Γιατί Μισώ τις Λίστες

με τα «Καλύτερα Άλμπουμ»

της Χρονιάς;


Γκρινιάζοντας λίγο πριν το τέλος της δεκαετίας. 
Αντώνης Κωνσταντάρας 

 

Το «High Fidelity» ήταν ταινιάρα παρότι τείνει να γίνει cool το να ισχυρίζεται κάποιος το αντίθετο. Ακολουθείται βέβαια από μια γλυκιά ειρωνεία: Βγήκε στους κινηματογράφους της Αμερικής στις 31 Μαρτίου του 2000, δηλαδή μόλις έναν χρόνο πριν εμφανιστεί επίσημα το Napster -το οποίο λειτουργούσε απ΄ τον Ιούνιο του 1999 σε πειραματικό στάδιο- και αλλάξει τη δισκογραφία σε τέτοιο βαθμό, που μέχρι το 2010 είχαν κλείσει τα τρία τέταρτα των ανεξάρτητων δισκοπωλείων στη Μέκκα της μουσικής -τη Βρετανία. Πολύ δύσκολα θα τη γλίτωνε και το Championship Vinyl του Rob Gordon αν ήταν πραγματικό μαγαζί, ειδικά αν σκεφτεί κανείς ότι βρισκόταν στο Σικάγο -των ΗΠΑ του αμειλικτου καπιταλισμού- και όχι στο Λονδίνο, όπως αυτό του βιβλίου. 

Οι Nick Hornby (συγγραφέας του βιβλίου) και Stephen Frears (σκηνοθέτης της ταινίας), παρουσίασαν με έναν κωμικό τρόπο τον μέσο μουσικόφιλο. Λίγο χαοτικός, λίγο κομπλεξικούλης, σχετικά καλοπροαίρετος και φυσικά, εμμονικός με τις λίστες.Τα πάντα στη ζωή του πρέπει να είναι καταγεγραμμένα σαν σπάνια βινύλια, τοποθετημένα με σειρά προτίμησης. Στην ταινία αυτό αποδίδεται με χιούμορ, όμως, η λιστομανία είναι μια «αρρώστια» που προσβάλλει πολλούς μουσικόφιλους, ειδικά όσους αρθρογραφούν, και κατά την ταπεινή μου άποψη κάνει τεράστιο κακό στην ίδια την τέχνη. 

Mη με παρεξηγείτε, λατρεύω να φτιάχνω δικές μου λίστες και να διαβάζω άλλων. Ωστόσο, από τη στιγμή που στον τίτλο του εκάστοτε άρθρου μπαίνει η λέξη «καλύτερα», με χάνει. Αυτό είναι το βασικό μου πρόβλημα. Το «αγαπημένα» μετατρέπεται σε «καλύτερα» και οι αρθρογράφοι από φίλοι της μουσικής μετατρέπονται -κυρίως μέσα τους- σε Θεούς του Ολύμπου, που κρίνουν αν ο εκάστοτε καλλιτέχνης ήταν σωστός υποτακτικός των trends. 

Θα ήθελα -κάπως, κάπου, κάποτε- να μου εξηγήσει κάποιος τι σημαίνει «καλύτερο» στην τέχνη. Σε έναν χώρο δηλαδή που τα σκουπίδια του ενός είναι θησαυρός για κάποιον άλλο και το αντίστροφο. Για παράδειγμα, βλέπω τη λίστα με τα καλύτερα άλμπουμ της δεκαετίας που έτρεξε να βγάλει πρώτο το Pitchfork και γελάω. Την ίδια στιγμή φίλοι στα social media την προσκυνούν. 

Αυτές οι σκέψεις κυριεύουν το μυαλό μου στο τέλος κάθε χρονιάς και φυσικά, αυτή την περίοδο βρίσκονται σε έξαρση μιας και βρισκόμαστε στο τελευταίο δίμηνο, όχι μόνο του έτους, αλλά και της δεκαετίας. Αναμένεται λοιπόν να γίνει μεγάλος χαμός με ατελείωτες λίστες για μουσική, κινηματογράφο, τηλεόραση, online series, YouTube shows κ.α.. Ok, τα συγκεκριμένα άρθρα εμφανίζονται εδώ και δεκαετίες στον τύπο, αλλά στην εποχή της υπερβολής του διαδικτύου και των social media δεν μας αφήνουν σε χλωρό κλαρί. 

Η clickbait φύση της λίστας βάζει κάθε μικρό ή μεγάλο site στον πειρασμό να βγάλει όσο το δυνατόν περισσότερες μπορεί. Και κάπου εδώ θα μπω στο μεγάλο θέμα που προκύπτει. 

