymooning”. Ρυθμικό και κινηματογραφικό μαζί, σκοτεινό και μελωδικό, το “Slow Sundown” μοιάζει να είναι ακριβώς αυτό που περιγράφουν οι δύο αυτές λέξεις. Μια αργή κάθοδος του ήλιου και έπειτα η εξαφάνιση του φωτός, που μαζί με τις αισθήσεις, παρασύρει και τα συναισθήματα μας προς αυτή τη γλυκιά μελαγχολία. Στο τέλος όλοι είμαστε μόνοι μας… Ένα από τα καλύτερα shoegaze άλμπουμ της χρονιάς με βεβαιότητα. Όλο το άλμπουμ εδώ.

 

9. My Autumn Empire ‎- Oh, Leaking Universe

Φέτος έψαχνα έναν δίσκο που να θυμίζει κάτι από Pink Floyd. Αυτό το χάσιμο μέσα στους ήχους που ξεκινά και πραγματικά δεν ξέρεις πότε θα τελειώσει. Ο Βρετανός Benjamin Holton, χρειάστηκε τρία χρόνια για να επιστρέψει στη δισκογραφία με έναν αληθινά αριστουργηματικό τρόπο. Η φετινή folk-tronica ήταν αρκετά φτωχή σε αξιόλογες κυκλοφορίες αλλά αυτό δεν αβαντάρει σε καμία περίπτωση τον δίσκο του Holton. Το “Oh, Leaking Universe” είναι ένα λεύκωμα από ιδέες, αναμνήσεις, στιγμιότυπα ζωής και μια συνολική αίσθηση χαλαρότητας, όσον αφορά τόσο τη γραφή όσο και την ηχογράφηση. Οι ακουστικές κιθάρες όπως και στα προηγούμενα άλμπουμ, είναι εδώ, όπως τα synthesizers και τα χωροδιακά φωνητικά που το σηκώνουν σε άλλα επίπεδα. Στο υπεραισιόδοξο “Future Song” ίσως είναι ιδέα μου επειδή βλέπω πολύ τηλεόραση όμως ο στίχος “One Day We’re Going To Wake Up, One Day We’re Going To Take It Back”, κάνει αναφορά στο Brexit ; Μπορεί…

Το “Oh, Leaking Universe” σαν ακτίδα φωτός, χρειάζεται όλες τις αποχρώσεις και τις περιέχει. Η ανάλυση θα έπαιρνε πολλές γραμμές όμως κάθε κομμάτι είναι αληθινά διαφορετικό και ενεργοποιεί άλλα κέντρα του εγκεφάλου. Στο “Infinite Suburbs” ακούμε τον Benjamin να στήνει ένα κομμάτι σε trip hop ρυθμό και αισθητική Moby. Το σχεδόν δεκάλεπτο “Forgotten Futures” είναι μια διήγηση στην οποία σε λίγο νομίζεις πως εμπλέκεσαι και ο ίδιος. Αν χωριζόταν σε τρία μέρη, στο πρώτο θα βρίσκαμε την εισαγωγή με ακουστική folk κιθάρα σε slow tempo. Στο δεύτερο και πιο συναρπαστικό μέρος εισάγονται φωνητικά, γρήγορος ρυθμός και ηλεκτρονικοί ήχοι κιθάρας και πλήκτρων. Το κλείσιμο του κομματιού, σβήνοντας αργά τις εντάσεις, θα απομονώσει τα ρυθμικά στοιχεία του δεύτερου μέρους και θα σε αναγκάσει να φτάσεις μέχρι το τέλος του κράτωντας την απόλυτη προσοχή σου. Το κερασάκι στην τούρτα βάζουν τα δύο τελευταία κομμάτια. Στο ξεκίνημα του φαντασιακού “Oh, Leaking Universe” έχει κανείς την εντύπωση πως κάπου γύρω βρίσκονται οι Beatles και σιγοντάρουν. Για ακόμα μια φορά όμως, όχι. Ο Βρετανός θα κάνει επι τόπου στροφή, θα φορτώσει εντάσεις και ηλεκτρονικά μπλιμπλίκια και θα στείλει το κομμάτι ούτε κιεγω ξέρω που… Απολαυστικό, αστρικό και μια πραγματικά ala Pink Floyd εμπνευσμένη δημιουργία η φετινή δουλειά του My Autumn Empire. Όλος ο δίσκος εδώ.

