To ypogeio.gr

Arcade Fire,

ladies and gentlemen!

(Full Discography Rated)


Arcade Fire, ladies and gentlemen!


Είναι, μάλλον, γεγονός, ότι στη ζωή ποτέ δεν πρέπει να είσαι απόλυτος και να περιχαρακώνεσαι, ή να έχεις στεγανά, αλλά να είσαι ευέλικτος και να αποδέχεσαι – και παραδέχεσαι –  ότι κάτι που πίστευες μια δεδομένη χρονική στιγμή, είναι δυνατόν να πάψει να υφίσταται αργότερα, ή να μεταβληθεί ή, τέλος πάντων, να διαφοροποιηθεί, λιγότερο ή περισσότερο. 

Στα πλαίσια, λοιπόν, μιας άλλης δισκοκριτικής που έγραψα και αναφερόμενος σε παραδείγματα καλλιτεχνών που άλλαξαν ύφος ή μουσική κατεύθυνση, άλλοι πετυχημένα και άλλοι όχι και τόσο, κατέταξα, μετά βεβαιότητος, τότε, στη δεύτερη κατηγορία τους Arcade Fire. Έλεγα, μάλιστα, ότι ήλπιζα ο τελευταίος δίσκος τους, το Everything Now, να επρόκειτο απλά περί μιας κακής παρένθεσης.  

Όταν διάβασα το άρθρο δημοσιευμένο στο Υπόγειο, κατάλαβα ότι αλλιώς «διαβάζεις» ενόσω γράφεις και αλλιώς ως «αναγνώστης», αν τυχόν διαβάσεις αυτό που έγραψες. Εκείνη τη στιγμή, συνειδητοποίησα, ότι αυτό που ανέφερα σε εκείνο το κείμενο, ότι δηλαδή υπάρχουν μουσικά έργα τα οποία θέλουν το χρόνο τους, να κατασταλάξουν μέσα σου και να πάρουν τη θέση που τους αρμόζει, στην πραγματικότητα δεν το είχα τηρήσει σε ένα δίσκο των αγαπημένων μας Καναδοαμερικανών. 

Αυτή η συνειδητοποίηση με οδήγησε στην επιθυμία να «επισκεφτώ» εκ νέου το Everything Now, ώστε να του αφιερώσω το χρόνο που του άξιζε και αναλογούσε και υπό τις συνθήκες εκείνες που θα επέτρεπαν να εξαχθεί το τελικό πόρισμα για την αξία του. Και το έκανα. Και μαζί με αυτό, ξαναβούτηξα στο σύνολο της δισκογραφίας τους, που αποτελείται από 5 LP και 1 ΕΡ (ενώ έχουν συνθέσει με τον Owen Pallett και το soundtrack της ταινίας του Spike Jonze, Her, 2013). Και κατάλαβα, ότι τελικά, πράγματι, υπάρχουν δίσκοι που είναι καταδικασμένοι. Και πώς να μην είναι καταδικασμένος και αδικημένος ένας δίσκος, όταν έπεται ενός συνόλου 4 προηγούμενων LP, εκ των οποίων τα τρία είναι αριστουργηματικά, ενώ και το τέταρτο συγκαταλέγεται και αυτό στους δίσκους που τους ακούς χωρίς να σηκωθεί ο βραχίονας της βελόνας, παρά μόνο για να αλλάξεις πλευρά, ή χωρίς να πατηθεί το πλήκτρο “skip” στο cd player ή στην υπηρεσία streaming. Για να μην πω για την –σχεδόν εμμονικά – αέναη επανάληψη της ακρόασής τους. 

Κατάλαβα και κάτι ακόμα όμως: πόσο πραγματικά δύσκολο είναι, να κατατάξεις σε αξιολογική σειρά, από το χειρότερο προς το καλύτερο άλμπουμ, τη δισκογραφία των Arcade Fire! Πέραν του ότι σε όλα τα άλμπουμ τους υπάρχουν διαμάντια, που όλα τους διεκδικούν τον τίτλο του αγαπημένου σου τραγουδιού τους, αν αναγκαστικά έπρεπε να επιλέξεις ένα· πέραν του ότι οι διαφορές στη βαθμολογία μεταξύ τους είναι ελάχιστες, σε επίπεδο δεκαδικών ψηφίων, είναι πάρα πολύ πιθανό, αν επιχειρήσεις την κατάταξη αυτή εκ νέου αργότερα, η σειρά προτίμησης να μεταβληθεί!
  
