To ypogeio.gr

Σταύρος Δάλκος


* Μερικές φορές οι ιστορίες κάποιων ανθρώπων ενώνονται, ύστερα μπερδεύονται σε διηγήσεις άλλες και μεγάλες και χάνονται, κι έπειτα πάλι τέμνονται με έναν μαγικό τρόπο. Ο χρόνος παγώνει, ένα συγκινητικό ενσταντανέ, δυο φιγούρες πλειμομπίλ που περπατούν ακίνητες δίπλα-δίπλα μέχρι την επόμενη αλλαγή εποχής.

 

Ο Σταύρος Δάλκος, ο Αθηναίος πολυσχιδης μουσικός και καλλιτέχνης γενικώς, στις 21 του περασμένου Νοεμβρίου κυκλοφόρησε τον τρίτο προσωπικό του δίσκο "Σ' Ένα Καραντουζένι", τον διάδοχο των "Σαν Όλα Αυτά Που Φύγανε" (2014) και του "Όταν οι Κακοί Βλέπουνε Ταινία" (2017). Το "Καραντουζένι" είναι ένας δίσκος που εγώ προσωπικά λάτρεψα από την πρώτη στιγμή, ή -για να είμαι πιο ακριβής- λάτρεψα σταδιακά, όπως σταδιακά μοιράστηκε μαζί μας και ο Σταύρος τα νέα του τραγούδια. Κάθε μέρα και ένα νέο κομμάτι, ώσπου να συμπληρωθεί ο αριθμός 8 και να αποκτήσει έτσι το άλμπουμ τη συνολική του εικόνα και υπόσταση. 

Η γραφή του Δάλκου είναι ποιητική. Οι στίχοι του θα μπορούσαν να είναι αυτόνομα κι αυτόφωτα μικρά διαμαντένια ποιήματα. Η φωνή του είναι βαθιά και άπειρα εκφραστική, παρασέρνει τον ακροατή αύτανδρο στον κόσμο και στην ατμόσφαιρα του κάθε τραγουδιού. Η μουσική που επιλέγει να ντύσει τις λέξεις του ποικίλει, μα είναι πάντα ενδιαφέρουσα και με άποψη, με ρίζες στην ελληνική παράδοση και παρακαταθήκη, μα και με βλέμμα οξύ και δημιουργικό και προς τη Δύση. Στο άρτι αφιχθέν νέο δισκογράφημά του επιλέγει τη χρήση περισσότερου ηλεκτρισμού, πειραματίζεται συγχρόνως και με το ηλεκτρονικό στοιχείο, και το αποτέλεσμα των δικαιώνει. Το "Ρεϊβέκικο" ας πούμε, είναι ένα μικρό έπος και μια μαγική στιγμή ένωσης Ανατολής και Δύσης. Κάπως έτσι και στο αριστουργηματικό "Εκκύκλημα".

Γενικά και συνολικά κρίνοντας, κατά την προσωπική μου άποψη, ο Δάλκος παραδίδει εντέλει τον καλύτερο και πληρέστερο δίσκο του ως τώρα. 

Είμαι πολύ χαρούμενος που ο Σταύρος κατέβηκε Υπόγειο για την παρακάτω συνέντευξη, τον περιμένω κάποτε και physically εδώ, αληθινό και χαμογελαστό, να ακούσουμε μουσική και να παίξουμε Subbuteo και Playmobil...

 


 

Το Υπόγειο: Σταύρο, σε καλωσορίζουμε στο Υπόγειο και σε συγχαίρουμε για τον νέο σου δίσκο. Θα θέλαμε να ξεκινήσουμε απευθείας από αυτόν. Πες μας για την εποχή της σύνθεσης και της δημιουργίας του, αλλά και για την περίοδο της ηχογράφησής του...

Καταρχάς, θέλω να ευχαριστήσω για ακόμα μια φορά το Υπόγειο και εσένα προσωπικά, Μιχάλη, για την πρόσκλησή σου, αλλά και για τη στήριξή σου στις «υπόγειες» μουσικές μας. Τα πρώτα τραγούδια για τον τρίτο προσωπικό μου δίσκο, με τίτλο «Σ' ένα καραντουζένι», άρχισαν να κυκλοφορούν σαν ιδέα στο κεφάλι μου από το 2019. Όταν μπήκε το 2020 και είχα πλέον το μεγαλύτερο μέρος του δίσκου ολοκληρωμένο (στο κεφάλι μου πάντα), αποφάσισα να μπω στη διαδικασία ηχογράφησης. Στόχος μου, μάλιστα, ήταν να κυκλοφορήσει το πολύ μέχρι τον Μάιο.  Η εμφάνιση του ιού ανέτρεψε φυσικά τα σχέδια, και ο δίσκος, από στουντιακή παραγωγή, κατέληξε μια σπιτική παραγωγή στο προσωπικό μου home studio (στούντιο «Κάτια» όπως θέλω να το λέω) που ολοκληρώθηκε μετά από πολλούς πειραματισμούς, προσωπικό ψάξιμο και βοήθεια φίλων τον Νοέμβριο του 2020.

