Στέφανος Ρόκος

14 paintings 17 years later

No More Shall We Part


 

Η πρώτη επαφή μας με το καλλιτεχνικό έργο του Στέφανου Ρόκου συνέβη αρκετό καιρό πριν. Ήταν το 2007, όταν κυκλοφόρησε το «Έξω» του Φοίβου Δεληβοριά, το artwork του οποίου, τόσο στο εξώφυλλο όσο και στο συνοδευτικό ένθετο, τραβούσε τα βλέμματα από την πρώτη στιγμή. Τώρα πια, μπορούμε να αναγνωρίσουμε την καλλιτεχνική ματιά του Στέφανου στο εν λόγω εξώφυλλο, όμως τότε, η πανδασία χρωμάτων που περιείχε ήταν ένα ηλεκτροσόκ ομορφιάς.

Ακολούθησε το 2010 η πρώτη συνεργασία του με τον Παύλο Παυλίδη, στο εξώφυλλο για τον δίσκο «Αυτό το Πλοίο Που Όλο Φτάνει», ίσως τον αγαπημένο μας δίσκο του Παύλου και ένα από τα πιο όμορφα εξώφυλλα ελληνικού δίσκου και ένα ακόμα πιο όμορφο οπισθόφυλλο. 

Η ακουστική στροφή του Παυλίδη ντύνεται υπέροχα με τα έργα του Ρόκου («Η Πρώτη Επαφή Με Τη Φύση») και την ήρεμη ματιά που αποπνέουν. Εντέλει, τα εικαστικά του άλμπουμ αποτελούν ένα αναπόσπαστο συστατικό, ένα ουσιαστικό μέσο, για να κατανοήσουμε την τέχνη και των δύο καλλιτεχνών. Το αινιγματικό νόημα των στίχων του Παύλου και η σουρεαλιστική ματιά του Στέφανου συνομιλούν αρμονικά σε αυτόν τον δίσκο και τριγυρίζουν γύρω από την αποτύπωση της γυναικείας ομορφιάς, με ένα τρόπο κάθε άλλο παρά ρεαλιστικό.

To 2010 o υπερταλαντούχος εικαστικός παρουσιάζει το project "Τρόμος και Ρομάντζο σε Έναν Άλλο Πλανήτη", μία εντυπωσιακή έκθεση που συνοδεύεται και από τη μουσική συλλογή "Horror and Romance on Another Planet" με τη συμμετοχή 18 Ελλήνων και ξένων μουσικών συγκροτημάτων.

Σειρά είχε το 2013 η έκθεση “Revert To Disarray – Επιστροφή στην Αποδιοργάνωση”. Κάπου είχαμε πετύχει ένα μίνι ντοκιμαντέρ για την έκθεση και οι εικόνες μας είχαν "αναγκάσει" να κατέβουμε μέχρι το Φάληρο, στο Tae Kwon Do, για να παρακολουθήσουμε μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες δουλειές του, μια συνάντηση με την αβεβαιότητα, ένα βολικό κενό ντυμένο με ποπ πανδαισία.

Το 2016 ο Στέφανος ήρθε στη Νέα Ιωνία. Η πινακοθήκη Βογιατζόγλου είναι ένα κόσμημα για την γειτονια και εκεί παρουσιάστηκε η έκθεσή του «Η Εποχή του Ηλεκτρισμού». Στα εγκαίνια της έκθεσης, ντροπαλός, σιωπηλός μα έκθαμβος, τριγυρνούσε ο Παύλος. Αργότερα μάθαμε ότι εκείνο το βράδυ συμφώνησαν οι δυό τους το εξώφυλλό για το «Σπιρτόκουτο». 

Φύγαμε εκείνο το βράδυ από την πινακοθήκη Βογιατζόγλου ευτυχισμένοι και γυρνώντας σπίτι, περνώντας από την πλατεία, αναρωτιόμασταν αν το κορίτσι στη φωτογραφία υπάρχει...