Πάμε, λοιπόν, να κάνουμε μια προσπάθεια αποτίμησης και κατάταξης του back catalogue των Arcade Fire. 




Arcade Fire EP (2003)


Οι Arcade Fire πρωτοσυστήθηκαν στον κόσμο το 2003 με αυτό το ομώνυμο ΕΡ, το οποίο έμελλε να γίνει ανάρπαστο όταν επανακυκλοφόρησε 15 χρόνια αργότερα για πρώτη φορά σε βινύλιο με αφορμή τη Record Store Day 2018. 
Από την αρχή έκαναν σαφείς τις προθέσεις τους (παρότι το breakthrough ήρθε αργότερα με το Funeral): ήρθαν για να μας ταρακουνήσουν και ήρθαν για να μείνουν. ένα άλμπουμ πρώιμο μεν, ενδεικτικό του τι θα ακολουθούσε δε. Και μπορεί από τα 7 κομμάτια του track list, τα πιο αργά και εσωτερικά να σε αφήνουν με ένα κάπως ανολοκήρωτο αίσθημα, δε συμβαίνει το ίδιο και με τα πιο δυνατά του δίσκου.

Ήδη από την εισαγωγή του opening track, Old Flame, καταλαβαίνεις "σε πέντε λεπτά, σε μια πρόταση", ότι εδώ είχες ένα υλικό που όταν θα δουλευόταν θα έδινε δημιουργίες αριστουργηματικές. Μουσική πανδαισία, μπλεγμένα φωνητικά, πανηγυρικό κλίμα, με μια μελωδία και ένα ρυθμό ενός ξέφρενου ακορντεόν συνοδεία κρουστών που σε παρασέρνουν. 

Εδώ βρίσκουμε και μια πρώτη μορφή του εμβληματικού και αγαπημένου των πιστών fans No Cars Go. Μπορεί να μη φτάνει τα στάνταρ της μετέπειτα ηχογράφησης, δεν παύει, όμως, ακόμα κι έτσι να είναι ένα εξαιρετικό τραγούδι, με πολύ εμπνευσμένα φωνητικά και μια μελωδία που σου κολλάει και δε σε αφήνει ήσυχο. 

Το ΕΡ αυτό είναι ο προπομπός του ντεμπούτου τους, Funeral, συνεπώς, υπάρχει και εδώ το στοιχείο της ζωής στη γειτονιά, στα προάστια, των παιδικών αναμνήσεων, των σχέσεων των αδερφών και της ανεμελιάς, αλλά και των οικογενειακών δυλειτουργιών που μπορεί ενίοτε να κρύβονται πίσω από τις κλειστές πόρτες. Αν το Stand By Me αναφερόταν στη δεκαετία των 00's, οι Arcade Fire θα είχαν την τιμητική τους στο soundtrack.

O Win Butler μεγάλωσε στο Τέξας, μέλος της κοινότητας της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων ημερών (The Church of Jesus Christ of Latter-day Saints), κοινώς των Μορμόνων (θα τους είχατε δει πιθανότατα, φυσικά πριν την πανδημία, στο κέντρο της Αθήνας κάποια στιγμή: είναι συνήθως, νέοι άντρες, ευπαρουσίαστοι, καθαροί, με λευκά πουκάμισα και ταμπελάκι με το όνομά τους και το όνομα της Εκκλησίας τους στο αριστερό στήθος, οι οποίοι σε ρωτούν ευγενικά, σε άπταιστα – και αυτό είναι το εκπληκτικό – ελληνικά, αν μπορούν να σου μιλήσουν για να σε ενημερώσουν για τη θρησκεία τους) και έφυγε στα 20 για τον Καναδά για σπουδές, κόβοντας ίσως (;) γέφυρες, όπως δηλώνει στο My Heart Is An Apple ("Texas, I won't come home"). Είναι όμως στο μοναδικά υπέροχο Vampire / Forest Fire, με τη συγκλονιστική κλιμάκωση και κορύφωση των πλήκτρων και τους, έχω την αίσθηση, πλέον προσωπικούς και συμπυκνωμένα βιωματικούς στίχους, που μας δίνει μια σύνοψη, ίσως, των παιδικών του χρόνων, καταλήγοντας πως δεν βρίσκει κανένα διαπολιτειακό δρόμο για να επιστρέψει. 