 

Το Υπόγειο: Και αυτή τη φορά τον κυκλοφορείς «ελεύθερο» και μόνος σου, παρακάμπτοντας δισκογραφικές και μεσάζοντες. Είναι αυτό μια συνειδητή επιλογή; Έχεις σκεφτεί ποτέ να ψαχτείς με εταιρείες κ.λπ.;

Βλέπω λίγο ρομαντικά τα πράγματα και περιμένω από την εταιρεία να με ανακαλύψει μόνη της... Αστειεύομαι φυσικά. Δεν ξέρω αν είναι συνειδητή επιλογή η στάση «πού να τρέχουμε τώρα, αφού μπορείς να τα βγάλεις και μόνος σου στο διαδίκτυο». Επίσης ειλικρινά, και χωρίς κανένα ίχνος σνομπισμού, δεν γνωρίζω σε ποιο κομμάτι θα με βοηθήσει μια δισκογραφική εταιρεία (δεν ξέρω αν ενδιαφέρεται κιόλας κάποια), έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί πλέον τα πράγματα στον χώρο της μουσικής. Οπότε κινούμαι μόνος μου προς το παρόν και βλέπουμε...

 

Το Υπόγειο: Για τον τίτλο του άλμπουμ και του ομώνυμου τραγουδιού, πώς προέκυψε και ποιοι οι συμβολισμοί του;

Το «καραντουζένι», μια λέξη την οποία και εγώ πρόσφατα την έμαθα, είναι ένα ειδικό κούρδισμα στο μπουζούκι. Αν και στην αρχή σκεφτόμουν να  ονομάσω το άλμπουμ «Ο Τζακ και τα ζόμπι» (που μου φαινόταν και αυτός εξίσου δυνατός τίτλος), υπερίσχυσε τελικά το «Σ' ένα καραντουζένι» γιατί δηλώνει μια διάθεση που για μένα διατρέχει όλον τον δίσκο. Σίγουρα κάποιος θα περίμενε έναν τέτοιο τίτλο σε ένα ρεμπέτικο-λαϊκό άλμπουμ, αλλά θέλω να πιστεύω ότι κάνει μια ωραία αντίθεση.

 

Το Υπόγειο: Σε αυτό το σημείο θα θέλαμε και δυο λόγια για το εξαιρετικό εξώφυλλο...

Πριν ακόμα αρχίσω να γράφω τα κομμάτια, μου είχε «κολλήσει» να σχεδιάσω ένα εξώφυλλο βασισμένο στο pixel art, μια τεχνική που αυτομάτως σε γυρνάει νοερά στη δεκαετία του '80 (κάτι που προσπάθησα να επιτύχω και μέσα από τα κομμάτια μου). Στο εξώφυλλο αναπαριστάται, κατά κάποιον τρόπο, η ιστορία από το «Ο Τζακ και τα ζόμπι», οπότε ο Τζακ, αν και όχι ονομαστικά, κατάφερε να μπει στη μαρκίζα...



Το Υπόγειο: Πώς θα σύγκρινες το νέο σου δισκογράφημα σε αντιδιαστολή με τις προηγούμενες δουλειές σου;

Ζητούμενο, νομίζω, για κάθε καλλιτέχνη είναι να εξελίσσεται και πιστεύω ότι σε αυτόν τον δίσκο κατάφερα να διαφοροποιηθώ αρκετά από τις προηγούμενες δουλειές μου. Αποφάσισα να πειραματιστώ παραπάνω με ηλεκτρονικούς ήχους και να δω αν μπορούν κάποια κομμάτια μου να σταθούν με μία τελείως διαφορετική ενορχήστρωση απ' ό,τι στα προηγούμενα άλμπουμ. Πέρα όμως από τους πειραματισμούς και την «εναλλακτική» ενορχήστρωση, νομίζω ότι το άλμπουμ αυτό, λόγω και των συνθηκών, έχει την αίσθηση του «χειροποίητου», κάτι για το οποίο εν τέλει είμαι ιδιαίτερα ικανοποιημένος.