photo by Sarah Lowe
 

Φτάνοντας στο σήμερα, ο Στέφανος Ρόκος συναντά μέσω της τέχνης του έναν από τους μεγαλύτερους μουσικούς έρωτες του Υπογείου, για την ακρίβεια συνδιαλέγεται με "τον εξωγήινο υπερήρωα" (βλ. άρθρο) Nick Cave. Δουλεύοντας από το 2015 μια ιδέα που του είχε "καρφωθεί" στο μυαλό για πολλά χρόνια, ζωγραφίζει 14 πίνακες για καθένα από τα τραγούδια του δίσκου "No More Shall We Part", που κυκλοφόρησε το 2001, αλλά και για δύο b-sides που συνόδευσαν το εν λόγω δισκογράφημα. Οι πίνακες, μαζί με δύο μεταξοτυπίες και ένα κέντημα που επιμελήθηκε η Αντιόπη Πανταζή, εκτίθενται από τις 4 Απριλίου στο Μουσείο Μπενάκη (Πειραιώς 138). Η έκθεση ονομάζεται "14 paintings 17 years later" και θα διαρκέσει ως τις 19 Μαϊου, ενώ στις 9 του ίδιου μήνα, στο αίθριο του μουσείου, θα λάβει χώρα μία πολύ ενδιαφέρουσα συναυλία, κατά την οποία Έλληνες και ξένοι μουσικοί θα δώσουν τη δική τους εκδοχή στο "No More Shall We Part". Κατά τη διάρκεια της έκθεσης προβάλλεται και το making of ντοκιμαντέρ της Ρηνιώς Δραγασάκη και της Αρασέλης Λαιμού. Τέλος, να σημειωθεί πως ένα εξαιρετικό λεύκωμα είναι διαθέσιμο, τόσο στην έκθεση όσο και σε βιβλιοπωλεία της χώρας, το οποίο παρουσιάζει τα 14 ζωγραφικά έργα της έκθεσης και κυκλοφορεί σε πολυτελή έκδοση 1.200 αντιτύπων. Περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τους στίχους των τραγουδιών του “No More Shall We Part”, καθώς και κείμενα των Nick Cave, Jim Sclavunos και Στέφανου Ρόκου. 

Αυτά από εμάς, ο λόγος στον ίδιο τον Στέφανο. Τον ευχαριστούμε εκ βαθέων για την έλευσή του στο Υπόγειο και του ευχόμαστε τα καλύτερα...

 


 

 

Απόσπασμα από το making of documentary της Ρηνιώς Δραγασάκη και της Αρασέλης Λαιμού.

 


Το Υπόγειο: Στέφανε σε καλωσορίζουμε στο Υπόγειο και σε συγχαίρουμε για την έκθεση που εδώ και 2 εβδομάδες στο Μουσείο Μπενάκη. Πώς πάνε τα πράγματα ως τώρα; Ποιο το feedback που εκλαμβάνεις;
Η προσέλευση και η ανταπόκριση του κόσμου στα εγκαίνια, αλλά και τώρα που η έκθεση βρίσκεται σε εξέλιξη, είναι πραγματικά συγκινητική. Αυτό που αντιλαμβάνομαι είναι ότι όσοι την επισκέπτονται αφιερώνουν χρόνο μπροστά από τα έργα και τους στίχους, οι περισσότεροι μάλιστα ακολουθώντας όλο το τελετουργικό, φορώντας δηλαδή τα ακουστικά για να ακούσουν το κάθε τραγούδι ξεχωριστά ή ακούγοντας το άλμπουμ από τα ηχεία της αίθουσας. Από τα σχόλια που ακούω καταλαβαίνω ότι μπαίνουν πολύ μέσα στην ατμόσφαιρα που ήθελα να δημιουργήσω. Ακόμη όμως προσπαθώ να συνειδητοποιήσω τι γίνεται και να σκεφτώ κάποια πράγματα.


Το Υπόγειο: Έχεις πάει στην έκθεση σαν επισκέπτης; Είναι κάτι που – αν το επιθυμείς – είναι εφικτό, δηλαδή το να πάρεις μια απόσταση και να βγεις από την εικόνα που εσύ έφτιαξες;
Προσπαθώ κάθε φορά που επισκέπτομαι την έκθεση να γίνομαι ένας αντικειμενικός κριτής. Αυτή όμως η τεχνητή κατάσταση του ουδέτερου τρίτου κρατάει πολύ λίγο, γιατί τελικά είναι όλα τόσο πολύ δικά μου, που δεν καταφέρνω να αποστασιοποιηθώ – τουλάχιστον όχι ακόμα και όχι για πολύ. Πιστεύω ότι σε κάποια χρόνια από σήμερα θα μπορέσω να τα δω όλα πιο καθαρά, όπως συμβαίνει πλέον με τις προ εικοσαετίας εκθέσεις μου. Πάντως, για να είμαι ειλικρινής, είμαι πολύ περήφανος γι’ αυτήν την έκθεση.