Συνολικά, πρόκειται για ένα άλμπουμ που σου δίνει την πρόγευση ότι κάτι μεγάλο θα ακολουθήσει, ή αν το ακούς αφού πρώτα έχεις γνωρίσει τα μεγάλα που ακολούθησαν, σου επιβεβαιώνει, ότι, όντως, από την αρχή υπήρχε το υλικό και η μαγιά που θα οδηγούσε στη μετέπειτα εξέλιξη και πορεία μιας σπουδαίας μπάντας. 


Βαθμολογία: 4/5



Everything Now (2017)


Η αφορμή για το αφιέρωμα αυτό. Έχοντας μεσολαβήσει πλέον τόσος καιρός από το πρώτο άκουσμα, μπορώ να πω ότι είναι ένα άλμπουμ που θέλει το χρόνο του για να βρει το δρόμο του μέσα σου. Σίγουρα, στο πρώτο άκουσμα, σε ξενίζει, σε κάνει να νιώθεις πως ακούς κάτι άλλο, που δεν είναι Arcade Fire. Διαβάζω ότι κάποιοι απογοητεύτηκαν σε τέτοιο βαθμό που να φτάσουν στο σημείο να τους φωνάξουν σε live: “traitors!” και αυτό έκανε τον Win να χαμογελάσει, λες και είχε πετύχει αυτό που ήθελε. Και πράγματι, το να μην ακολουθείς την ασφαλή πεπατημένη που σε έφτασε στην κορυφή και να δοκιμάζεις κάτι νέο, είναι που ξεχωρίζει τους απλά καλούς από τους πραγματικά σπουδαίους. Δε θα σου βγει πάντα, ή μπορεί να καθυστερήσει να βρει το δρόμο του το εγχείρημα, αλλά θα τον βρει εν τέλει. 

Εδώ έχουμε και λέμε λοιπόν: με το καλημέρα, βαρύγδουπη, μεγαλεπίβολη δήλωση. Τα πάντα τώρα. Και μάλιστα, με ένα πανέξυπνο τρόπο προώθησης, με το το βινύλιο να κυκλοφορεί σε 20 διαφορετικές εκδόσεις, με καθεμία από αυτές να φέρει τον τίτλο σε μία από 20 διαφορετικές γλώσσες αντίστοιχα. They go big and they go global! Ξεφεύγουν από τη γειτονιά, τα προάστια και τη rural America και ταξιδεύουν στην υφήλιο. Έχουν φτάσει στην κορυφή και δεν αρκούνται να επαναπαυτούν στις δάφνες τους. Ρισκάρουν. Και πλέον, τολμώ να πω, ότι το κάνουν καλά και με guts. Μπορεί να είναι ένα άλμπουμ διαφορετικό και να υστερεί σε σχέση με τα προηγούμενα άλμπουμ αλλά, είπαμε, αδικείται εξ ορισμού στη σύγκριση με αριστουργήματα. Αυτό, όχι μόνο δεν το κάνει ένα κακό άλμπουμ, απεναντίας του δίνει και περισσότερη αξία από την αυταξία που έχει από δημιουργίας του. 

Από το abba-esque ομότιτλο του δίσκου opening track, Everything Now, που σε παρασέρνει να χορέψεις με ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη (σίγουρα ένα από τα πιο feelgood τραγούδια τους), στο διονυσιακό ντελίριο του Creature Comfort, κι από εκεί στη reggae εσάνς του Peter Pan και τον ηλεκτρισμό του Electric Blue, κι όλα αυτά με θεματολογία στίχου που δε θα περίμενες απαραίτητα να ταιριάζει με το ρυθμό, καταλήγουμε στο κορυφαίο – κατ’ εμέ – τραγούδι του δίσκου: We Don’t Deserve Love. Η αλήθεια είναι ότι όταν στο πρώτο άκουσμα του δίσκου, είχα αισθανθεί απογοήτευση, το παράτησα το άλμπουμ, και έχασα την ευκαιρία να ανακαλύψω, να αξιολογήσω και να επιτρέψω σε αυτή την υπερκομματάρα την ευκαιρία να μου προξενήσει όλα αυτά τα συναισθήματα που μου προξένησε, όταν, επιτέλους, βρήκε το δρόμο της μέσα μου. 