 

Το Υπόγειο: Πρόσφατα απευθύνθηκες στο κοινό σου ζητώντας να σου αναφέρουν το αγαπημένο τους κομμάτι απ' τον δίσκο. Ένα από τα πιο αγαπημένα δικά μας είναι το «Βράδυ Αναστάσης». Ποιο είναι το back story του εν λόγω τραγουδιού; Πώς το πρωτοεμπνεύστηκες και το έγραψες;

Ναι, η απεύθυνση αυτή έγινε στο πλαίσιο μιας κλήρωσης που διοργάνωσα για να κερδίσουν τρεις... υπερτυχεροί από μία κασέτα «Σ' ένα καραντουζένι». Το «Βράδυ Ανάστασης» ξεκίνησε να γράφεται όταν εκεί που γρατζουνούσα την κιθάρα, μου ήρθε τελείως αυθόρμητα ο στίχος «Το ξέρω καλά πως είναι γραφτό μας...». Πάνω κάτω, ξέρω γιατί το έγραψα, αλλά χωρίς να θέλω να το παίξω μυστηριώδης, είναι από τα κομμάτια που ακόμα και για μένα έχει πολλές ερμηνείες.
 


Το Υπόγειο: Στο κοινό και στους φίλους σου απευθύνθηκες και την περασμένη Άνοιξη -στην πρώτη καραντίνα- όταν ξεκίνησες τις διασκευές-αφιερώσεις. Ένα συγκινητικό «παιχνίδι», που είχε μεγάλη ανταπόκριση και σε κάποια φάση πήρε διαστάσεις «viral». Πώς ένιωθες με όλο αυτό και πόσες ώρες «δούλευες» τη μέρα;

Ήταν μια περίοδος που ήταν ευχάριστα κουραστική. Δούλευα πάνω σε αυτό το «πρότζεκτ» σχεδόν 8 ώρες τη μέρα, μπορεί και παραπάνω. Ήταν όμως τόσο μεγάλη και συγκινητική η ανταπόκριση του κόσμου που σταμάτησα παρά μόνο λίγες μέρες πριν λήξει η καραντίνα. Κακά τα ψέματα, χαιρόμουν πολύ που ήμουν κατά κάποιον τρόπο ο «συνδετικός κρίκος» ανάμεσα σε ανθρώπους που επέλεγαν, λόγω περιορισμών, να επικοινωνήσουν μεταξύ τους με μια μουσική αφιέρωση. Συν τοις άλλοις, χάρη σε αυτή την ανοιχτή πρόσκληση, κατάφερα να πειραματιστώ με ήχους και ενορχηστρώσεις, αποκτώντας παράλληλα μια παραπάνω ευελιξία ώστε να ηχογραφήσω στη συνέχεια τον προσωπικό μου δίσκο.
 

H... παραγγελιά του Υπογείου. "Αφιερώσεις Καραντίνας" - view full playlist here.

 

Το Υπόγειο: Και μιας και αναφερθήκαμε στις «καραντίνες», ποια είναι η γνώμη σου για όλο αυτό το πρωτόγνωρο που ζούμε;

Ειλικρινά, όπως όλοι μας, βομβαρδίζομαι καθημερινά από τόσο πολλές διαφορετικές γνώμες για αυτό που ζούμε, που δεν είναι ακριβώς ξεκάθαρο για μένα το τι είναι σωστό και τι λάθος όσον αφορά τη διαχείριση της κατάστασης. Σίγουρα, χρησιμοποιείται υπέρ το δέον το χαρτί της «ατομικής ευθύνης» ως ένα ιδανικό άλλοθι για να δικαιολογηθούν αστοχίες, αλλά και συγκεκριμένες πρακτικές και πολιτικές. Νομίζω, όμως, ότι αυτό που πρέπει να έχουμε στον νου μας είναι να μη συνηθίσουμε όλα τα επακόλουθα αυτής της κατάστασης, όπως είναι ο φόβος, η αποξένωση, η κατάχρηση εξουσίας, η αστυνομική αυθαιρεσία η οποία βλέπουμε να διογκώνεται τις τελευταίες μέρες και πολλά άλλα που δυστυχώς δεν ξέρω αν θα μπορούμε να αποβάλουμε εύκολα, ακόμα και μετά τη λήξη του «συναγερμού».