 

8. Joel Sarakula - Love Club 

Ο Mr. “Northern Soul”. Από εκεί τον ανακαλύψαμε το 2015. Κι αυτή είναι η φύση του, να γράφει χαρούμενες μουσικές, να μας κάνει να θέλουμε να χορέψουμε και να μας μεταφέρει ταυτόχρονα σε παλιές εποχές. Η μετακόμιση του από τα μικρά και ανεξάρτητα labels στην σπουδαία γερμανική Légère Recordings (Myles Sanko, The New Mastersounds, The Mighty Mocambos, Nick Pride, JetTricks) ήταν ένα άλμα που πιστεύω πως εδώ και καιρό έπρεπε να είχε γίνει. Φέτος το έκανε με όλη του την αξία, για να κυκλοφορήσει έναν από τους πιο καλοστημένους και από πλευράς παραγωγής αλλά και αισθητικής, soul δίσκους του 2018.

Ο Joel κατάγεται από την Αυστραλία αλλά εδώ και πολλά χρόνια ζει μεταξύ Λονδίνου και Βερολίνου, πραγματοποιώντας έτσι το όνειρο του να ζει και να εργάζεται για τη μουσική. Ο ίδιος προσπάθησε να νεωτερίσει τον ήχο των 60’s-70's της δυτικής ακτής των ΗΠΑ. Ήχοι από το παρελθόν με επιρροές όπως Sam Cooke, Aretha Franklin, Dionne Warwick, Al Green, Smokey Robinson και Curtis Mayfield, περνούν φιλτραρισμένες από τη σύγχρονη μουσική άποψη του Joel και μετατρέπονται σε κάτι νέο. Το ενδιαφέρον δεν είναι απλά ο αέρας του παρελθόντος, είναι ο τρόπος που ο καλλιτέχνης αντιμετωπίζει την αναβίωση. Πρόκειται ουσιαστικά για μια αναζωογόνηση η οποία συμβαίνει και στο “Love Club”, τη φετινή εξαιρετική του κυκλοφορία. Η άριστη παραγωγή, η κομψότητα που διαθέτει όλος ο δίσκος αλλά και η πλήρης κατανόηση των αρχών εκείνης της εποχής που πραγματεύεται, είναι η ουσία του δίσκου που αγαπήσαμε τόσο φέτος. Που να πρωτοαναφερθούμε ; Στο ala Sly Stone “In Trouble”, στο “Dead Heat” που θυμίζει 70s soul disco ή στο εκπληκτικό και καλοκαιρινό “Coney Island Getaway”; Ο Sarakula κατάφερε να μας βάλει σ' ένα κότερο και μέσω μιας χρονοδίνης ρομαντικής soul pop, να μας μεταφέρει σ' εκείνες τις ξεχασμένες και υποτιμημένες απ' το σήμερα υπέροχες εποχές. Όλος ο δίσκος εδώ.

 

7. Feu! Chatterton - L'oiseleur

Φανταστείτε κάτι μεταξύ ποίησης και rock, κάτι ανάμεσα σε κατευνασμό και αναταραχή. Αυτό είναι οι γάλλοι Feu! Chatterton. Δεν είναι καθόλου εύκολη η κατάταξη τους σε κάποια μουσική κατηγορία. Όσο κι αν το προσπάθησα, τελικά μπερδεύτηκα. Οπότε αποφάσισα να τους θεωρώ ένα μυστηριώδες σύγχρονο συγκρότημα. Άλλωστε έτσι δεν ήταν κι η πρώτη τους δουλειά πίσω στο 2015 ; Το “Ici le jour”, ήταν μια από τις πιο συναρπαστικές εκπλήξεις του φθινοπώρου του 2015. Με λυρικές ερμηνείες που έμοιαζαν να ανήκουν σε θεατρικό έργο, εκείνη η συλλογή φανταχτερών τραγουδιών τους είχε προωθήσει τότε στο προσκήνιο. Με όρους ποίησης και πάλι, η μπάντα εγκατέλειψε για λίγο καιρό το Παρίσι, εγκαταστάθηκε στην περιοχή Λαντ (επαρχία της Γαλλίας στα Νοτιοδυτικά), για να ηχογραφήσει τον δεύτερο ποιητικό τόμο της, το “L’Oiseleur”.