Από την υπέροχη μελωδία και τις εναλλαγές στο ρυθμό, μέχρι τους στίχους που τσακίζουν κόκκαλα στην κορύφωσή τους και την εσωτερική, καταπληκτική ερμηνεία του Win και τα ασύλληπτα backing vocals της Régine, σε αιχμαλωτίζει από την πρώτη νότα και σε φτάνει σε σημείο, όσο κορυφώνεται, να νιώθεις πως τρως γροθιά στο στομάχι γιατί “It's always the Christ-types Mary, roll away the stone, the one that you love Is gonna leave you alone, particularly the Christ-types Mary, roll away the stone, the one you love always leave you alone, it's always the Christ-types you're waiting on”. Και κάπως έτσι νιώθεις να πονάς για τη Mary. Και συνειδητοποιείς, ότι στο λιγότερο καλό από όλα τα άλμπουμ τους, έχουν, πέραν των 2-3 hit, και ένα διαμάντι, ένα από τα πιο δυνατά, σε επίπεδο ενορχήστρωσης αλλά και συναισθημάτων που προκαλεί, κομμάτια του συνόλου της δισκογραφίας τους. Αν, λοιπόν, μια μπάντα μπορεί να το κάνει αυτό, αντιλαμβανόμαστε για πόσο τεράστιο μέγεθος και καλλιτεχνική αξία μιλάμε. Είμαι δε σίγουρος, αφενός ότι ο επόμενος δίσκος θα το αποδείξει εκ νέου αυτό, αφετέρου δε, ότι το Everything Now θα λάβει την αναγνώριση που του αρμόζει. 


Βαθμολογία: 4,2/5

 


Reflektor (2013)


Η στροφή είχε συντελεστεί ήδη από αυτό εδώ το άλμπουμ, όχι μόνο σε επίπεδο ήχου, αλλά και θεματολογίας, αφού εδώ έχουμε να κάνουμε με κάποιες πιο εσωτερικές και μεταφυσικές ανησυχίες στις ιστορίες που αφηγούνται τα τραγούδια. Κι αυτό φαίνεται από το εξαιρετικό artwork με τα ιριδίζοντα συμπλέγματα – αγάλματα, που παραπέμπει αισθητικά στο μύθο της Ευριδίκης και του Ορφέα, ο οποίος ενέπνευσε φυσικά και τους εναλλακτικούς, εντός παρενθέσεως, τίτλους των αντίστοιχων τραγουδιών. Να αναγνωρίσουμε, ωστόσο, κάτι: Και μόνο το ότι στο Reflektor, το ομότιτλο track που ανοίγει το δίσκο, συμμετέχει ο Πατριάρχης, ο David Bowie, δίνοντάς τους την ευλογία του, λέει πολλά. Χώρια που το τραγούδι είναι εκπληκτικό. Είναι connector με το μέχρι τότε υλικό της δισκογραφίας τους, αλλά και reflector των όσων θα ακολουθήσουν.

Δε μένουν, όμως, εκεί. Παίρνουν τον ήχο τους από το σημείο που τον είχαν αφήσει στον  προκάτοχο The Suburbs και τον εμπλουτίζουν (γενικά εξελίσσονται ηχητικά διαρκώς από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο τους δίσκο, ούτως ή άλλως), με τολμηρές ενορχηστρώσεις και μπόλικα ηλεκτρονικά στοιχεία,  ενώ δεν λείπει, ιδιαίτερα στο Here Comes The Night Time, και η επιρροή της μουσικής της Αϊτής, της γης των προγόνων της Régine. Πέραν των προαναφερομένων, εδώ βρίσκουμε τον ύμνο στη διαφορετικότητα  We Exist, με ένα πολύ δυνατό βίντεο κλιπ. Ο συνδυασμός των στίχων με την ιστορία που αφηγείται το βίντεο στέλνει ένα πανίσχυρο μήνυμα υποστήριξης και αλληλεγγύης και ταυτόχρονα βροντoφωνάζει στους haters: “fix your hearts or die” (που λέει και ο David Lynch στο Twin Peaks: The Return). 