 

Το Υπόγειο: Κατά πόσο έχει επηρεάσει τη ζωή σου, μιας και πέρα από τη μουσική ασχολείσαι και με την υποκριτική; Και ποια η θέση σου για τη διαμάχη του καλλιτεχνικού κόσμου με την πολιτεία για τη (μη) στήριξή του;

Με την αναγγελία του εγκλεισμού, η ζωή μου, όπως και πολλών άλλων, άλλαξε άρδην από τη μια μέρα στην άλλη. Οι παιδικές παραστάσεις που έκανα σε σχολεία σταμάτησαν, τα μουσικά λάιβ διακόπηκαν, μαζί και κάποια μαθήματα τραγουδιού που έκανα σε παιδάκια παιδικού σταθμού. Βέβαια, ήμουν από τους «τυχερούς» στους οποίους δικαιολογούνταν εξαρχής το επίδομα και οικονομικά τουλάχιστον δεν αντιμετώπισα τόσο σοβαρό πρόβλημα όσο άλλοι που κινούνται στον καλλιτεχνικό χώρο. Σίγουρα η πολιτεία καθυστέρησε αρκετά να ασχοληθεί με το ζήτημα των καλλιτεχνών, αλλά πιστεύω ότι ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης έχουμε και οι ίδιοι οι καλλιτέχνες που τόσα χρόνια απαξιώνουμε μόνοι μας την εργασία μας.

Όσον αφορά το κίνημα «Support Αrt Workers», παρά τις ειλικρινείς και αγνές προθέσεις πολλών, απείχα συνειδητά, γιατί το έβλεπα να καταντάει ένα ευκαιριακό πεδίο ανταλλαγής φιλοφρονήσεων και ανάπτυξης δημοσίων σχέσεων, με «μπροστάρηδες» ανθρώπους (όχι όλοι βέβαια) που θυμήθηκαν την έννοια της αλληλεγγύης μόνο όταν τα βρήκαν και οι ίδιοι σκούρα. Μάλιστα, σαν παράδειγμα αυτού που θέλω να πω, το καλοκαίρι που έβγαινα μαζί με έναν φίλο στην Αεροπαγίτου να παίξω κι εγώ όπως πολλοί «ανέστιοι» μουσικοί, αυτή την έλλειψη αλληλεγγύης την ένιωσα ακόμα περισσότερο όταν έβλεπα κάποιον μουσικό να παίρνει μια κιθάρα, να στήνει δύο τεράστια ηχεία, να κρεμάει και μια ταμπέλα «Support art workers» και να καπελώνει με την εκκωφαντική μουσική του όλους εμάς τους υπόλοιπους που προσπαθούσαμε να βγάλουμε κανένα μεροκάματο με μόνο εξοπλισμό τις κιθαρίτσες μας. Αυτή λοιπόν η νοοτροπία, σε συνδυασμό με την αδιαφορία της πολιτείας, με έχουν κάνει πολύ επιφυλακτικό για το αν θα αλλάξουν ποτέ ουσιαστικά τα πράγματα στον καλλιτεχνικό χώρο.

 

Το Υπόγειο: Επιστρέφοντας καθαρά στη μουσική, θα θέλαμε να μας πεις για το ξεκίνημά σου. Πώς και πότε πρωτοξεκίνησες να ασχολείσαι με τη μουσική και να τραγουδάς;

Η πρώτη «σοβαρή» ενασχόλησή μου με τη μουσική ήταν σε πολύ μικρή ηλικία με τον πατέρα μου, που μας μάζευε μαζί με την αδερφή μου και τα ξαδέρφια μου και μας μάθαινε τραγούδια όλων των ειδών, από δημοτικά, ρεμπέτικα, μέχρι και Beatles... Την κιθάρα την έπιασα, αν θυμάμαι καλά, στη Β΄ Λυκείου, όπου άρχισα να προσπαθώ και εγώ όπως κάθε έφηβος να παίξω τραγούδια από τις αγαπημένες μου μπάντες. Σιγά σιγά άρχισα κι εγώ να γράφω τα πρώτα μου στιχάκια, τις πρώτες μου μελωδίες και έτσι φτάσαμε εδώ που είμαστε τώρα...