Το Υπόγειο: Πότε και πώς πρωτοπροέκυψε η ιδέα να ζωγραφίσεις το No More Shall We Part; Και πώς περίπου εξελίχθηκε η διαδικασία του project; Πόσο καιρό του δούλεψες και υπό ποιες συνθήκες;
Το άλμπουμ «No More Shall We Part» είχε μεγάλο αντίκτυπο τόσο στην προσωπική μου ζωή όσο και στην καλλιτεχνική μου εξέλιξη, από το 2001 που κυκλοφόρησε. Την εποχή εκείνη, προσπαθώντας να σώσω μια σχέση που είχε ήδη καταρρεύσει, και ψάχνοντας ικανοποιητικές απαντήσεις σε διάφορα υπαρξιακά ερωτήματα που πολύ συχνά με βασανίζουν ακόμα, ένιωσα να ταυτίζομαι με τις βασικές ιδέες που πραγματεύεται το άλμπουμ, τον Θεό και τον Έρωτα. Παράλληλα οραματιζόμουν για κάθε τραγούδι μία ζωγραφική εικόνα, και, μέσα στην αφέλειά μου, έναν γάμο με την κοπέλα που αγαπούσα. Ως μεταπτυχιακός φοιτητής τότε στο Λονδίνο, είχα επιχειρήσει να μετουσιώσω σε εικόνα το τραγούδι The Sorrowful Wife κάνοντας μία από τις πρώτες μου ξυλογραφίες. Εκεί χάραξα τον εναρκτήριο στίχο του τραγουδιού «I married my wife on the day of the eclipse», που ίσως και να περικλείει τη βασική ιδέα του άλμπουμ. Πολλά χρόνια αργότερα, χωρίς να έχω καταφέρει να ταυτιστώ με τη συζυγική ζωή που περιγράφει ο δίσκος, οι εικόνες που είχα πρωτοσκεφτεί για κάθε τραγούδι του με ακολουθούσαν ακόμη.  Ήταν η μοναδική φορά που μου συνέβαινε κάτι τέτοιο με ένα καλλιτεχνικό έργο. Ίσως ο τρόπος που ο Nick Cave αποδίδει τον προβληματισμό σχετικά με ορισμένα υπαρξιακά ζητήματα και η λεπτή ισορροπία που τηρείται ανάμεσα στη βαθιά πνευματικότητα και τις ανθρώπινες αδυναμίες να είναι αυτό που αναζητώ στη ζωγραφική μου. Όλη η διαδικασία μέσα από την οποία δημιουργήθηκαν τα 18 συνολικά έργα –τα 14 ζωγραφικά, το τρίπτυχο, οι δύο μεταξοτυπίες και το κέντημα που φιλοτέχνησε η Αντιόπη Πανταζή– κράτησε τρία εμμονικά και μοναχικά χρόνια, που αποτυπώνονται με πολύ όμορφο κατά τη γνώμη μου τρόπο στο μικρού μήκους ντοκιμαντέρ που προβάλλεται στην έκθεση σε σκηνοθεσία της Ρηνιώς Δραγασάκη και της Αρασέλης Λαιμού.


Το Υπόγειο: Δούλεψες λοιπόν αυτήν την έκθεση για πολλά χρόνια. Είναι αλήθεια ότι στη ζωγραφική μετράει αλλιώς ό χρόνος;
Δεν μπορώ να πιστέψω ότι πέρασαν 17 χρόνια από την κυκλοφορία του άλμπουμ μέχρι την υλοποίηση του συγκεκριμένου πρότζεκτ. Στην περίοδο αυτή συνέβησαν πολλά πράγματα στη ζωή μου, όπως και στις ζωές όλων. Ο χρόνος είναι ίδιος για όλους, η μόνη διαφορά ίσως να είναι ότι με τη ζωγραφική, όπως και με τις άλλες μορφές τέχνης, μπορείς να επιστρέφεις στο παρελθόν κάθε φορά που έρχεσαι σε επαφή με μια παλιά σου δημιουργία, πράγμα όμορφο αλλά και βασανιστικό. 