Η πανκ εισαγωγή και τα πανκ φωνητικά του Joan of Arc (με όλο το μεταφυσικό μύθο που τη συνοδεύει ως ιστορικό πρόσωπο), με την εναλλαγή του ρυθμού και το chorus line, αλλά και η σύμπλεξη αγγλικών και γαλλικών, που τραγουδάει η Régine με ηχητικό φόντο ένα σημείο κορύφωσης του κομματιού, με τα τύμπανα να ηχούν δαιμονισμένα, το εκπληκτικό Afterlife και το εξίσου δυνατό It’s Never Over (Hey Orpheus) – για μια ακόμα φορά εμπνευσμένα backing vocals από τη Régine – παίρνουν τη σκυτάλη και απογειώνουν το δίσκο, o οποίος κλείνει με το επικών διαστάσεων και ηχοτοπίων Supersymmetry. Ας μην ξεχνάμε ότι στα sessions της ηχογράφησης αυτού του δίσκου υπάρχει και ένα κρυμμένο διαμάντι: το Get Right, μεταγενέστερο του δίσκου single που συμπεριλήφθηκε στην digital deluxe έκδοση του άλμπουμ το 2015. Ένα κομμάτι που εκεί που νομίζεις ότι τελειώνει, ξεκινά ένα μουσικό κρεσέντο το οποίο είναι πραγματικά ανεπανάληπτο! 

Ένας δίσκος που, επίσης, αδικείται στη σύγκριση με τους προηγούμενους, αν και λιγότερο από ό,τι το Everything Now. Παρ’ όλα αυτά, είναι ένας δίσκος τολμηρός, που σηματοδοτεί νέες αναζητήσεις και προσανατολισμούς του γκρουπ με τραγούδια διονυσιακά. 


Βαθμολογία: 4,7/5




Neon Bible (2006)


To follow-up ενός εκπληκτικού ντεμπούτου, που στέκεται επάξια δίπλα σε αυτό. Ήδη από το εξώφυλλο και τον τίτλο καταλαβαίνουμε με τι έχουμε να κάνουμε. Ξεφεύγουν από τα όρια της γειτονιάς τους, για την οποία μας μίλησαν στο Funeral, και μας μιλούν για μια εικόνα της Αμερικής που δεν την γνωρίζουμε καλά εμείς εδώ. Μια διαφορετική Αμερική, με τα καλά της και τα κακά της. Έχω την αίσθηση ότι είναι ο δίσκος στον οποίο φαίνεται περισσότερο από κάθε άλλο τους η επιρροή του οικογενειακού, κοινωνικού και θρησκευτικού υποβάθρου του Win και του Will, ως Μορμόνων. Ο Win φαίνεται, παρά το γεγονός, ότι δεν είναι ξεκάθαρο ποια η σχέση του πλέον με τη θρησκεία του, να επικυρώνει όσα έλεγε στο ομώνυμο ΕΡ τους του 2003, ότι δηλαδή δεν θα επιστρέψει στο Τέξας κι ότι δεν βρίσκει κανένα διαπολιτειακό δρόμο για να το κάνει. Και πράγματι, “I don’t want to live in America no more” μας τραγουδά στο υπέροχο Windowsill, στο οποίο μας μιλά για όλα εκείνα που σίγουρα δεν θα του λείψουν από την Αμερική. 