Η νέα τους δουλειά εκπέμπει την αίσθηση αναζωογόνησης κι απόδρασης από το πλεονάζον σε φασαριόζικη και ενθουσιώδη rock, πρώτο άλμπουμ. Απόδειξη γι' αυτό, η ποικιλία ήχων που συμπεριλαμβάνει ο καινούργιος δίσκος. Το “Anna” είναι electro-pop, το “La Fenêtre” είναι krautrock, ενώ το “L’Ivresse” συγχρονίζεται με την rap των ημερών μας. Παράλληλα, μπορεί το “Grace” να κινείται σε υψηλές εντάσεις, το “Erussel Baled (Les ruines)” όμως φτάνει στα όρια του νηφάλιου. Κι όλα αυτά χάρη στην ικανότητα του τραγουδιστή Arthur Teboul να φροντίζει ενστικτωδώς για το ισoζύγιο μεταξύ τραγουδιστικής και spoken word ερμηνείας. Η παραγωγή του “L’Oiseleur” χρήζει ιδιαίτερης ανάλυσης και παρότι δεν είμαστε οι ειδικοί για αυτό, μια λέξη την χαρακτηρίζει με βεβαιότητα, "σχολαστικότητα". Η ζεστασιά των μουσικών οργάνων και τα μοναδικά κρουστά σε συνδυασμό με τη θεατρική φωνή του Arthur, μας γεμίζουν αναμνήσεις κι αισθησιασμό. Τη σύνοψη για όλα αυτά θα κάνει το τελευταίο και σχεδόν μυσταγωγικό “Le départ”. Η ορχήστρα κι η επικά δραματική ατμόσφαιρα που δημιουργεί, θα κλείσουν ανεπανάληπτα το άλμπουμ των γάλλων. Όλη η κυκλοφορία εδώ.

 

6. The Fernweh - The Fernweh

Τη μετάφραση για τη σημασία του ονόματος τους τη βρήκα μόνο στα Γερμανικά κι όλως περιέργως σημαίνει τη “μανία για τα ταξίδια”. Δεν μπόρεσα να το συνδυάσω με τα τραγούδια τους αλλά σίγουρα κάτι θα σημαίνει για εκείνους. Σημασία για εμάς στην προκειμένη περίπτωση, έχει πως το “The Fernweh” είναι ο πιο “British” δίσκος που πέρασε από τα αυτιά μας φέτος. Αυτή η φθινοπωρινή folk ατμόσφαιρα κι η ψυχεδελική rock από τα τέλη των 60’s, νομίζω πως φέτος δεν αποδόθηκε με καλύτερο τρόπο από κανένα συγκρότημα. Οι Austin Murphy, Jamie Backhouse και Ned Crowther αυτό που κάνουν το εννοούν πραγματικά. Η προσγειωμένη τους γραφή, η ακουστική γενικότερα φύση τους στη γραφή των τραγουδιών, ακολουθεί πιστά και γνήσια την παράδοση σε αυτό τον χώρο της μουσικής, δηλαδή την folk των 70’s. Το “Where Did The Sea Go” για παράδειγμα, μοιάζει με πρελούδιο κι έχει το κατάλληλο πιάνο, τα πνευστά και την ακουστική κιθάρα για να φτιάξει τον σύνδεσμο με το παρελθόν.

Άλλες φορές νόμιζα ότι άκουγα άλλον ένα δίσκο του Bert Jansch, άλλες πάλι τους Procol Harum κι άλλες, όπως στα “Brightening In The West” και “Is This Man Bothering You”, τους Beatles. Ο δίσκος δεν είναι μόνο φιλοσοφημένος και νοηματικά προσεγμένος, είναι και απολαυστικός. Το καταλαβαίνει κανείς από κομμάτια όπως τα “Liar” που ανοίγει το δίσκο δυνατά, το “Little Monsters” που στην αρχή του μοιάζει μπαλάντα αλλά στη συνέχεια γίνεται folk κιθαριστικό θαύμα ρυθμικότητας ή το γλυκύτατο “Next Time Around”. Οι Fernweh υπάρχουν ως σχήμα εδώ και μια δεκαετία. Όπως λένε, τώρα ήθελαν απλώς να φτιάξουν ένα άλμπουμ που θα έχει συναίσθημα και μια ισχυρή ταυτότητα. Το Liverpool είναι η πόλη που γέννησε πολλά τέτοια συγκροτήματα, όπως οι Coral και ο James Skelly, στου οποίου το Label (Skeleton Key Recs) έγινε και η πρώτη κυκλοφορία των Βρετανών. Μια μπάντα που επέστρεψε σε πιο απλούς μουσικούς καιρούς ενώ παράλληλα ζεί στο μουσικό σήμερα και τα θέματα που το απασχολούν. Το ντεμπούτο των Fernweh είναι ένα από τα πλουσιότερα άλμπουμ που έχουμε ακούσει εδώ και αρκετό καιρό. Όλος ο δίσκος εδώ.