Το Υπόγειο: Γιατί το συγκεκριμένο album και όχι το “Tender Prey” για παράδειγμα;
Στο «Tender Prey» βρίσκονται κάποια από τα αγαπημένα μου τραγούδια των Bad Seeds: Το Mercy Seat, το Up Jumped the Devil, το Watching Alice, το City of Refuge, το Slowly Goes the Night, το New Morning. Υπέροχος δίσκος. Αλλά δεν μπορώ να ζωγραφίσω αυτά τα τραγούδια. Νιώθω ότι δεν μπορώ να τα προσεγγίσω εικαστικά. Το «No More Shall We Part» μού δημιούργησε εικόνες με θέματα που αφορούσαν τη ζωή και τη ζωγραφική μου. Και αυτό συνέβη με ολόκληρο το άλμπουμ, ως ολότητα, και όχι με κάποια μεμονωμένα τραγούδια. Όλο αυτό το πρότζεκτ έγινε από αληθινή καλλιτεχνική και προσωπική ανάγκη.



"The Sorrowful Wife"
 

To Υπόγειο: Ποιο από τα κομμάτια του δίσκου σου βγήκε πιο εύκολα και ποιο σε δυσκόλεψε περισσότερο και ποιο είναι το αγαπημένο σου από το δίσκο;
Σε όλα τα έργα/τραγούδια έδωσα την ίδια σημασία, αφιέρωσα τον ίδιο χρόνο, έδειξα την ίδια αφοσίωση, και τα αγαπάω εξίσου. Με δυσκόλεψε περισσότερο το Fifteen Feet of Pure White Snow. Ήταν το μόνο τραγούδι για το οποίο δεν είχα ποτέ καμία απολύτως ιδέα σχετικά με το τι συμβολίζουν οι στίχοι του, τι συμβαίνει με όλα αυτά τα πρόσωπα και τα ονόματα που ακούγονται, τον τρόπο με τον οποίο θα το μετουσιώσω σε εικόνα. Δεν θέλησα ποτέ να ζητήσω μια εξήγηση από τον ίδιο τον Cave. Σε μία όμως από τις συζητήσεις που είχα μαζί του μπροστά από το τελειωμένο πια έργο μου, μου λύθηκαν κάποιες απορίες και αισθάνθηκα μεγάλη ικανοποίηση. Τεχνικά ταλαιπωρήθηκα περισσότερο με το Hallelujah και το Darker with the Day. Στο πρώτο με δυσκόλεψε αρκετά το ψυχεδελικό φόντο από χρωματιστά μολύβια και στο δεύτερο οι ατέλειωτες λεπτομέρειες στα λουλούδια.

Το αγαπημένο μου τραγούδι από τον δίσκο είναι το "Sorrowful Wife" και το αγαπημένο μου έργο ίσως να είναι το "Bless His Ever Loving Heart", μόνο και μόνο επειδή μέσα από τα μοτίβα των ανθρώπων που κλείνουν τα μάτια τους στον έναστρο νυχτερινό ουρανό, τα οποία επαναλαμβάνονται σε αρκετά έργα, αναδεικνύονται στο τρίπτυχο και βρίσκονται σε περίοπτη θέση στο λεύκωμα, έστρεψα την προσοχή σε ένα λιγότερο γνωστό b-side, σαν να ήταν μέρος της κανονικής κυκλοφορίας του άλμπουμ.


To Υπόγειο: Θα θέλαμε να θυμηθείς για μας την πρώτη ακρόαση του No More Shall We Part…
Είναι ίσως το άλμπουμ από τη δισκοθήκη μου που έχω ακούσει τις περισσότερες φορές. Δεν θυμάμαι την πρώτη φορά που το άκουσα, θυμάμαι όμως την τελευταία. Ήταν στο εργαστήριό μου στα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ παρέα με τη Ρηνιώ και την Αρασέλη πριν από έναν περίπου χρόνο. Μέσα στα τρία χρόνια της υλοποίησης του πρότζεκτ δεν το άκουγα σχεδόν καθόλου.