Τουλάχιστον στο δικό μου μυαλό. 

Οι δημόσιες σχέσεις και η αντιγραφή. 

Ας μη κοροϊδευόμαστε, η μουσική βιομηχανία -την οποία αποδόμησαν σε πολλά σημεία της πρόσφατης, καταπληκτικής, συνέντευξής τους στον Joe Rogan οι Black Keys- είναι σκληρή και κινείται με πολύ συγκεκριμένο και όχι καλλιτεχνικό τρόπο. Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, λοιπόν, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι τα πάντα είναι δημόσιες σχέσεις. Ακόμη και οι λίστες. Ένα promo παιχνίδι μεταξύ τύπου, δισκογραφικών label και εταιρειών που κάνουν PR σε καλλιτέχνες. Ψάξτε ποιες εταιρείες μάνατζμεντ τυχαίνει να εκπροσωπούν τους περισσότερους μουσικούς που θα βρείτε στα μεγάλα top 10 και θα καταλάβετε πόσους «παίκτες» έχει το παιχνίδι. Το ίδιο συμβαίνει και με τα βραβεία, γι' αυτό και η αίγλη τους έχει φύγει ανεπιστρεπτί.

 Αμφιβάλλει κανείς γι΄αυτό εν έτει -σχεδόν- 2020; 

Κάπου εδώ θα κάνουμε και μια μικρή στάση στην Ελλάδα και θα εστιάσουμε στους δικούς μας ανεξάρτητους μουσικογραφιάδες που κινούνται μακριά απ' όλα αυτά –δηλαδή, τα μπάτζετ, τις δημόσιες σχέσεις κλπ. 

Θα έλεγε κανείς ότι οι δικές τους επιλογές είναι πιο ελεύθερες. Κι όμως, μια πολύ περίεργη ανάγκη για coolness και αποδοχή τους κάνει πιο σφιχτούς και από τους συναδέλφους τους στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. 

Η συνταγή είναι απλή, γρήγορη και εξοργιστική: 

Πιάνεις τη λίστα του Pitchfork, την ταρακουνάς σαν να φτιάχνεις φραπέ και τη βγάζεις με τη σειρά που θα κάτσουν τα άλμπουμ. Στη συνέχεια γράφεις στα social media, ότι, παρότι έφτιαχνες τη λίστα από πολύ πριν, όλως τυχαίως, συμφωνεί απόλυτα με το τεράστιο αυτό site. 

Κάτι, που, για κάποιο περίεργο λόγο, πολλοί θεωρούν ότι είναι καλό για την εικόνα τους. Δηλαδή, να λένε δημόσια ότι γράφουν για μουσική και δεν κατάφεραν να ανακαλύψουν τίποτα διαφορετικό απ’ το Αμερικανικό και το Βρετανικό indie παρακλάδι του mainstream. 

Α, ναι, μιας και το ανέφερα. 

Βασικό ερώτημα:   

Πώς στο καλό γίνεται ένας άνθρωπος μεταξύ 20 και 40 ετών ο οποίος έχει μεγαλώσει και ζει στην Ελλάδα, να έχει σχεδόν την ίδια λίστα -ειδικά στις 5 πρώτες θέσεις- με έναν Αμερικανό Millennial που ζει και εργάζεται στη Νέα Υόρκη ή το Λος Άντζελες; Δεν έτυχε να πέσει ΤΙΠΟΤΑ διαφορετικό στην αντίληψή του; Καμία ανεξάρτητη, Ευρωπαϊκή -ή τοπική- κυκλοφορία στην οποία δεν μπόρεσε να έχει πρόσβαση ο Αμερικάνος; 

Μηδέν;  

Δεν ακούγεται λίγο προβληματικό αυτό; 

Η φοβία του να προτείνεις; 

Να δημιουργήσεις τάση; 

Αυτό δεν είναι και το νόημα; 

Και ας προχωρήσουμε σε κάτι πιο τοπικό. 

Να συμπεριλάβουμε στην εξίσωση και την εχθρική στάση που διατηρούν αρκετοί -κυρίως νεότεροι- του χώρου απέναντι στην εγχώρια σκηνή. Το γεγονός ότι τα περισσότερα ανεξάρτητα sites την χρησιμοποιούν ως δευτερεύουσας σημασίας ύλη και προτιμούν να μεταφράζουν ειδήσεις, να ψάχνονται για δεκάλεπτες, βαριεστημένες τηλεφωνικές συνεντεύξεις με indie stars και να αρθρογραφούν για καλλιτέχνες που βρίσκονται χιλιάδες μίλια μακριά και των οποίων οι πορείες καλύπτονται και με το παραπάνω από τους δημοσιογράφους που βρίσκονται ακριβώς δίπλα τους, λέει πολλά. 