 

5. Gaz Coombes - World’s Strongest Man

Το πιθανότερο είναι πως ο Gaz Coombes έπραξε ορθώς όταν το 2009 εγκατέλειψε τους Supergrass. Αν μάλιστα κρίνουμε κι από την solo καριέρα που ακολουθεί μέχρι σήμερα, μάλλον έκανε τη σωστή επιλογή. Το “Matador” του 2014, ήταν σίγουρα μια αποκάλυψη για όσους τον είχαν ξεγράψει από τα πράγματα της δισκογραφίας. Φαντασιακοί ήχοι με μπόλικο πειραματισμό κι ευαίσθητα κομμάτια όπως το “The Girl Who Fell to Earth”, που έδιναν μια άλλη, πιο σοβαρή και φιλοσοφημένη όψη στο εν μέρει πείραμα. Φέτος ο Gaz, υιοθέτησε ένα μέρος αυτής της ατμόσφαιρας αλλά δημιούργησε έναν περισσότερο φουτουριστικό μουσικά δίσκο, το “World’s Strongest Man”.

Τα κομμάτια που κάνουν εντύπωση από τη νέα του κυκλοφορία, ξεπερνούν τα τρία σε σύνολο έντεκα τραγουδιών και αυτό είναι πράγματι κατόρθωμα και ενδεικτικό της ποιότητα της. Τα “Deep Pockets”, “Walk The Walk”, “Wounded Egos” και “Oxygen Mask” παίζουν άνετα στον ραδιοφωνικό αέρα και καθένα από αυτά βγάζει και μια διαφορετική πτυχή του LP. Το “World’s Strongest Man” κουβαλάει μέσα του, εκτός από αρκετή αλληγορία, λόγω στίχων και αρκετές επιρροές Beck, Muse, ή ακόμη και Foster The People. Η προσεκτική ανάγνωση των στίχων, αφήνει σίγουρα την αίσθηση ενός καλλιτέχνη που εγκαταλείπει τα χαρούμενα εφηβικού τύπου τραγουδάκια των Supergrass και στρέφεται προς την εύθραυστη πλευρά του. Η απόδειξη για αυτό, βρίσκεται σε μπαλάντες όπως το “Slow Motion Life”: ‘I took my hands off the wheel, I couldn't find the way back, You know I'd pay to leave this road behind’. Καλωσορίζουμε τον Gaz στον πραγματικό κόσμο και τον ευχαριστούμε για την υπεροχότητα που μας χάρισε. Όλος ο δίσκος εδώ.

 

4. Gwenno ‎– Le Kov

Το διαφορετικό είναι γοητευτικό. Διαφορετικό για εμάς, γιατί η κορνουαλίκη διάλεκτος είναι το δεύτερο σπίτι της Gwenno Saunders (Τα αγγλικά είναι το τρίτο). Σε αυτή τη διάλεκτο, η Ουαλή Gwenno επέλεξε να γράψει τη νέα της δουλειά κι όχι τυχαία. Θέλησε να διαμαρτυρηθεί εμπράκτως για την απόφαση της βρετανικής κυβέρνησης να μειώσει τη χρηματοδότηση της γλώσσας της Κορνουάλης το 2016. Στο τέταρτο τραγούδι του “Le Kov”, το “Eus Keus”, τίθεται εμέσως το ερώτημα σχετικά με το αν πραγματικά έχουν σημασία οι στίχοι. Αρχικά μονότονο, μέχρι που το τραγούδι θα πλημμυρίσει από χωρωδιακά φωνητικά και θα ξεσπάσει με εντάσεις πάνω από κάθε όριο, σε krautrock ρυθμό.