 

Το Υπόγειο: Ποια ήταν τα πρώτα σου ακούσματα και ποιες οι all time πιο αγαπημένες σου μπάντες;

Τα πρώτα μου ακούσματα ήταν τα παραμύθια «ΑΜΠΡΑ ΚΑΤΑΜΠΡΑ», αν τα θυμάσαι κι εσύ... Η πρώτη, νομίζω, μουσική κασέτα που ζήτησα να μου πάρει η μητέρα μου ήταν οι «4 εποχές» του Βιβάλντι. Ειλικρινά, δεν θυμάμαι γιατί... Νομίζω ότι, όταν ήμουν μικρός, είχα πάθει ένα ελαφρύ «κόλλημα» με την κλασική μουσική γιατί έπαιζε σαν υπόκρουση σε κάτι κινούμενα σχέδια με τον Μπαγκς Μπάνι... Η πρώτη ανάμνηση που έχω από τη ροκ μουσική ήταν όταν ήμουν μικρός και είχα βρει μια κασέτα του πατέρα μου με τραγούδια των Clash... Όταν την έβαλα να παίξει ακούστηκε το «London calling» και όταν έφτασε στο σημείο όπου ο τραγουδιστής αφήνει τη χαρακτηριστική κραυγή, το παιδικό μου μυαλό, τρομαγμένο και επηρεασμένο από την προπαγάνδα της εποχής, σκέφτηκε «Ωχ, αυτά πρέπει να είναι τα σατανιστικά τραγούδια που λένε...». Αγαπημένη μπάντα... για πάντα θα είναι οι Beatles! Φυσικά, υπάρχουν και άλλες αγαπημένες μπάντες, αλλά αυτόν τον καιρό έχω πάθει πλάκα με τον Ντάνιελ Τζόνστον, τον οποίο και ανακάλυψα πρόσφατα και αυτομαστιγώνομαι που τόσο καιρό δεν είχα ιδέα για αυτόν. Προτείνω στο Υπόγειο να κάνει ένα ειδικό αφιέρωμα σε αυτόν... Αστειεύομαι... (ή μήπως όχι;;;). Αγαπημένη ελληνική μπάντα πλέον είναι οι Κόρε Ύδρο, τους οποίους τον τελευταίο καιρό ακούω σχεδόν εμμονικά.

 

Το Υπόγειο: Κλείνοντας, να σε ρωτήσουμε αν έχουμε κάποια ελπίδα να βρεθούμε ξανά «Όλοι στον 3ο»... Πώς προέκυψε και πώς «πάγωσε» το συγκεκριμένο πρότζεκτ (βλ. Nice To Meet You);

Καταρχάς, νιώθω συγκινημένος που το Υπόγειο όχι μόνο δεν κάνει παράπονα για όσους διαμένουν στον 3ο, αλλά τους στηρίζει ακόμα μετά από τόσο καιρό... Οι «Όλοι στον 3ο» είναι η μετεξέλιξη του συγκροτήματος «Σέπια» που είχαμε από τα φοιτητικά μας χρόνια. Οι «Σέπια» έπαιζαν πιο σκοτεινά και «νταουνιάρικα» κομμάτια, ώσπου κάποια στιγμή τούς έπιασε μια κρίση εξωστρέφειας και έτσι προέκυψαν οι «Όλοι στον 3ο», που θα μπορούσε κάποιος να τους πει και «η ψυχή του πάρτι». Αυτοί οι τρεις... όλοι στον 3ο (Σταύρος Δάλκος, Νίκος Λιονάκης, Χάρης Χαϊδεμενάκης) δυστυχώς λήξανε το πάρτι πολύ νωρίς, αφού ηχογράφησαν 5 κομμάτια και εξαφανίστηκαν. Παρότι η εποχή δεν προσφέρεται για αισιόδοξες προβλέψεις, θέλω κι εγώ να πιστεύω ότι κάπου, κάπως, κάποτε θα ξανασυναντηθούν...
 

Το Υπόγειο: Σταύρο σε ευχαριστούμε παρά πολύ!

Εγώ σας ευχαριστώ για ακόμα μια φορά για την τόσο ζεστή φιλοξενία και που κρατάτε με τόσο πείσμα αναμμένη τη φλόγα της ελληνικής μουσικής σκηνής.


Σχετικα Αρθρα
ypogeio.gr
Αρετή Κοκκίνου
(20/01/2021)
ypogeio.gr
Παράξενη Μπάντα
(20/01/2021)
ypogeio.gr
Σtella
(14/07/2019)
ypogeio.gr
Prysma
(The Basement Goes
To Schoolwave)
(04/07/2019)
Χρησιμοποιούμε cookies μόνο για στατιστικούς λόγους (google analytics). Δεν συλλέγουμε κανένα προσωπικό δεδομένο.
ΕΝΤΑΞΕΙ