To Yπόγειο: Και, ομοίως, την πρώτη φορά που άκουσες στη ζωή σου Nick Cave.
To 1991 απέκτησα το soundtrack της ταινίας του Wim Wenders "Until The End of The World". Ήμουν 14 ετών.  Τα δύο τραγούδια που άλλαξαν τη ζωή μου ήταν το The Adversary των Crime & The City Solution και το (I’ll Love you)Till The End of The World κάποιων Nick Cave & The Bad Seeds. Το συγκινητικό ήταν ότι τα δύο αυτά συγκροτήματα είχαν κοινές ρίζες. Ζήτησα από τον μεγαλύτερης ηλικίας ξάδερφό μου να μου δώσει να ακούσω δίσκους του Nick Cave. Θυμάμαι να βρίσκομαι στο σαλόνι με τον αδελφό μου και τον πατέρα μου και να ανοίγω με τρομερή αγωνία το Tender Prey για να το βάλω στο πικάπ.  Σαν να ήμουν κάπως προετοιμασμένος για μια αποκάλυψη, αλλά δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι υπήρχαν τέτοια τραγούδια όπως το πρώτο της πρώτης πλευράς αυτού του δίσκου, το επτάλεπτο καταιγιστικό και μονότονο Mercy Seat. Ξεκινάει περίεργα, με κάτι αλλόκοτους ήχους. Ο Nick Cave μιλάει με μια τρομακτική φωνή και λέει «I’m not afraid to die» και μετά ακούγονται τύμπανα και καμπάνες. Δεν είχα ξανακούσει κάτι παρόμοιο. Για επτά λεπτά μου είχε κοπεί η αναπνοή και αυτό που θυμάμαι πως, όταν τελείωσε το τραγούδι, κοίταξα τον πατέρα μου σαστισμένος, πήρα τη βελόνα και έβαλα να ξαναπαίξει το τραγούδι από την αρχή.
 

Το Υπόγειο: Για να ευοδωθεί το όλο project ήρθες σε επαφή με τον ίδιο τον Nick. Βλέπουμε το σχετικό φωτογραφικό υλικό (και ζηλεύουμε!). Πώς και πότε ήρθε η γνωριμία σου με τον Αυστραλό υπερμουσικό;
Την πρώτη φορά που τον συνάντησα από κοντά ήταν το 1997, στο Λονδίνο, και το μόνο που μου είπε ήταν ένα καταπληκτικό ανέκδοτο με πιγκουίνους. Για τα επόμενα χρόνια συναντιόμασταν στα backstage μετά τα live των Bad Seeds και των Grinderman, και από το 2010 έχουμε μια στενή επαφή και φιλική σχέση, η οποία κορυφώθηκε τα τελευταία τρία χρόνια μέσα από το πρότζεκτ. 
 

Το Υπόγειο: Πώς υποδέχτηκε την ιδέα σου και ποια τα σχόλιά του για το τελικό αποτέλεσμα;
Ο Nick Cave αγαπάει τους ανθρώπους και την Τέχνη, και όπως ο ίδιος έχει πολλές ωραίες ιδέες που υλοποιεί, έτσι θέλησε να στηρίξει μια ιδέα που τον αφορά, που ανήκει σε έναν καλλιτέχνη με τον οποίο μοιράζεται κοινές αναφορές και του οποίου τη δουλειά εκτιμά. Νομίζω λειτούργησε θετικά το γεγονός ότι δεν επιχείρησα να αποδώσω ζωγραφικά την οποιαδήποτε προσωπική του κατάσταση. Αντιθέτως, κάθε στίχος είναι απολύτως φιλτραρισμένος μέσα από τα δικά μου βιώματα και κάθε συναίσθημα που μου προκλήθηκε κατά τις αμέτρητες ακροάσεις του άλμπουμ όλα αυτά τα χρόνια είναι απολύτως προσωπικό. Θα μπορούσα να παρομοιάσω την εικαστική απόδοσή τους με ένα ρεαλιστικό άλμπουμ της ζωής μου των τελευταίων δεκαεπτά χρόνων. Αν μη τι άλλο, πρόκειται για μια συνύπαρξη δύο διαφορετικών τεχνών, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει συχνά, απ’ όσο γνωρίζω, με αυτόν τον τρόπο.