Είναι πραγματικά αξιοπερίεργο, ψάχνοντας για μετάφραση των στίχων, βρήκα το εξής: "Υπάρχει τυρί; Υπάρχει ή δεν υπάρχει; Εάν υπάρχει τυρί, φέρτε το τυρί. Κι αν δεν υπάρχει τυρί, φέρτε ό,τι είναι εύκολο”. Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που συναντάμε σπουδαία τραγούδια με ανούσιους στίχους, έχει συμβεί πολλάκις. Ο καθένας ας δώσει τη δική του ερμηνεία. Ο δίσκος δεν στερείται σοβαρότητας και σκοπού αφού πίσω από το “Le Kov” (μεταφρ. "ο τόπος της μνήμης") κρύβεται η εξερεύνηση της ταυτότητας της Κορνουάλης. Μετά την ψηφοφορία για το Brexit, το συναίσθημα της απομόνωσης κυριάρχησε κυρίως στον κόσμο των μειονοτικών γλωσσών της Βρετανίας. Δεν είμαι σίγουρος βέβαια αν ένας απλός ακροατής μπορεί να συλλάβει τους συμβολισμούς, οι στίχοι είναι αρκετά παραπλανητικοί. Προσωπικά για να βγάλω άκρη, χρειάστηκε να διαβάσω δύο συνεντεύξεις της Gwenno. Οι μελωδίες όμως, αυτές που εκούσια επέστρεφα όλη τη χρονιά για να ξανακούσω, είναι που δίνουν το βραβείο στο άλμπουμ. Μέσα από τη στιχουργική ασάφεια και τη θολότητα, η Saunders κατάφερε να κοιτάξει προς τα πίσω και ταυτόχρονα προς τα εμπρός, προς το μέλλον. Όλος ο δίσκος εδώ.

 

3. Coyle Girelli - Love Kills

Σε ένα δωμάτιο ο Springsteen, ο Dylan και ο Roy Orbison και στο άλλο ο Puccini και οι όπερες του Verdi. Κάπου στη μέση ο Coyle Girelli ν' ακούει τα δικά του. Nirvana, Queen και μουσικές από τα 60’s, όλα σε μια απρόσμενη αλλά καθόλου ανορθόδοξη μίξη, όπως αποδειχθεί άλλωστε, στο μυαλό του Βρετανού. Σε πολλά σπίτια τα πικάπ έπαιζαν ωραίες μουσικές, δεν υπήρχαν όμως σε όλα τα σπίτια αυτιά καρδιές όπως του Coyle. Το πρώτο άλμπουμ του μεταναστεύσαντα εις Νέα Υόρκη καλλιτέχνη, είναι ένα δημιούργημα που προήλθε από την παρουσία και τον συνδυασμό πολλών παραγόντων. Οι γονείς του Coyle άθελα τους τροφοδότησαν την ψυχή του γιού τους με μουσικές που αν και ως είδη απείχαν πολύ, ήταν ικανές να καλλιεργήσουν μέσα του όλα αυτά τα υπέροχα συναισθήματα, οδηγώντας τον να γράψει τη δική του μουσική.

Τα μοτίβα του δίσκου είναι πράγματι χρωματισμένα με επιρροές από όλους αυτούς τους ήχους της παιδικής του ηλικίας. Στο “Valentine” και το “Something Strange in the Night” μοιάζει να ακούμε όπερα του Puccini. Στο “Naked Soul” ο Coyle δέχεται τις συμβουλές Tom Waits, ενώ στα “My Blue Heart” και “Isabella Dances”, ο Elvis Presley πιάνει την κιθάρα του και δίνει φως στην όλη σκοτεινιά. Στο “Never Thought I’d See You Again” η φωνή του Dylan μπαίνει στο σώμα του Coyle και τραγουδά όπως τη δεκαετία του 60’. Το “Love Kills” ανοίγει το δίσκο με τους εξής στίχους: “Into the black of your eyes, you cut your heart out of mine and spill my blood on your shrine. Love Kills, every time…”. Το τρομακτικό βάρος της απώλειας εκείνου που νιώθουμε πιο κοντά μας και ο φόβος του κινδύνου να χάσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό, υπάρχει διάχυτος στο “Love Kills”. Το τραγούδι είναι μια σκληρή και αμείλικτη μαρτυρία για τη δύναμη της θλίψης.

