The Song Diaries (24)

Κοστουμάκι

The Boy

Κοιτάζω πίσω και είναι η τελευταία φορά που σου ζητάω συγγνώμη, τελευταία φορά που μεταξύ μας δενόμασταν από άγραφοι φιλίας νόμοι ακούγαμε αυτό το τραγούδι, προσπαθούσα να σου εξηγήσω γιατί μ'αρέσει, προσπαθούσα να χορέψω ζεϊμπέκικο Boy Βούλγαρη μέσα σε ελληνάδικο της συμφοράς, σου τραγουδούσα τους στίχους ξεχνώντας λέξεις κι εσύ φοβόσουνα τη μέρα που με γνώρισες. Οι μήνες που πέρασαν όσο κι αν δεν χιόνισαν, έστρωσαν μεταξύ μας ένα κενό, που όμοιό του τώρα μου θυμίζει το θάνατο, μεταξύ μας πάντα θα μεσολαβεί η λέξη φόβος και δυο-τρία ονόματα ακόμα. Ποτέ δεν φρόντισες και δεν πρόσεξες την Ιστορία (μας), αυτό είναι είναι ένα λάθος που ήθελε προσοχή και διόρθωση, ξέρεις, με κόκκινο στιλό, "χι" και πάλι απ'την αρχή, η ζωή μου ήταν μία αέναη επανάληψη μετάνοιας, φτου και πάλι από κει που γεννήθηκε η πρώτη ευχή, να είμαστε καλά, να μ'αγαπάς, κι εγώ κι εσύ...

Όταν ο φόνος συνέβη, δεν θυμάμαι αν τον ξεκίνησα εγώ ή εσύ, ούτε θυμάμαι ποιος πέθανε πρώτος, αν ήμουν εγώ ή αν ήσουν εσύ, έβαλα το Κοστουμάκι μου και αναχώρησα προς το κοντινότερο νεκροταφείο... Άναψα ένα ηλίθιο κλασικό κίτρινο κερί μαζί με ένα τσιγάρο και προσευχήθηκα να ξαναζήσουμε, εγώ κι εσύ και όσοι άλλοι σέρναμε μαζί... Γυναικόπαιδα που χόρευαν σαν αγγέλοι, συνομήλικοι που βγαίναν τα βράδια σαν αγέλη, σπάγαν τα ταβάνια με λόγια και τραγούδια, θρυμμάτιζαν τις οθόνες με σινεφίλ ταινίες, κομμάτιαζαν τους πάγους στα ποτά κι ύστερα αποκαμωμένοι κοιμόντουσταν με την ανατολή.

Θυμάμαι. Λυπάμαι, εσύ ήσουν, λυπάμαι, εγώ ήμουν. Είχε έρθει ο Χειμώνας, αποφάσισα να γίνω μαφιόζος, το Κοστουμάκι μου φάρδυνε μαζί με την κοιλιά μου, κάπνισα Κουβανέζικα πούρα και αποφάσισα να σε σκοτώσω. Δεν έδωσα την εντολή σε κανέναν, ήρθα εγώ ο ίδιος ένα βράδυ μικρό και πάτησα τη σκανδάλη, έτσι απλά τέλειωσε το βάσανο και η φρικιαστική μάχή του δίκιου, δεν με ένοιαζε καν, απλά σε έθαψα στην άκρη του κήπου.

 

 

Το 10λεπτο σε διάρκεια Κοστουμάκι του Αλέξανδρου Βούλγαρη (aka The Boy), το βρίσκεις στον 4ο ομώνυμο δίσκο του, ο οποίος κυκλοφόρησε το 2010, στην αυγή της νέας δεκαετίας. Κάπου είχα διαβάσει πως είναι το "Αεροπλάνα και Βαπόρια" της γενιάς μας και οφείλω να ομολογήσω πως ο εν λόγω παραλληλισμός δεν με χάλασε καθόλου. Όπως και να χει, πρόκειται για ένα κανονικό αριστούργημα.