Τα συναισθήματά του για το τελικό αποτέλεσμα τα κατέγραψε στο κείμενό του για το λεύκωμα, καθώς και σε μια συνέντευξή του στην Lifo: «Με συναρπάζει η παράξενη, οραματική τέχνη του Στέφανου Ρόκου –οι άτακτες, υπερ-κορεσμένες περιοχές της μνήμης, οι μεγάλοι, συχνά κενοί καμβάδες, ο ξαφνικός ερωτισμός, τα επαναλαμβανόμενα ονειρικά μοτίβα, εικόνες παρόμοιες που μετακινούνται από πίνακα σε πίνακα. Όλα αυτά είναι πολύ κοντά στον τρόπο που γράφω τραγούδια. Νομίζω ότι, υπό αυτό το πρίσμα, έχουμε μια συγγένεια ως καλλιτέχνες. Κατανοώ τους πίνακες και νιώθω πολύ κοντά τους, σαν να είναι ένα οπτικό αντίστοιχο των συχνά λοξών και αποσπασματικών στίχων μου. Ειδικά η εμμονή του στη λεπτομέρεια και η κατακερματισμένη αφήγηση, στοιχεία που σκοντάφτουν σε ορθάνοιχτο χώρο. Ο Στέφανος είναι σοβαρός και αφοσιωμένος ζωγράφος, που μέσα από τη διαδικασία της δουλειάς του έχει εξελιχθεί σε αγαπητό φίλο. Ήταν τιμή μου που δούλεψα μαζί του».



"God Is In The House"


Το Υπόγειο: Τι τύπος είναι εκ του σύνεγγυς;
Είναι ένας σπουδαίος καλλιτέχνης, ένας υπέροχος άνθρωπος με τρομερό χιούμορ.


Το Υπόγειο: Ήσουν στην Tae Kwon Do Arena το Νοέμβριο του 2017; Ήταν η καλύτερη συναυλία της ζωής σου ως τώρα; 
Φυσικά και ήμουν. Από το 1992 τον έχω δει σε συναυλίες πάνω από 20 φορές και σίγουρα τον Νοέμβριο του 2017 ήταν μια από τις αγαπημένες μου, μαζί με τον Λυκαβηττό του 2006 και το Royal Albert Hall του 1997. Μαζί με αυτά τα λάιβ, στις πλέον αγαπημένες μου συναυλίες συγκαταλέγονται και αυτή της Björk το 2001 στην English National Opera του Λονδίνου, των The Pogues στην Γλασκώβη το 2001, του Leonard Cohen στη Μαλακάσα το 2008.


Το Υπόγειο: Γενικά, τι είναι για σένα ο Nick Cave;
Η πορεία του Nick Cave από την εποχή των Boys Next Door μέχρι σήμερα δείχνει έναν καλλιτέχνη που έμεινε σταθερός στους στόχους του σε όλες τις φάσεις της ζωής του, και με γνώμονα την τέχνη του ωρίμασε και εξελίχθηκε φυσικά και οργανικά χωρίς να χάσει καμία στιγμή το προσωπικό του στίγμα και την επαφή του με την εποχή. Εξακολουθώ να ακούω τη δισκογραφία του, και ανατρέχω πολύ συχνά σ’ αυτήν για να βρω λύσεις σε πολλά ερωτήματα και προβληματισμούς μου. Συνεχίζω να παρακολουθώ πολύ στενά τη δουλειά του σε κάθε τομέα και παρατηρώ τις αλλαγές στον τρόπο γραφής του ή στις συνθέσεις του, εμπνεόμενος ολοένα και περισσότερο από τον τρόπο που προσεγγίζει τα θέματα που τον απασχολούν και που τα αποτυπώνει στο έργο του. Tο περίεργο είναι ότι για τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη αισθανόμουν από 13 ετών μια ιδιαίτερη, αδικαιολόγητη οικειότητα και ένα δέος, τα οποία εξακολουθώ να αισθάνομαι και σήμερα, στα 42 μου, μόνο που τώρα η οικειότητα είναι δικαιολογημένη και το δέος αμείωτο.