Δύσκολα μπορείς να ξεχωρίσεις κάποιο τραγούδι ως ανώτερο από τα υπόλοιπα. Ποιο να πρωτοδιαλέξεις; Το επικό Intervention, με τους πολύ πολύ δυνατούς στίχους και την ορχηστρική του εισαγωγή που σε παραπέμπει σε εκκλησιαστικό ύμνο και σε προϊδεάζει ότι η παρέμβαση του τίτλου είναι σίγουρα θεϊκή; Το εμβληματικό No Cαrs Go, με τα πιο εμπνευσμένα, ίσως, φωνητικά που έχω ακούσει σε τραγούδι και το οποίο αποτελεί ένα από τα συναυλιακά τους highlights; Το (Antichrist Television Blues) που αφηγείται μια ολόκληρη ιστορία σε μόλις 5 λεπτά και 10 δευτερόλεπτα, με το Win να τραγουδάει ακατάπαυστα και τις λέξεις να εκτοξεύονται ταχύτατα από το στόμα του, συναγωνιζόμενες το ντελίριο των μουσικών οργάνων, μέχρι μουσική και λέξεις να σταματήσουν απότομα τη στιγμή που ο Win αναρωτιέται “Oh, tell me, Lord, am I the Antichrist?”; Το Keep The Car Running που σε παρασέρνει να τρέξεις κι εσύ μαζί του; Το ξεσηκωτικό The Well and the Lighthouse με την παραβολική του δύναμη; Το εναρκτήριο grande Black Mirror; Το Black Wave / Bad Vibrations, στο οποίο ξεκινά να μας ταξιδέψει η Régine, για να παρεμβληθεί σε μια απρόσμενη αλλαγή του ρυθμού και της μελωδίας ο Win στο μέσον περίπου του τραγουδιού και να μας προειδοποιήσει “stop now before it’s too late” και να μας υπενθυμίσει πως "nothing lasts forever”; Ή το πιο εσωτερικό και βαθυστόχαστο Ocean Of Noise; Ή, τέλος, το σπαρακτικό, μουσικά και ερμηνευτικά, My Body Is A Cage, όπου ο Win ερμηνεύει σαν να ήταν κήρυκας, πάστορας ή ιερουργός που χτυπά το κορμί και αφήνει την ψυχή του πάνω στο εκκλησιαστικό όργανο και εξομολογείται/απολογείται όχι τόσο στο Θεό του, αλλά στον ίδιο του τον εαυτό και ζητά από το ανώτερο Ον να απελευθερώσει το πνεύμα και το σώμα του; Μιλάμε για ένα άλμπουμ που αγγίζει την τελειότητα, ενώ, έχω την αίσθηση, πως  παραμένει αρκετά υποτιμημένο στο σύνολο της δισκογραφίας των Arcade Fire. 


Βαθμολογία: 4,9/5

 


Funeral (2004)


Η αλήθεια είναι ότι αμφιταλαντεύτηκα πολύ και θα μπορούσε άνετα να είναι αυτό το Νο 1. Και για τους περισσότερους νομίζω ισχύει. Ωστόσο, για μένα έρχεται οριακά δεύτερο, μόνο και μόνο βέβαια επειδή σε μια διαδικασία ranking κάποιο θα πρέπει να είναι πρώτο, ακόμα κι αν μιλάμε για primus inter pares.

Είναι γεγονός, ότι δεν χρειάζεται να πεις πολλά για το Funeral, παρά μόνο ότι με αυτό το δίσκο οι Arcade Fire μας έκαναν ένα σπάνιο δώρο. Δεν είναι πολλές οι φορές στη μουσική βιομηχανία των τελευταίων 40 χρόνων τουλάχιστον, που πρωτοεμφανιζόμενη μπάντα δίνει τόσο εκρηκτικό, άρτιο, ολοκληρωμένο, εμβληματικό, γεμάτο συνοχή και σφιχτοδεμένο – και για πολλούς ανεπανάληπτο και ανυπέρβλητο – ντεμπούτο. Αν έπρεπε να επιλέξω κάποια κομμάτια θα επέλεγα, μάλλον το σύνολο του track list. Θα επέλεγα σίγουρα το (εκ των προσωπικών αγαπημένων μου αλλά και προς μεγάλη μου χαρά και του 7χρονου γιου μου) Rebellion (Lies) που σε παρασέρνει στο μεθυστικό πανηγυρικό του ρυθμό και σε κάνει να θες να χοροπηδάς σαν κατσίκι τρισευτυχισμένος, ενώ έχει και ένα προσφάτως αποκατεστημένο εκπληκτικό βίντεο με τη μπάντα να παίζει περπατώντας στο δρόμο και από τα μουσικά όργανα και από την άσφαλτο εμπρός τους να αναβλύζει φως σαν αύρα στο ρυθμό της μουσικής.