 

Στίχοι: 
Φέρνω τις ελπίδες μιας γενιάς να μου τις σιδερώσουν
Να μην έχω κι ένα κουστουμάκι για της πράξης μου το δίκιο;
Τώρα που ξεπόρτισαν του κράτους οι χαφιέδες πάλι
Έλα αγόρι σφίξε τη γροθιά και σήκωσε κεφάλι

Μάγκες, διαφημίσεις και αυτιά έχει γεμίσει η πόλη
Λογικά θα έρθει κι η στιγμή που θα βγουν έξω όλοι
Τελευταία φεύγει η ελπίδα και η κατσαρίδα 
Αν το έντομο ζει ψιθύρισε του παπούτσια και πήδα
Φύγε ρε

Όλα τρομερά μας δείχνουν κι όλα προς το τέλος φτάνουν
Κι όμως είναι μόνο η αρχή κι οι αφορισμοί δεν φτάνουν
Πιάστε τους ικέτες λέω κι άστε αυτούς που προσκυνάνε
Ο φόβος είναι ο λόγος που άλλοι πολεμάν κι άλλοι μιλάν ή τραγουδάνε

Τα γέλια σταματήσαν μικρά παιδιά, ορφανά νεκρά μου λέν
Κύριε δεν πειράζει, κύριε μη σε νοιάζει ρε
Μάνα μου οι αγώνες σου με κάνανε σου λέω φλώρο
Με το ταπεράκι απ'τη γωνιά περνάς τον αστυνόμο
Φούντωσε η ανάγκη μου η αλλαγή ρε θέλει βία
Χρεώνω την ασχήμια μου σε σένα που με απαλλάσσεις
Μιλήσαμε για έρωτα και λίγο - λίγο βγάλαμε άκρη
Και ύστερα πετάξαμε σκουπίδια στης ντροπής το χάδι
Γιατί έτσι μου υποσχέθηκα στο δικαστήριο θα μεθύσω
Να μην έχω κι ένα κουστουμάκι για της πράξης μου το δίκιο;

Νεκρό παιδί στα Εξάρχεια από όπλο μπάτσου τρομοκράτη
να σταματήσει η γη, να μη γυρίζει μέχρι να `ρθει κάτι
κάτι που θα `χει εξήγηση και κάτι που θα δικαιώσει
τον πόνο του ανθρώπου που ακόμα αρνείται να προδώσει

Οι καμπάνες σήμαναν τελειώσαν τα χαμένα χρόνια
Οι γέροι ξεμωράθηκαν, κοιμούνται σε χρυσά σεντόνια
Η φωνή μας σάπισε, σκουλήκια έχουμε όλοι μέσα
Μπαγιάτικες καρδιές κι όμως μας έχει μείνει λίγη μπέσα ακόμα, ναι

Οι ποιητές στη χώρα μας, φέρουν μια γλώσσα μολυσμένη
Απάθεια μας φτύνουνε στα πρόσωπα κι εμείς δεμένοι
Με αλυσίδες στον λαιμό σερνόμαστε ευνουχισμένοι
Ο έρωτας δεν είναι γιατρικό αν νιώθουμε όλοι ξένοι σ’ αυτό το μυστικό

Η σούβλα χώθηκε βαθειά, σκατά βγήκανε απ’ το στόμα
Και το κορμί μας κάηκε απ’ τη φωτιά και έπεσε στο χώμα
Σαλόνια με σπασμένα φώτα κι υποδοχή για Frankenstein
Το τέρας ξαναζεί κι ελευθερία απ’ το λαό ζητάει
Το χέρι του είναι από ληστή και το μυαλό από δολοφόνο
Μα η καρδιά του είναι τρυφερή, του ορφανού τον πόνο γνωρίζει
Δημιουργία κόσμου για φιγούρα σε παρθένα κόρη
Την απερισκεψία του θεού μας τη γνωρίζουμε όλοι
Να φύγουν οι σταυροί από τις πλάτες των απλών ανθρώπων
Το έγκλημα διέπραξαν αυτοί που δεν αξίζουν πρόσωπο και λόγο

Το αίμα αυτών που καίνε βράζει ενώ εμέ είναι παγωμένο
Και η αλήθεια διάλεξε εμένα, το βλέμμα σηκωμένο
Κοίτα ψηλά μοιραίε, αντίκρισε την όψη της ιστορίας
Αιώνια θα είστε πρωτοστάτες της γενοκτονίας

Σχετικα Αρθρα
ypogeio.gr
The Song Diaries (77)
Hope
Daughter
(18/09/2019)
ypogeio.gr
The Song Diaries (76)
Peasantry Or 'Light! Inside Of Light!'
Godspeed You! Black Emperor
(13/09/2019)
ypogeio.gr
The Song Diaries (22)
O Λεβέντης
Μίκης Θεοδωράκης
(17/11/2016)
ypogeio.gr
Album Stories (19)
The Earth Is Not A Cold Dead Place
Explosions In The Sky
(06/10/2017)
Χρησιμοποιούμε cookies μόνο για στατιστικούς λόγους (google analytics). Δεν συλλέγουμε κανένα προσωπικό δεδομένο.
ΕΝΤΑΞΕΙ