Το Υπόγειο: Πώς είναι να ζωγραφίζεις έναν δίσκο και πόσο παράξενο μπορεί να είναι όταν ένας μουσικός έχει εμπνευστεί ένα τραγούδι από μια ζωγραφιά; Είναι τελικά η τέχνη μια ατελείωτη δεξαμενή έμπνευσης;
Το αντίστροφο με αυτό που έκανα τώρα για τον δίσκο των Bad Seeds είχα επιχειρήσει πριν από σχεδόν 10 χρόνια με το πρότζεκτ «Horror & Romance on Another Planet», όπου 18 μουσικοί και συγκροτήματα από την Ελλάδα και το εξωτερικό εμπνεύστηκαν από τα έργα μου εκείνης της ενότητας και συνέθεσαν 18 πρωτότυπα κομμάτια, τα οποία κυκλοφόρησαν με τη μορφή ένθετου cd στον κατάλογο της έκθεσης. Κάτι παρόμοιο είχα κάνει και 15 χρόνια πριν με τους Interstellar Overdrive στην έκθεση «Θόρυβος και Χρήσιμα Αντικείμενα». Θα είχε ενδιαφέρον να μιλήσουν κάποιοι μουσικοί γι’ αυτήν την εμπειρία τώρα, μετά από τόσα χρόνια, και να επαναπροσδιορίσουν τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκαν μουσικά την έμπνευσή τους. Για εμένα η τέχνη είναι σίγουρα μια ατελείωτη πηγή έμπνευσης, για άλλους ίσως όχι! Το να ζωγραφίσω έναν δίσκο είναι κάτι που προέκυψε φυσικά, δεν νομίζω όμως ότι θα μου γεννηθεί η ανάγκη να το επαναλάβω – τουλάχιστον έτσι πιστεύω τώρα.


Το Υπόγειο: Πριν χρόνια, είχα δει ένα μίνι ντοκιμαντέρ για το project σου “Revert to Disarray”. Αυτό τότε με είχε οδηγήσει να φτιάξω μια λίστα με τραγούδια στο YouTube, στην οποία έδωσα το ίδιο όνομα. Εσύ πώς δουλεύεις συνήθως;
Ξεκινάς να δημιουργείς τα έργα και βλέπεις που θα σε οδηγήσει αυτό που κάνεις ή έχεις μια συγκεκριμένη ενότητα και δουλεύεις πάνω σε αυτή; Χαίρομαι που αναφέρεις το «Revert to Disarray / Επιστροφή στην Αποδιοργάνωση». Είναι μια έκθεση που την αγαπώ πολύ, η οποία παρουσιάστηκε στην Αθήνα, στο Λονδίνο και στην Αμβέρσα την περίοδο 2013-2015. Συνήθως ισχύουν και τα δύο, δηλαδή ξεκινάω ένα έργο, βλέπω πώς εξελίσσεται και αυτό αλλά και τα επόμενα 2-3. Μετά προκύπτει ένας τίτλος που τα προσδιορίζει και τα εντάσσει σε ένα πλαίσιο, και στη συνέχεια χτίζω σιγά σιγά μια έκθεση στο μυαλό μου δημιουργώντας έργα που υπηρετούν την ιδέα και τον τίτλο. 



"Hallelujah"
 

Το Υπόγειο: Έχεις σκεφτεί να ζωγραφίσεις κι άλλους δίσκους άλλων μουσικών και συγκροτημάτων; Αν το έκανες, ποια άλμπουμς θα διάλεγες;
Δεν έχω σκεφτεί να κάνω κάτι παρόμοιο για κάποιο άλλο άλμπουμ ούτε νομίζω ότι θα το κάνω ποτέ.
 

Το Υπόγειο: Γενικότερα, τι είναι για σένα η μουσική; Πόσο σημαντική είναι για σένα;
Η μουσική είναι μέρος της ζωής μου. Ακούω συνεχώς καινούργια και παλιά πράγματα –κυρίως παλιά αυτήν την περίοδο–, που με επηρεάζουν πολύ στη δουλειά μου. Παρ’ όλ’ αυτά, μου αρέσει που διατηρώ με τη μουσική μιαν αυθόρμητη, σχεδόν αφελή σχέση, που στηρίζεται στο συναίσθημα και όχι στη γνώση, που με επηρεάζει καθημερινά και που, ενώ δεν είμαι μουσικός, βρίσκω τρόπο να την ταιριάξω με τη δουλειά μου. Με βοηθάει να συγκεντρώνομαι, να διαλέγω τα χρώματα και να ζωντανεύω τη γραμμή μου. Αισθάνομαι εκείνη τη στιγμή ότι ανοίγει το μυαλό μου και μου δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι η εικόνα που φτιάχνω έχει ήχο, ότι είναι ένα τραγούδι που αν ήμουν μουσικός θα το έγραφα και την ίδια στιγμή θα σκεφτόμουν πως αν ήμουν ζωγράφος θα το ζωγράφιζα κάπως έτσι. Με παρόμοιο τρόπο με εμπνέει ο κινηματογράφος, ένα δέντρο, μια παρέα, ένα περιστατικό.
 