Η αδυναμία -ίσως απροθυμία- του Ελληνικού, ανεξάρτητου μουσικού τύπου να βγάλει το εγχώριο next big thing είναι προφανής. Και up to date υλικό υπάρχει πλέον και δυνατοί καλλιτέχνες. 

Σωστή και τίμια κάλυψη από την άλλη, όχι. Το μπαλάκι έχει φύγει από τους μουσικούς και βρίσκεται στην πλευρά των μέσων. 

Όσοι έχουν καταφέρει το ακατόρθωτο -Planet of Zeus, Acid Baby Jesus, Bazooka1000 Mods, V.I.C. κ.α.-, το έκαναν στον δρόμο και χωρίς καμία βοήθεια μέχρι να «γίνουν». 

Μια άλλη «παιδική αρρώστια», κατά την προσωπική μου άποψη πάντα, είναι ο διαχωρισμός λιστών σε «Καλύτερα Ελληνικά» και «Καλύτερα Ξένα». Γιατί αποκλείεις με τόσο έντονο τρόπο την Ελληνική μπάντα απ' το διεθνές στερέωμα ενώ αντίστοιχα θα βάλεις στη λίστα σου Ισλανδούς, Βέλγους, Ρώσους, Αμερικανούς και Βρετανούς; Αν ένας δίσκος στέκεται σε παγκόσμιο επίπεδο γιατί να αποκλειστεί από τη διεθνή λίστα; Και αν από την άλλη δεν κινείται σε αυτά τα στάνταρ -εφόσον μιλάμε για «καλύτερα» και «χειρότερα»-, τότε γιατί ο καλλιτέχνης να λαμβάνει το λάθος μήνυμα και να επαναπαυθεί; 

Και επανέρχομαι στο αρχικό μου ερώτημα για να το διατυπώσω πιο συγκεκριμένα. Θα ήθελα να μου πει κάποιος τον τρόπο με τον οποίο διαχωρίζεται η καλή από την κακή μουσική, το μέτριο απ' το καλό και το καλό απ' το καλύτερο. Με ποια κριτήρια; 

Στη συνέχεια θα ήθελα να μου εξηγήσει και το εξής φαινόμενο: πώς γίνεται δύο fans της ίδιας μπάντας να τσακώνονται σχετικά με το ποιος είναι ο καλύτερος δίσκος της; 

Καταλαβαίνω το «αγαπημένοι δίσκοι». Επίσης, το «άρτια παιγμένοι» ή το «καλύτερος κιθαρίστας» είναι κάτι απτό και μπορεί να κριθεί. Το «καλύτεροι δίσκοι», όμως, δείχνει υπεροψία από πλευράς συντάκτη. 

Δεν θέλω να βγάλω την ουρά μου απ΄έξω. Το έχω κάνει και εγώ αυτό στο παρελθόν. Έχω αρθρογραφήσει με τίτλους του τύπου: «τα καλύτερα της χρονιάς». Πλέον, το έχω μετονομάσει σε «αγαπημένα της χρονιάς» και έχω τη συνείδησή μου ήσυχη. 

Εύχομαι να σας έδωσα τροφή για σκέψη! 
Καλή «λίστοπερίοδο» να έχουμε!
 

Υ.Γ.
Προφανώς δεν αναφέρομαι στο σύνολο των ανθρώπων που ασχολούνται με τη μουσική και την κριτική στην Ελλάδα. Υπάρχουν εξαιρέσεις και πολλοί αξιόλογοι άνθρωποι που θαυμάζω. 

Υ.Γ. #2 
Η λέξη «γραφιάς» έχει χρησιμοποιηθεί με αγάπη και όχι με υποτιμητικό τρόπο. Τη λατρεύω σαν λέξη, και εγώ «γραφιάς» είμαι. 

Σχετικα Αρθρα
ypogeio.gr
Από τον Eminem των 50s
στον Elvis των 00s...
(07/11/2019)
ypogeio.gr
5 Νέοι Δίσκοι
Και 9 Συναυλίες
Για Τον Νοέμβριο
(01/11/2019)
ypogeio.gr
Tι παίξαμε στο Booze
(05/06/2016)
ypogeio.gr
Της Νύχτας και της Μέρας…
[Με Τασάκια Γεμάτα
και Ποτήρια Άδεια]
(21/09/2019)
Χρησιμοποιούμε cookies μόνο για στατιστικούς λόγους (google analytics). Δεν συλλέγουμε κανένα προσωπικό δεδομένο.
ΕΝΤΑΞΕΙ