Φυσικά το εμβληματικό και ανυπέρβλητο Wake Up και τα Neighborhood #1 (Tunnels), Neighborhood #2 (Laïka) (“come on Alex! You can do it!”), Neighborhood #3 (Power Out) και Neighborhood #4 (7 Kettles), μια τραγουδιστική τετραλογία, στην οποία τα αδέρφια Butler μας μεταφέρουν στη γειτονιά των παιδικών τους χρόνων και όλα όσα έκαναν ως παιδιά στους δρόμους της πόλης τους, καταλήγοντας στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου των γονιών που έπαιρναν τα βράδια στη ζούλα και έκαναν cruising στο In The Backseat, όπου η Régine τραγουδά εν μέσω μιας μουσικής πανδαισίας με το βιολί και τα κρουστά να σέρνουν το χορό. Αλλά και το Une Année Sans Lumière και το Crown Of Love  υστερούν μήπως; Ή το Haiti, στο οποίο πάλι η Régine μας τραγουδά για τα δεινά της πατρίδας των προγόνων της, κάνοντας ένα διάλειμμα από τη γειτονιά; Άλλωστε, σε μια γειτονιά μπορεί να συνυπάρχουν διαφορετικές κουλτούρες, κάτι που θα γίνει εκ των ων ουκ άνευ συστατικό στοιχείο στη δουλειά των Arcade Fire στον κορυφαίο κατ’ εμέ δίσκο τους,  το The Suburbs.


Βαθμολογία: 5/5 

 


The Suburbs (2010)


Σκέφτομαι πως θα ήταν ιδιατέρως άδικο, για μια μπάντα σαν τους Arcade Fire, η κάθε μεταγενέστερη δουλειά τους να μένει στη σκιά της πρώτης τους και να συγκρίνεται με αυτή και πάντα να χάνει, επειδή ήταν τόσο εκπληκτικό το ντεμπούτο τους, ειδικά όταν μιλάμε για ένα άλμπουμ σαν το The Suburbs. Για εμένα πρόκειται για το magnum opus τους (αν μη τι άλλο μέχρι τώρα). Το δικό τους, αντίστοιχο ΟΚ Computer. Προσωπική μου άποψη είναι ότι έχει την ίδια βαρύτητα και αξία με  τον εμβληματικό δίσκο των Radiohead. Πρόκειται, άλλωστε, κατά τη γνώμη μου, όπως έχω ήδη αναφέρει σε άλλο άρθρο (check here), για το καλύτερο άλμπουμ της δεκαετίας των ‘10’s. 

Από τη γειτονιά του Funeral, με το διάλειμμα της εσωτερικής αναζήτησης της άλλης Αμερικής με την έκδηλη μεταφυσική επιρροή στο Neon Bible, οι Κανδοαμερικανοί φίλοι μας με το τρίτο άλμπουμ τους, επεκτείνονται σε έναν χώρο που μπορεί να είναι κι αυτός περιορισμένος γεωγραφικά, ωστόσο, έχω την αίσθηση, ότι ορίζει αναγωγικά μια κατάσταση σε μεγαλύτερη, παγκόσμια κλίμακα στην εποχή μας: το χώρο των προαστίων. Όσοι μεγαλώσαμε σε προάστια και είμαστε περίπου συνομήλικοι του Win, νομίζω ότι κατανοούμε απολύτως (και μάλιστα χαμογελάμε αυτή τη στιγμή) για το τι μας μιλούν στο δίσκο αυτό οι Arcade Fire, έτσι όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ προσωπικά τουλάχιστον, παρότι μιλούν για την Αμερική, ενώ εμείς μπορεί να έχουμε παραστάσεις, ας πούμε, από τη Νέα Σμύρνη ή το Χαϊδάρι! 