Το Υπόγειο: Η ιδέα του live πως προέκυψε; Τι να περιμένουμε; Τα κομμάτια θα αποδοθούν διαφορετικά; Σίγουρα οι καλλιτέχνες που συμμετέχουν είναι ικανοί να δώσουν μια διαφορετική οπτική στα τραγούδια του NMSWP.
Είχα μοιραστεί με τον Jim Sclavunos τις σκέψεις μου για το live από πολύ νωρίς, στα πρώτα στάδια υλοποίησης των ζωγραφικών έργων για το πρότζεκτ, και όλον αυτό τον καιρό ωρίμαζε κι αυτή η ιδέα παράλληλα με όλη τη δημιουργική διαδικασία. Θέλαμε συνειδητά να αποφύγουμε τον χαρακτηρισμό «Live tribute στον δίσκο No More Shall We Part» και να εστιάσουμε στο γεγονός ότι κάποιοι πολύ καλοί φίλοι και συνεργάτες μουσικοί που εμπλέκονται άμεσα μ’ εμένα, τη ζωγραφική μου και τον Jim Sclavunos θα παρουσιάσουν ζωντανά μια δική τους εκδοχή των τραγουδιών του δίσκου, έτσι ώστε να αναδειχθεί το προσωπικό στοιχείο και να γίνει σαφής ο λόγος της εμπλοκής τους. Εκτός από τον Jim Sclavunos, λοιπόν, μόνιμο μέλος των Bad Seeds και επί μία δεκαπενταετία στενό μου φίλο και συντονιστή του live, ο οποίος θα παίξει αλλά και θα τραγουδήσει κάποια κομμάτια του δίσκου, οι καλλιτέχνες που επίσης συμμετέχουν είναι: ο Βέλγος Stef Kamil Carlens, ιδρυτικό μέλος των Zita Swoon και των dEUS, η Ελληνοαμερικανίδα Eleanor Friedberger των The Fiery Furnaces, οι Illegal Operation του Μανώλη Αγγελάκη, και οι The Callas των αδελφών Ιωνά. Όλοι τους γνωρίζονται μεταξύ τους καλλιτεχνικά αλλά και προσωπικά –οι περισσότεροι μέσω του αδελφού μου, διοργανωτή και συντονιστή του live, Δημήτρη Ρόκου (Κορμοράνος), και εμού– και έχουν ταιριάξει ουσιαστικά σε πάρα πολλά επίπεδα. Τα δώδεκα τραγούδια του δίσκου τα μοιράσαμε μετά από πολλή σκέψη και συζητήσεις με τους μουσικούς, και θα παιχτούν ζωντανά με τη σειρά που ακούγονται στο άλμπουμ. Ο κάθε μουσικός έχει το δικό του διαφορετικό αναγνωρίσιμο ύφος, και έχει προσεγγίσει τα τραγούδια με απόλυτα προσωπικό τρόπο, ο οποίος δεν θυμίζει καθόλου κλασικές διασκευές των τραγουδιών. Έχοντας παρακολουθήσει πρόβες, μπορώ να πω ότι πραγματικά ανυπομονώ για την ημέρα της συναυλίας στο υπέροχο αίθριο του Μουσείου Μπενάκη στην Πειραιώς. Η παραγωγή της συναυλίας είναι της Heretic.

Περισσότερες πληροφορίες εδώ: https://www.facebook.com/events/453095168761012/

 
Το Υπόγειο: Στέφανε σ ευχαριστούμε πάρα πολύ και σου ευχόμαστε τα καλύτερα, τόσο στην έκθεση που είναι σε εξέλιξη όσο και στα μελλοντικά σου projects.
Εγώ σας ευχαριστώ πολύ και σας περιμένω με χαρά στην έκθεση και στη συναυλία.


Σχετικα Αρθρα
ypogeio.gr
Σtella
(14/07/2019)
ypogeio.gr
Γης Μαδιάμ
(The Basement Goes
To Schoolwave)
(05/07/2019)
ypogeio.gr
Μάρκος Δεληβοριάς
(21/11/2015)
ypogeio.gr
Larry Gus
(Παναγιώτης Μελίδης)
(28/09/2015)
Χρησιμοποιούμε cookies μόνο για στατιστικούς λόγους (google analytics). Δεν συλλέγουμε κανένα προσωπικό δεδομένο.
ΕΝΤΑΞΕΙ