Αγάπη και υποταγή είναι το θέμα του δίσκου κι ο Coyle το χειρίζεται με τον πιο συγκινητικό επικοινωνιακά τρόπο. Στο καλύτερο κομμάτι του “I Might as Well Die with You” για παράδειγμα, δε μπορείς να μην ανατριχιάσεις ακούγοντας τoν να τραγουδά: “Falling in love at the end of world, just take me now, what's the use ? I Might as well die with you”

Είτε ψάχνετε για το next big think στην folk μουσική, είτε απλά σας αρέσει να ψάχνετε για το νόημα του θρήνου, το “Love Kills” είναι το τέλειο όχημα για να το καταφέρετε. Ο Girelli παρότι ζει σε μια Νέα Υόρκη όπου όλα διαρκώς κινούνται, επιλέγει να κάνει μια βουτιά στα σκοτεινά βάθη της ψυχής του, να κουρνιάσει κι εκεί να διηγηθεί με τρόπο αριστουργηματικό τον πόνο που μπορεί να προκαλέσει η αγάπη. Συγχαρητήρια για ένα από τα πιο καλοδουλεμένα folk άλμπουμ της χρονιάς. Όλη η κυκλοφορία εδώ

 

2. James Taylor Quartet - Soundtrack From Electric Black 

Είμαστε μικροί για να μιλήσουμε για τον James Taylor αλλά και μόνο για την είδηση ότι στις 30 Νοεμβρίου σωτηρίου έτους 2018, κυκλοφόρησε ένα ακόμη άλμπουμ, θα κάνουμε την παρασπονδία. Η ιστορία του κουαρτέτου του Βρετανού κρατά από πολλά χρόνια πριν. Όλα ξεκινούν το 1987, όταν ηχογραφήθηκε το “Mission Impossible” με το πιο γνωστό τους κομμάτι, το “Blow Up”. Με τα χρόνια η σύνθεση της μπάντας άλλαξε πολλές φορές, με μόνο σταθερό τον ίδιο τον James. Πέρασαν μάλιστα από πολλά μουσικά στάδια σε αυτά τα τριάντα χρόνια ύπαρξης. Από την acid jazz, στην funk και από εκεί στην ορχηστική κινηματογραφική μουσική και τα soundtracks, τον μεγαλύτερο από ότι αποδείχθηκε πόθο του Taylor. Οι εμπνεύσεις από Lalo Schifrin, Henry Mancini, Quincy Jones και John Barry, τριγυρνούσαν στο μυαλό του έως ότου τελικά αφοσιώθηκε στο να πετύχει το όνειρο του, να ηχογραφήσει ζωντανά με ολόκληρη ορχήστρα. Δεν θα ήταν καθόλου εύκολο όμως, η μουσική βιομηχανία δεν πόνταρε ποτέ στην ορχηστρική μουσική.

O Taylor αφού απέκτησε εμπειρία στην παραγωγή δίσκων για σημαντικά labels, ανακαλύπτει την Audio Network, μια παγκόσμια μουσική εταιρεία που συνεργάζεται με γνωστούς και πρωτοεμφανιζόμενους καλλιτέχνες, κάνοντας ψηφιακές κυκλοφορίες. Η Audio Network έδινε στους καλλιτέχνες την ελευθερία να δημιουργούν τη μουσική που αγαπούν και στη συνέχεια αναλάμβανε την προώθηση τους παγκοσμίως. Ο Taylor γνωρίζοντας πως η Audio Network είναι ένας από τους μεγαλύτερους bookers στούντιο ηχογραφήσεων για ορχήστρες και ζωντανές ηχογραφήσεις, προσπαθεί και τελικά τους πείθει να ηχογραφήσει το “Soundtrack From Electric Black” με πλήρη ορχήστρα στα Abbey Road Studios και μάλιστα στο “Studio Two”, εκεί όπου έγραφαν και οι Beatles !

Το “Soundtrack From Electric Black” αν και αρχικά προοριζόταν μόνο για χρήση παραγωγής, η ατμόσφαιρα που δημιουργήθηκε στο στούντιο ήταν εκστατική. Ο Taylor σε συνέντευξη λέει: ‘Στο τέλος της ηχογράφησης, η ορχήστρα χειροκροτούσε τις συνθέσεις μας, αυτό άφησε άφωνους τους ανθρώπους της Audio Network και εμάς! Ένας από τους μηχανικούς των Abbey Road είπε ότι ήταν ότι καλύτερο είχε ηχογραφήσει εδώ και είκοσι χρόνια.’