Δεν μπορώ να ξεχωρίσω, πραγματικά, κανένα τραγούδι. Όλο το tracklist είναι εκπληκτικό. Από το πρώτο μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο του άλμπουμ, βουτάς μέσα του με μια ανάσα. Μια ελαφρώς μεγαλύτερη αδυναμία ίσως να έχω στο εναρκτήριο The Suburbs, το οποίο μας βάζει αμέσως στο κλίμα: μεγάλωσαν και αρχίζουν να φεύγουν από τη γειτονιά και τριγυρίζουν στα προάστια, δεν αποκλείεται δε να κανονίζουν και πλακώματα με άλλες γειτονιές, στο Ready To Start (ακόμα ένα συναυλιακό highlight τους, συχνά πυκνά ανοίγουν με αυτό τις συναυλίες), όπου όλα τα παιδιά πάντα γνώριζαν πως ο βασιλιάς είναι γυμνός και υπάρχουν “businessmen who drink our blood”, στο ντελίριο του Rococo και του Empty Room, στο ταξιδιάρικο Half Light II (No Celebration), στην κρυμμένη, ήρεμη δύναμη του Suburban War (από τα πολύ αγαπημένα μου τραγούδια τους), στη νοσταλγικότητα του Wasted Hours και του Deep Blue, στην εισαγωγή του πιάνου και τα γράμματα που «συνήθιζε να γράφει» ο Win στο We Used To Wait και τέλος στο εκπληκτικό Sprawl II (Mountains Beyond Mountains), όπου η Régine μας δίνει, ίσως την καλύτερή της ερμηνεία, σε ένα υπέροχο τραγούδι με εμπνευσμένα synth και μια ασύλληπτη εναλλαγή μελωδίας και ρυθμού που σε παρασέρνει στη μεθυστική του δίνη. Στη δε digital deluxe έκδοση του 2011, έχουν προστεθεί 2 ακόμα σπουδαία τραγούδια, που ολοκληρώνουν την περιήγησή μας στον κόσμο των προαστίων της Βόρειας Αμερικής: Culture War και Speaking In Tongues

Οι Arcade Fire κατάφεραν με το The Suburbs να κερδίσουν ένα τεράσιο στοίχημα, αυτό του τρίτου άλμπουμ, που συχνά πυκνά είναι σημείο καμπής για τα συγκροτήματα και τους καλλιτέχνες, μια και δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις εκείνων που οδηγήθηκαν με αφορμή το τρίτο άλμπουμ τους εκτός μουσικής βιομηχανίας για διάφορους λόγους. Αν το ντεμπούτο ήταν ονειρεμένο και το follow-up επάξιό του, ο τρίτος δίσκος έρχεται να τοποθετήσει τους Arcade Fire στο πάνθεον των σημαντικότερων και σπουδαιότερων μουσικών συγκροτημάτων της εποχής και μάλιστα σε περίοπτη θέση.  


Βαθμολογία: 5/5



Eλπίζω να απολαύσατε αυτό το ταξίδι στα 17 χρόνια δισκογραφικής παρουσίας μιας από τις σπουδαιότερες μπάντες εκεί έξω, όσο κι εγώ καθ’ όλη τη διάρκεια που βουτούσα μέσα στη μουσική τους ανακαλύπτοντάς την εκ νέου. Αυτή είναι, άλλωστε, η μαγεία της μουσικής: να ανακαλύπτεις νέα πράγματα κάθε φορά, μια μικρή λεπτομέρεια, ή ένα καινούριο συναίσθημα που μπορεί την προηγούμενη φορά να μην σου φανερώθηκε. Ελπίζω να τους δούμε το συντομότερο δυνατό και στη χώρα μας. Όσοι, κυρίως, τους έχετε δει ζωντανά, ή, όπως εγώ, μόνο στο YouTube έστω, αντιλαμβάνεστε πλήρως τι λέω. Και τώρα σας αφήνω, πάω να βάλω το The Suburbs στο πικάπ! 

xo 
Alex

 

Σχετικα Αρθρα
ypogeio.gr
Καραντινάτος
[Lockdown II, Week 3, 7 Songs]
(27/11/2020)
ypogeio.gr
Καραντινάτος
[Lockdown II, Week 2, 7 Songs]
(20/11/2020)
ypogeio.gr
4 Νέοι Δίσκοι
για τον Μάιο
(10/05/2020)
ypogeio.gr
Λίγες Λέξεις
για το Νίκο Τριανταφυλλίδη
από τον Άκη Καπράνο
(06/06/2019)
Χρησιμοποιούμε cookies μόνο για στατιστικούς λόγους (google analytics). Δεν συλλέγουμε κανένα προσωπικό δεδομένο.
ΕΝΤΑΞΕΙ