Η Audio Network τελικά κυκλοφορεί το "Soundtrack από το Electric Black" με τον Taylor πανευτυχή που σε μια τόσο περίεργη εποχή για αυτού του είδους τα releases, υπάρχουν labels που ουσιαστικά μετατοπίζουν την δυναμική βάση της Βρετανικής μουσικής. Το “Soundtrack From Electric Black" μπορεί να μην πέρασε την πόρτα μιας μέσης ή μεγάλης ετικέτας, πέρασε όμως από τις καρδιές μας με αυτές τις αριστουργηματικές cinematic ενορχηστρώσεις. Όλο το άλμπουμ εδώ.

 

1. Villagers ‎- The Art Of Pretending To Swim

Ο Conor O'Brien ανήκει σε εκείνους τους πανέξυπνους καλλιτέχνες που δεν χρειάζεται να προσπαθήσουν πολύ για να γράψουν, οι εμπνεύσεις μοιάζουν να είναι έμφυτες. Έτσι κι ο φετινός τους δίσκος, αποτέλεσε δείκτη εξέλιξης στην ποιότητα της γραφής για τον Ιρλανδό από το Δουβλίνο, που έχει μια μαγική ικανότητα να μετατρέπει τους σκοτεινούς στίχους σε κάτι φωτεινό μέσα από μελωδικά ηχητικά τοπία. Ο δίσκος έπαιξε πολύ και παντού. Περιέχει κομμάτια για κάθε ώρα της ημέρας, για κάθε διάθεση, τραγούδια που θα σε λυγίσουν συναισθηματικά και τραγούδια που υμνούν την πρόοδο της σύγχρονης pop μουσικής. Παρότι τα “A Trick Of The Light” και “Sweet Saviour” χτυπάνε διάνα σε ραδιοφωνικότητα, το πιο έξυπνο πιστεύω αλλά και αξιοπρόσεκτο τραγούδι, είναι το “Long Time Waiting”, που έφερε στο νου μου τεχνοτροπίες Radiohead και Jamie XX, άλλο ένα σημάδι ποιότητας.

Σε στιλ αλλά και σε ουσία, το “The Art Of Pretending To Swim” καταλαμβάνει θέσεις εκτίμησης ψηλά αφού η λεγόμενη κοιλιά που συμβαίνει στα περισσότερα άλμπουμ, εδώ δεν έρχεται ποτέ. Το ενδιαφέρον σταθερό και το “Long Time Waiting” το διαδέχεται το καλύτερο τραγούδι της κυκλοφορίας, το “Fool”. Μέρος μιας καλής κατασκευής κι αυτό, με βάση πάντα την τόσο οικεία φωνή του Conor, που αλήθεια ξέρει να τραγουδά και να τοποθετεί φωνητικά τον εαυτό του. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση η άνεση με την οποία παρουσιάστηκαν όλα αυτά από τους Villagers. Αβίαστα και σαν να το διασκεδάζουν πολύ περισσότερο από τις προηγούμενες δουλειές τους. Προικισμένος δημιουργός ο Conor κι ο νέος τους δίσκος από τους άχαστους της χρονιάς που φεύγει. Ελπίζω μόνο, το “The Art Of Pretending To Swim” να καταφέρει να αποσπάσει πολλά βραβεία, γιατί το αξίζει. Όλο το άλμπουμ εδώ.

Σχετικα Αρθρα
ypogeio.gr
50+1 Δίσκοι
για το 2019
(07/01/2019)
ypogeio.gr
Top-20 Albums Of 2018
(+10 εγχώρια άλμπουμ)
by Tasos Zannis
(06/01/2019)
ypogeio.gr
9 Τραγούδια για τον Χρόνο
(29/03/2019)
ypogeio.gr
22 Χριστουγεννιάτικα
Τραγούδια που...
Δεν Ακούγονται
(17/12/2018)
Χρησιμοποιούμε cookies μόνο για στατιστικούς λόγους (google analytics). Δεν συλλέγουμε κανένα προσωπικό δεδομένο.
ΕΝΤΑΞΕΙ